Όχθη Ψυχών ( μέρος 1ο)- Η συνάντηση

SHARE

Η συνάντηση

Όχθη Ψυχών

Η Όχθη Ψυχών δεν είναι άρθρο, αλλά ένα μυθιστόρημα φαντασίας χτισμένο στην πραγματικότητα μας. Επιτρέψτε μας να μην αποκαλύψουμε πολλά για την ιστορία αλλά να αφήσουμε εσάς, όλους τους αναγνώστες, να την ξετυλίξετε κάθε εβδομάδα, όπου και θα βγαίνει και το επόμενο μέρος της. Οπότε κάθε εβδομάδα, συγκεκριμένα κάθε Πέμπτη, θα σας περιμένουμε στην συγκεκριμένη στήλη να χανόμαστε για λίγο σε έναν κόσμο τόσο παρόμοιο με τον δικό μας, αλλά τόσο διαφορετικό από τα μάτια των πρωταγωνιστών. Καλή ανάγνωση!

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 1

Η συνάντηση

«Αν σου έλεγα ότι μπορώ να σου πραγματοποιήσω μια ευχή, οποιαδήποτε στον κόσμο, οτιδήποτε εσύ επιθυμείς, ποια θα ήταν;», άκουγε συχνά τον εαυτό του να ρωτάει τους ανθρώπους. Του άρεσαν οι απαντήσεις τους και πάντα τους ρώταγε λίγες στιγμές προτού τους δει να ξεψυχούνε. Εκείνες τις στιγμές για λίγο σαν τους ρωτούσε έβλεπε ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη τους προτού κλείσουν για πάντα τα μάτια τους. Είχε ακούσει εκατομμύρια ευχές ως εκείνη τη μέρα. Ανθρώπους από εκατοντάδες πολιτισμούς να του εύχονται συνέχεια και κάτι διαφορετικό. Άλλοι του είπαν πως ήθελαν να πετάξουν και να πάνε σε μέρη μακρινά. Άλλοι να είναι οι πιο όμορφοι στον κόσμο και να αρέσουν στους πάντες. Πολλές φορές άτομα που βρίσκονταν στην τελευταία τους ανάσα εύχονταν για τα άτομα που θα άφηναν πίσω. Υγεία, χαρά, τύχη, καλή οικογένεια, επιτυχία. Ήταν εκείνες οι στιγμές που έβλεπε το χαμόγελό τους αναμειγμένο με καυτά δάκρυα που τον έκανε να θαυμάζει τους ανθρώπους. Για λίγες στιγμές του επέτρεπαν να γίνει άνθρωπος ο ίδιος. Κάποιες φορές έσκυβε και προς την μεριά τους να τους φιλήσει γλυκά στο μέτωπο ή τα χέρια τους ψιθυρίζοντας με χαμόγελο: « Κοιμήσου ήσυχα γιατί η ευχή σου θα γίνει». Φυσικά δεν ήξερε ο ίδιος αν αυτό που τους έλεγε θα πραγματοποιούνταν καθώς δεν ήταν ούτε ευχοποιός αλλά ούτε και κάποιον ον που σχετίζονταν με τη ζωή μετά. Ήταν απλά αυτός που θα βρισκόταν κοντά σε κάποιον λίγες στιγμές πριν αφήσει την τελευταία του πνοή. Να απαλύνει λίγο τον πόνο του ή να του χαμογελάσει την στιγμή που όλα θα φαίνονται τόσο θλιβερά γύρω του. Ποιος ήταν; Στο πέρασμα των αιώνων θα τον αποκαλούσαν Θάνατο.

Advertisement

Αν και ήξερε πως ήταν μια οντότητα που δεν θα μπορούσε να έχει ποτέ αυτό που είχε χαρίσει ο Δημιουργός του στους ανθρώπους, συχνά έβρισκε τον εαυτό του να βαδίζει σαν άνθρωπος ανάμεσα στα πλήθη. Θα μπορούσε να είχε οποιαδήποτε μορφή αλλά τα τελευταία εκατοντάδες χρόνια έμοιαζε πολύ με έφηβο. Ίσως με άτομο λίγο μετά τα 18 του. Τον λόγο ύπαρξης εκείνων των μαύρων πυκνών μαλλιών του στο κεφάλι και των πράσινων ματιών δεν θα τον αποκάλυπτε ποτέ σε κανέναν. Ήταν το μυστικό της αμφίεσής του, αλλά και μια μορφή αδυναμίας που είχε δείξει κάποτε σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Επίσης το να ήταν νέος και εμφανίσιμος ήταν πολύ καλό για τον ίδιο ώστε να συναναστρέφεται πιο εύκολα με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Αν και απαγορεύονταν σε πλάσματα της δικιάς του κατηγορίας να μιλάνε με τους κοινούς θνητούς, ο ίδιος απολάμβανε συχνά να παρεμβαίνει εκείνον τον κανονισμό. Έτσι λοιπόν, σαν άνθρωπος, βάδιζε σε περιοχές ανά τον κόσμο κάθε εβδομάδα επισκεπτόμενος μέρη όπου θα μπορούσε να εκτελέσει το έργο για το οποίο υπήρχε.

Όλοι οι άνθρωποι στα δικά του μάτια, είχαν πάνω από το κεφάλι τους, αυτό που αποκαλούσε Ρολόι της Ζωής. Έναν πύρινο δίσκο γεμάτο με πολλές γραμμές που κάθε μέρα που περνούσε έσβηνε και μία. Έτσι γνώριζε πολύ καλά πως σαν έβλεπε τις γραμμές ενός τέτοιου ρολογιού να έχουν εξαφανιστεί και φτάσει στην τελευταία, τότε ο άνθρωπος βρισκόταν στις τελευταίες του στιγμές. Έτσι και εκείνο το απόγευμα βρήκε τον εαυτό του να βαδίζει στην πτέρυγα ενός νοσοκομείου. Βρισκόταν σ’ εκείνη την πόλη τρείς μέρες και είχε εντοπίσει το επόμενο άτομο που θα έκανε την επίσκεψή του. Μια νεαρή κοπέλα που φευγαλέα είχε δει το ρολόι της την προηγούμενη μέρα να φτάνει στην τελευταία του γραμμή.

Το δωμάτιο ήταν το νούμερο δώδεκα στην πτέρυγα σπάνιων ασθενειών. Κοντοστάθηκε λίγο στο διάδρομο κοιτάζοντας τριγύρω του. Δεν υπήρχε πουθενά κανένας. Τα διπλανά δωμάτια ήταν άδεια. Οι γιατροί άφαντοι. Έξω από το δωμάτιο της κοπέλας δεν υπήρχε ψυχή. Άφησε τον εαυτό του να πλησιάσει το κατώφλι της εισόδου. Το δωμάτιο ήταν αρκετά μικρό. Υπήρχε ένα σιδερένιο κρεβάτι και ένα ψηλό μεταλλικό κομοδίνο στο ύψος των μαξιλαριών δεξιά του κρεβατιού. Αριστερά από το κρεβάτι υπήρχε κρεμασμένος ένας ορός σε μεταλλικό καλόγερο, αλλά και ένας μετρητής παλμών με την σκοτεινή οθόνη του να γεμίζει από τις χαράδρες και τα βουνά του πράσινου καρδιογραφήματος. Κάτω από τα λευκά σεντόνια ξάπλωνε η κοπέλα που είχε δει την προηγούμενη μέρα. Φορούσε γκρίζα πιτζάμα με διάφορα σχέδια σε γκρίζα και σκούρο μπλε χρώματα. Το πρόσωπό της είχε ένα λευκό αχνό χρώμα. Κάτω από τα κλειστά της μάτια υπήρχαν μικροί μαύροι κύκλοι, ενώ τα χείλη της είχαν μια γλυκιά ρόδινη απόχρωση. Τα σκούρο μακριά καστανά μαλλιά της ήταν απλωμένα στο μαξιλάρι αλλά και πλάγια του προσώπου της, ξεχυμένα στο λευκό πάπλωμα που κάλυπτε τη λυγερή σιλουέτα της.

Advertisement

«Σε είδα και χθες», ακούστηκε η βαθιά γλυκιά φωνή της και ο Θάνατος σάστισε καθώς βημάτιζε προς την μεριά της. «Είχες διασχίσει το διάδρομο για να επισκεφτείς το διπλανό δωμάτιο, αλλά σταμάτησες όταν πέρασες μπροστά από το δικό μου δωμάτιο για λίγο».

«Αχα!», αναφώνησε μένοντας μέσα του κάπως έκπληκτος. «Είσαι παρατηρητικό άτομο ε;»

«Όχι αρκετά», μουρμούρισε η κοπέλα με δυσανασχέτηση στην φωνή της. «Αν ήμουν αρκετά παρατηρητική ίσως να μην βρισκόμουν εδώ πέρα».

Ο Θάνατος δεν απάντησε εκείνη τη φορά. Κοιτούσε την κοπέλα απέναντί του, ενώ ακούμπησε με τις παλάμες του το κρύο κάγκελο στο τέλος του κρεβατιού. Τα πράσινά του μάτια ήταν καρφωμένα στο πρόσωπο της κοπέλας. Οριακά να είχε φτάσει τα δεκαοχτώ της χρόνια. Τα μάτια της ήταν ακόμα κλειστά αλλά με κάποιο τρόπο είχε καταλάβει πως είχε διέλθει του δωματίου της.

«Πως ξέρεις πως ήμουν εγώ;», έπιασε τον εαυτό του να ρωτάει υποδηλώνοντας κάποιο εντυπωσιασμό στο βάθος της φωνής του.

«Μόνο γιατροί και νοσοκόμες με επισκέπτονται εδώ πέρα. Όλοι τους έχουν το ίδιο άρωμα αλλά εσύ είσαι διαφορετικός. Δεν έχεις άρωμα».

«Θα μπορούσα να είμαι κάποιος άλλος. Ίσως κάποιος συγγενής ή φίλος…»

«Δεν έχω…», τον διέκοψε γρήγορα η κοπέλα. «Κανείς δεν θα με επισκεφτεί εδώ πέρα. Η ασθένειά μου είναι άγνωστη και θανατηφόρα», πρόφερε και ανασηκώθηκε λίγο στο κρεβάτι της ανοίγοντας επιτέλους τα μάτια της.

Δεν μπορούσε να μην την κοιτάξει. Μια ζωή αυτό που λάτρευε στους ανθρώπους πέρα από τις ευχές και τις συμπεριφορές τους ήταν η στιγμή που θα μπορούσε με τα μάτια του να κοιτάξει μέσα στα δικά τους. Οι καστανές της χάντρες έκρυβαν μια έντονη λάμψη αλλά και συγχρόνως έναν έντονο πόνο και κούραση. Ήταν διαπεραστικά. Αν είχε ψυχή θα ορκιζόταν πως εκείνα τα μάτια την έψαχναν κοιτάζοντας τα δικά του.

Advertisement

«Νόμιζα πως ήταν η φαντασία μου αλλά τελικά είχα δίκαιο».

«Παρακαλώ»

«Τα μάτια σου είναι πανέμορφα, μα όχι ζωντανά. Νόμιζα χθες πως η σκιά του διαδρόμου έκρυβε την λάμψη τους αλλά δεν υπάρχει καθόλου».

«Δεν βρίσκεις λίγο προσβλητικό αυτό να το πεις σε κάποιον που συναντάς πρώτη φορά;», ρώτησε ο Θάνατος και άρχισε να βαδίζει όλο και πιο κοντά της.

«Όχι… το βρίσκω ενδιαφέρον», του απάντησε εκείνη και τα λεπτά της χείλη σχημάτισαν ένα αχνό χαμόγελο. «Σου είπα ήδη γιατί είμαι μόνη σε αυτό το δωμάτιο και αντί να φύγεις μακριά εσύ έρχεσαι όλο και πιο κοντά μου. Είσαι όντως άνθρωπος;»

Κοντοστάθηκε. Τα πόδια του πάγωσαν στο πάτωμα που βάδιζε. Απείχε λιγότερο από ένα μέτρο από την καθιστή κοπέλα, αλλά τα λόγια της τον είχαν καθηλώσει. Δεν είχε μάθει να χαμογελάει. Ούτε να κάνει γκριμάτσες με το πρόσωπό του οπότε έχοντας ακριβώς την ίδια όψη με πριν έστρεψε τα μάτια του πάνω της.

«Όλοι θα πεθάνουμε κάποτε έτσι;», της είπε και έσβησε το χαμόγελο από τα χείλη της.

«Πεθαίνεις και εσύ; Και αν ναι, τότε γιατί βρίσκεσαι ακόμα εδώ;», ρώτησε στρέφοντας το βλέμμα της στα σεντόνια που έσφιγγε στις γροθιές της.

«Γιατί πιστεύω θα ήθελες λίγη παρέα…»

«Δεν ζήτησα κανέναν να έρθει εδώ να με δει!», αναφώνησε δυνατά και με δάκρυα στα μάτια ξανακοίταξε τον Θάνατο στα δικά του. «Κουράστηκα να βλέπω όποιον με πλησιάζει να φεύγει από κοντά μου πριν από μένα!»

Ο Θάνατος δεν απάντησε. Στεκόταν όρθιος λίγα εκατοστά πιο δίπλα της βλέποντας τα καυτά δάκρυα να μουσκεύουν το σεντόνι ανάμεσα από τις σφιγμένες γροθιές της. Είχε συναντήσει αρκετό κόσμο στο πέρασμα των χρόνων που ένιωθαν υπεύθυνοι για τον θάνατο αγαπημένων τους. Άτομα με ασθένειες που είχαν τυραννήσει για χρόνια την ανθρωπότητα και είχαν ξεκληρίσει ολόκληρες πόλεις και χωριά. Είχε βαδίσει σε μέρη που έκαιγαν σωρούς από πτώματα σε μια προσπάθειά των ντόπιων να σταματήσουν την εξάπλωση των θανατηφόρων ασθενειών, αλλά ο ίδιος ήξερε. Στα δικά του μάτια έβλεπε τα Ρολόγια της Ζωής να φτάνουν στο τέλος τους. Καμιά φωτιά δεν θα σταματούσε εκείνες τις γραμμές ζωής να εξαφανισθούν και αυτός βρισκόταν εκεί να συλλέξει τις τελευταίες στιγμές των ανθρώπων.

Έτσι και σε εκείνο το δωμάτιο. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα μάτια της νεαρής κοπέλας μπροστά του, αλλά άφηνε τις κόρες του να κοιτάζουν και το πύρινο ρολόι πάνω από την πλούσια κόμη του κεφαλιού της. Σύντομα η τελευταία γραμμή θα έσβηνε από εκείνο τον αιωρούμενο δίσκο.

«Μπορώ να κάτσω;», της είπε με πιο ήρεμη φωνή δείχνοντας ένα κενό στο σεντόνι στην άκρη του κρεβατιού.

Η κοπέλα δεν απάντησε. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν τα αναφιλητά της ήταν από οργή για τον εαυτό της ή από στενοχώρια γιατί ήξερε και η ίδια πως έφτανε στο τέλος των ημερών της. Αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει στους ανθρώπους όσες φορές και αν τους μιλούσε στις τελευταίες τους στιγμές. Ήταν μίσος που ένιωθαν εκείνες τις στιγμές για κάτι που είχαν κάνει; Στενοχώρια που άφηναν πίσω κάτι τόσο γλυκό όπως τη ζωή; Δάκρυα μετάνοιας για λόγια που δεν είπαν, για πράξεις που δεν έκαναν, για καταστάσεις που δεν έζησαν;

«Είπες ότι τα δικά μου μάτια δεν έχουν λάμψη, οπότε βρίσκω φοβερά άδικο να γεμίζεις τα δικά σου με τόσα δάκρυα», της είπε και άπλωσε το χέρι του στις σφιγμένες της γροθιές.

Ήταν ζεστή. Αν και το δέρμα της ήταν λευκό σαν το χιόνι λόγω της ασθένειας το σώμα της τυλίγονταν στις φλόγες. Ένας έντονος πυρετός που όση ώρα όμως της μιλούσε δεν μπορούσε να τον παρατηρήσει στην συμπεριφορά της. Η κοπέλα μπροστά του ήταν πιο δυνατή απ’ ότι έδειχνε και ας είχε ξεσπάσει εκείνη τη στιγμή σε δάκρυα.

Πήρε μόνος του την πρωτοβουλία και έκατσε στο κενό που είχε δείξει πιο πριν, δίπλα από τα πόδια της, δίχως να αφήσει το χέρι του από την σφιγμένη της γροθιά. Στην αρχή ίσως ένιωσε την κοπέλα να φέρει μια αντίσταση θέλοντας να το ελευθερώσει αλλά αργότερα δεν την ένοιαζε καθόλου. Συνέχιζε εκεί με σκυμμένο το κεφάλι να αφήνει τα δάκρυά της να πέφτουν σαν θερμές σταγόνες βροχής στο σεντόνι της.

«Γιατί είσαι μέσα σε αυτό το δωμάτιο και όχι στο άτομο δίπλα, που επισκέφτηκες χθες;»

«Πέθανε χθες το βράδυ», πρόφερε ο Θάνατος και για μια στιγμή η κοπέλα σώπασε ακούγοντας τα λόγια του. «Ξέρεις όταν έκατσα δίπλα του και του μίλησα για τελευταία φορά χθες το απόγευμα τι μου είπε; Αν είχα μια ευχή θα ήθελα άτομα σαν και εμένα να μπορέσουν να έχουν κάποιον δίπλα τους στις τελευταίες τους στιγμές. Πράγματι όταν άφησε την τελευταία του πνοή έμαθα πως βρισκόταν εκεί η γυναίκα του, δίπλα στο πλευρό του. Δεν είναι αδικία για έναν άνθρωπο να θέλει να κλειστεί στον εαυτό του και να θέλει να αφήσει αυτό τον κόσμο μόνος του;»

Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της στις τελευταίες λέξεις. Δεν ήταν σίγουρη αν ήταν από το γεγονός ότι ο κύριος Ματθαίος, από το διπλανό δωμάτιο, που την επισκέπτονταν συχνά, είχε φύγει από εκείνο τον κόσμο ή το ότι έφτανε και αυτή στις τελευταίες της μέρες χωρίς να υπάρχει εκεί κάποιος για εκείνη. Είχε αποφασίσει πως μέχρι να κλείσει τα μάτια της για πάντα θα βρισκόταν μόνη σε εκείνο το δωμάτιο.

Μα τώρα εκείνο το αγόρι στέκονταν μπροστά στα πόδια της. Ένας άνθρωπος που ούτε καν γνώριζε. Ένα άτομο που δεν άνηκε στην ίδια πτέρυγα με εκείνη και δεν φοβόταν να κάτσει στον ίδιο χώρο μαζί της. Ίσως τα χαρακτηριστικά του της φαίνονταν κάπως περίεργα αλλά πράγματι ήταν εκεί. Κάποιος που της κρατούσε το χέρι. Δεν θυμόταν από πότε είχε να νιώσει μια τέτοια επαφή. Συνήθως μόνο γιατροί την άγγιζαν και αυτοί με γάντια, ενώ οι ασθενείς της πτέρυγας, που την επισκέπτονταν αραιά, στέκονταν στην είσοδο του δωματίου.

«Όταν είχα διαγνωσθεί με αυτή την άγνωστη ασθένεια οι γονείς μου με έβαλαν εδώ μέσα», άρχισε να λέει με τα δάκρυα της να έχουν στεγνώσει στο πρόσωπό της, ενώ τα καστανά της μάτια κοιτούσαν στο κενό ταξιδεύοντας κάπου στο παρελθόν, τότε που ανθρώπινο χέρι είχε αγγίξει για τελευταία φορά το δικό της. «Με επισκέπτονταν συχνά τότε. Δεν ήθελαν στιγμή να νιώσω μόνη. Δεν ήθελαν να νομίζω πως αντιμετώπιζα την κατάστασή μου μόνη μου. Ήθελαν…»

Σταμάτησε για λίγο και ξεροκατάπιε. Ο Θάνατος μπορούσε να δει πως κάτι δεν πήγαινε καλά στην ιστορία της. Το ένιωθε στο χέρι της. Έτρεμε και το έσφιγγε πάρα πολύ, σχεδόν έτοιμο να σκίσει το σεντόνι. Τα μάτια της ακόμα ταξίδευαν στις αναμνήσεις της. Δάγκωνε τα χείλη της με αρκετή δύναμη. Κάτι υπήρχε εκεί που την δυσκόλευε να συνεχίσει την ιστορία της.

«Δεν χρειάζεται να μάθω», πρόφερε ήρεμος, ενώ με το χέρι του έπαιζε με τη σφιχτή της γροθιά. «Είμαι εδώ να σου κάνω παρέα. Τίποτα παραπάνω. Δεν θέλω να σε κάνω να νιώσεις άσχημα.»

«Όχι… απλά… ευχαριστώ υποθέτω», είπε με δυσκολία και κοντοστάθηκε για λίγο πριν κάνει την επόμενη ερώτησή της, νιώθοντας τις λέξεις να φρακάρουν στον φάρυγγά της. «Γιατί δεν με φοβάσαι; Ο κόσμος τρέμει όταν ακούει για μια άγνωστη ασθένεια που μπορεί να σε σκοτώσει αλλά εσύ είσαι ακόμα εδώ. Η παρέα μαζί μου σκοτώνει».

«Καμία παρέα δεν σκότωσε ποτέ κανέναν», της είπε ήρεμος ο Θάνατος και στα λόγια του ένιωσε το χέρι της μέσα στο δικό του να μαλακώνει. «Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από άτομα γύρω του. Άτομα που θα τον αγαπούν, που θα τον φροντίζουν, που θα θέλει να θυσιάσει κάτι γι’ αυτούς. Έχει ανάγκη μια καλή κουβέντα, μια αγκαλιά, κάποιον να κρατάει το χέρι», είπε και κοίταξε ξανά το χέρι της κοπέλας στο δικό του. Ακόμα και τα άτομα που θα τον φοβούνται και θα τον μισούνε χρειάζονται στη ζωή του. Κάθε μια από τις περιπτώσεις θα δώσει κάτι στη ζωή του ανθρώπου. Μια διαφορετική δύναμη που την έχει ανάγκη στη ζωή του. Οπότε πίστεψέ με, αν νομίζεις ότι η παρέα σκοτώνει κάνεις λάθος. Ίσως η ασθένειά σου ναι, αλλά δεν είναι αρκετό να με φοβίσει στο να κάτσω εδώ και να σου μιλήσω».

Εδώ η συνέχεια

SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Ετών 22. Ζω και εργάζομαι στην Αθήνα. Λατρεύω τις σοκολάτες, την καλή συντροφιά και τους ανθρώπους που μου δίνουν έμπνευση να συνεχίζω αυτό που αγαπώ να κάνω. Αν δεν με βρει κάποιος να γράφω κάτι πάνω από ένα χαρτί ή ένα πληκτρολόγιο τότε σίγουρα θα βρίσκομαι για κάποια ταινία, ξεχασμένος σε κάποιο όνειρο ή θα ταξιδεύω σε νεά μέρη. Εύχομαι να σας αρέσει ότι κάνω και θα χαιρόμουν πολύ να έρχομαι σε επαφή με το αναγνωστικό κοινό μου μέσω του προσωπικού μου mail: iliasth@hotmail.com

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG