Μπόρα στην παλιά γειτονιά. Από τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση

Βαγγέλης Λίμα-Ρούσσης
Πηγή εικόνας: http://www.bhmpics.com/view-boy_window_rain-1920×1080.html

Τις τελευταίες μέρες παρατηρούσα πράγματα που δεν ήμουν βέβαιος αν υπήρχαν ή αν θα έπρεπε να υπάρχουν˙ δεν ήμουν καν βέβαιος αν θα έπρεπε να τα παρατηρώ. Όχι ότι δεν ήμουν βέβαιος εάν πράγματι συνέβαιναν, αλλά ότι ήταν κάτι που δεν θα έπρεπε να σκαλίζω, θαρρείς πως ήταν απαγορευμένο. Το αίσθημα αυτό του λάθους με ακολουθούσε σαν κτήνος κολλημένο μέσα στο λαβύρινθο του εγκεφάλου μου, αιτία της άλογης κατάστασης που κάποτε αμφισβητούσα, επειδή ορισμένες φορές η πραγματικότητα (ή αυτό που νόμιζα πραγματικότητα) με τρομοκρατούσε.

Πολλές φορές είχα αναρωτηθεί αν ήμασταν το σύνολο ενός κεφαλιού, κορμού, άνω και κάτω άκρων˙ σκεφτόμουν αν αυτό που κοιτούσα στον καθρέφτη μου κάθε πρωί και κάθε βράδυ το έβλεπαν και οι άνθρωποι γύρω μου. Αν τα μάτια που κοιτούσαν, η μύτη που μύριζε, τα αυτιά που άκουγαν και το στόμα που μιλούσε είχαν το σχήμα και την μορφή που έβλεπα στον καθρέφτη ή αν και οι υπόλοιποι άνθρωποι έβλεπαν το ίδιο στους άλλους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο που τα έβλεπα κι εγώ˙ ή αν ο μοναδικός εγώ ήμουν κάποιος άλλος, κάποιος αφανέρωτος, όχι σαν να φορούσα μάσκα αποκριάς ή κοστούμι με φερμουάρ που κλείνει πίσω στην πλάτη, αλλά αναπόσπαστο με το δέρμα μου και ταυτόχρονα αόρατο, έξω από την σφαίρα της ανθρώπινης συνείδησης. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τι άλλο μπορεί να ήμουν, αν όχι αυτό που δεν φαινόταν απ’ έξω.

Οτιδήποτε κι αν είχα παρατηρήσει, του είχα δώσει τον όρο «ηθελημένο», ένας όρος αρκετά ειρωνικός, θα έλεγα, με αυτό που αντιπροσώπευε κανονικά, γιατί δεν ήταν συμπτωματικό, αλλά ούτε εσκεμμένο κιόλας. Ήταν μάλλον κάτι το ενδιάμεσο, κάτι που δεν ήμουν βέβαιος αν θα έπρεπε να χλευάζω με την ειρωνική σημασία που του είχα προσδώσει. Σκόπευα να πάψω να χρησιμοποιώ τη λέξη αυτή, τη λέξη ηθελημένο, αλλά από φόβο και ανασφάλεια συνέχισα να το αποκαλώ έτσι γιατί μου ήταν αδύνατο να το κατανοήσω. Και εδώ ήταν που ξεκινούσε το πρόβλημα˙ όποιος ορισμός σου δινόταν, ήσουν υπόχρεος να τον κουβαλάς σαν μπάλα κατάδικου. Ό,τι κι αν ήσουν, ζούσες μονοδιάστατα σε μία πραγματικότητα και μόνο λευκό ή μαύρο, μαύρο ή λευκό, αλλά ποτέ και τα δυο μαζί. Όμως εγώ μπόρεσα να το δω: αυτό που δεν μπορούσα να δω εξαρχής, εντούτοις προϋπήρχε αυθυπόστατα της αφέλειάς μου. Αν ήθελα, μπορούσα να το δω και να το ξαναδώ με τα μάτια της φαντασίας μου, ωστόσο ποτέ δεν είχε αποτελέσει αποκύημά της, ασφαλώς και όχι.

Advertisement
Βαγγέλης Λίμα-Ρούσσης
Πηγή εικόνας: https://www.freepik.com/premium-photo/dark-sky-and-black-clouds-dramatic-storm-clouds-before-rainy_1348973.htm

Η πρώτη μου «κρυφή ματιά» σε αυτό που αποκαλούσα ηθελημένο, ήταν μονάχα μια μικρή αίγλη και έγινε στην παλιά μου γειτονιά, όταν ήμουν οκτώ χρονών. Ο καιρός δεν είχε ακριβώς τις κακές του, αλλά πέρα μακριά ενδημούσανε τα πρώτα εχθρικά σημάδια κακοκαιρίας και ο ουρανός φαινόταν διχασμένος από πάνω μου, από τη μια γαλάζιος και από την άλλη να παίρνει σταδιακά το νεφελώδες χρώμα της νεροποντής, όχι αρκετά έντονο για να σε κάνει να μαζέψεις τα ρούχα από το σκοινί. Εκείνη τη στιγμή είχε σηκώσει αεράκι, πιο πολύ δροσερό παρά τσουχτερό που στέγνωνε τον ιδρώτα από το μέτωπο και τις μασχάλες μου˙ στέγνωνε ακόμα και μέρος ανάμεσα στα ιδρωμένα μπούτια μου έτσι όπως ξεγλιστρούσε στα ανοίγματα του κοντοκομμένου παντελονιού μου. Η μαμά το είχε κάνει έτσι στην ραπτομηχανή της. Ήταν τέλη καλοκαιριού, αν θυμάμαι καλά, και ο καύσωνας ακόμα εξάτμιζε τα υγρά του σώματός μου λες και με στράγγιζε με το καλαμάκι. Με είχε αφήσει να παίξω στο δρόμο, αρκεί να ήμουν σε σημείο όπου μπορούσε να με προσέχει από το ανοιχτό παράθυρο πάνω από το νεροχύτη της κουζίνας. Η οσμή ψαριού έφτανε μέχρι εδώ κάτω, περίπου είκοσι μέτρα μακριά, καθώς ξελέπιαζε κολιούς. Ο συνεχής θόρυβος από τα λάστιχα των αυτοκινήτων ερχόταν στα αυτιά μου ενώ διέσχιζαν την οδό μας, ένας ήχος που συνήθισα εν καιρώ, δίχως να το καταλάβω. Είχα επίσης συνηθίσει τον τρόπο που οι τροχοί έτρεχαν πάνω στον ασφαλτόδρομο, και εξαιρώντας τον θόρυβο της αστικής ηχορύπανσης, είχε κάτι που σε ηρεμούσε. Ο Τζέφρεϊ μού γάβγισε από μακριά˙ το Γκόλντεν Ριτρίβερ έτρεχε προς το μέρος μου, τα νύχια του κτυπούσαν σαν αγκάθια το πλακόστρωτο και η χρυσαφένια γούνα του έλαμπε, ακόμα κι αν δεν είχε αρκετό ήλιο για να φανεί στην πλήρη δόξα της. Μου γάβγισε πάλι, με το χείλος σε μια χαμογελαστή γκριμάτσα που με έκανε και εμένα να χαμογελάσω, και τα μάτια να αντικατοπτρίζουν τη σκοτεινιά του περιβάλλοντος γύρω μας. Ήμουν δυο φωτεινές κουκκίδες στους μαύρους αυτούς οφθαλμούς και όταν αντιλήφθηκα πως η γκριμάτσα δεν ήταν χαμόγελο, αλλά απογυμνωμένα δόντια σε ωμή κακία και μίσος, ήταν πολύ αργά˙ το Γκόλντεν Ριτρίβερ έκανε άλμα και πήδηξε πάνω μου, ρίχνοντας τριάντα πέντε κιλά βάρος στο παιδικό σώμα μου. Τα νύχια του βυθίστηκαν ελαφρά και άκακα στους ώμους μου καθώς με έριξε πίσω, αλλά ο πόνος της πλάτης μου που συγκρούστηκε βίαια με το πλακόστρωτο ήταν το μόνο σίγουρο που με απασχόλησε τη δεδομένη στιγμή.

Advertisement
Βαγγέλης Λίμα-Ρούσσης
Πηγή εικόνας: https://www.pinterest.com/pin/90353536257890184/

Τώρα, μπορούσα να μυρίσω τη γούνα του, και όχι το ψάρι˙ μύριζε σαν αποθήκη ή κλειστό χώρο και σκόνη σε αναμονή. Έτσι όπως ήμουν πεσμένος, έγειρα το κεφάλι μου πίσω και κοίταξα ανάποδα το παράθυρο της κουζίνας: η μαμά είχε ακόμα σκυμμένο κεφάλι, ξελεπιάζοντας το ίδιο προσεκτικά τους κολιούς που δεν ήμουν σίγουρος αν θα έτρωγα σήμερα, αλλά που ούτως ή άλλως δεν ήθελα γιατί είχα σιχαθεί τα ψάρια, και τότε κατάλαβα ότι δεν είχε αντιληφθεί τίποτα απ’ όσα συνέβαιναν. Το σκυλί γρύλισε λαρυγγικά, ακόμα από πάνω μου. Το κοίταξα, με τις πατούσες του να πιέζουν τους ώμους μου, νομίζοντας πως ακόμα παίζει μαζί μου, και είδα την χρυσαφένια μουσούδα του να ανασηκώνεται και να αποτραβιέται˙ μια κατάλευκη οδοντοστοιχία και δυο μακριοί κυνόδοντες αποτελούσαν τη στοματική κοιλότητά του. Η ανάσα μέσα από το γρύλισμα ζεστή, και το σάλιο που έσταξε πάνω στο μάγουλό μου ζεστότερο που, στέγνωνε δροσιστικά στο δέρμα μου από το αεράκι. Είναι ένα παιχνίδι, πάντοτε έτσι κάνει, σκέφτηκα, αλλά δεν έμοιαζε έτσι τώρα. Τα τριχωτά του βλέφαρα έμοιαζαν να τεντώνονται μνησίκακα γύρω από τους μαύρους οφθαλμούς. Μα για μένα, ήταν ακόμα ένα παιχνίδι προτού σηκώσω το χέρι μου και καθαρίσω το καινούργιο σάλιο που έσταξε στο μάγουλό μου. Τότε τίναξε το κεφάλι του και με τα σαγόνια του έσκισε το πίσω μέρος του χεριού μου˙ δεν συνέβη κατευθείαν, και δεν πρόλαβα να αντιδράσω. Πρώτα ζορίστηκε στην αρπαγή που είχε τυλίξει το χέρι μου, κουνώντας το κεφάλι πέρα δώθε με τον ίδιο μανιώδη τρόπο που έδιωχνε το νερό πάνω από τη γούνα του, και αμέσως ένιωσα κάτι να αποτραβιέται και να «ξεκολλάει» από το δέρμα μου. Στην αρχή δεν κατάλαβα τίποτα, παρά ένα περίεργο μυρμήγκιασμα, αλλά όταν σήκωσε το ογκώδες κεφάλι του και είδα αίμα —το δικό μου αίμα— να κυλάει από το κάτω χείλος του στόματός του στο πρόσωπό μου, ούρλιαξα υστερικά και έπιασα να ελέγξω το δεξί μπράτσο μου: ένα υγρό,θερμό κενό, ασυνήθιστα ξένο πάνω μου με αυτό που είχα συνηθίσει.

Advertisement

Δεν θυμάμαι τι συνέβη έπειτα, παρά μόνο έντονα λευκά φώτα σαν φλας και κραυγές που βούιζαν σαν καμπάνες μέσα στο κρανίο μου. Πρέπει να ήταν η μαμά μου που φώναζε όταν με βρήκε, σαν να ένιωσα το σοκ της. Έβρεξε το μεσημέρι της επόμενης μέρας. Ίσως το φθινόπωρο έκανε την πρώτη του απόπειρα να εξισορροπήσει την θερμοκρασία, εντούτοις είχε καταφέρει κάτι πολύ χειρότερο. Η βροχή σύντομα είχε αλλάξει διάθεση και είχε γίνει καταιγίδα και πολλά γειτονικά σπίτια στις ακτές της Βιρτζίνια είχαν μείνει χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ στο ραδιόφωνο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας οι μετεωρολογικές υπηρεσίες μιλούσαν για παράκτιες πλημμύρες και κατακλυσμούς, καθώς το ύψος του νερού μπορεί και να έφτανε τα τρεισήμισι μέτρα. Η καταιγίδα ήδη είχε καταστρέψει τεράστια κομμάτια της ασφάλτου από την ακτή της Μασαχουσέτης και άλλων περιοχών, καθώς σήμερα το πρωί είχαν αναφερθεί τέσσερις θάνατοι. Οι δυο ήταν απώλειες από δέντρα που είχαν πέσει πάνω σε οχήματα οδηγών στην μέση του πλημμυρισμένου δρόμου. Οι άλλοι δυο, ένα παιδί ηλικίας τεσσάρων και μια μητέρα, συνεπιβάτες σε αυτοκίνητο που προσέκρουσε σε υποκατάστημα κατά την διάρκεια της καταιγίδας. Θα μπορούσα να ήμουν κι εγώ μέσα, αλλά δεν ήμουν.

Προτού το σκυλί πηδήξει πάνω μου, για μονάχα ένα δευτερόλεπτο, πρόλαβα να δω το ηθελημένο, σαν καρέ από φιλμ, παρόλο που δεν ήμουν απόλυτα βέβαιος γι’ αυτό που είχα δει: Τη στιγμή του άλματος, ο κορμός του Τζέφρεϊ είχε επιμηκυνθεί με αφύσικο τρόπο, άτριχος σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα του, και το δέρμα του λείο και ανθρώπινο. Θα μπορούσα να ορκιστώ ότι είχα διακρίνει τον αφαλό του, πράγμα αδύνατον, γιατί τα σκυλιά τρώνε τους ομφάλιους λώρους τους και γι’ αυτό είναι δύσκολα ορατό αν έχουν σε σχέση με τους ανθρώπους που τον δένουν κόμπο, επειδή καλύπτεται από γούνα. Αλλά δεν υπήρχε γούνα σε εκείνη την «πρώτη ματιά».

Είχα ξεχάσει το συναπάντημα μετά από δυο βδομάδες. Ύστερα από την επίθεση που είχα δεχτεί και που με είχε αφήσει με τριάντα πέντε ράμματα που ξεκινούσαν από τη ρίζα του αγκώνα και έφταναν μέχρι την έξω κεφαλή του τρικέφαλου μυός, και ένα παιδικό τραύμα που με στιγμάτισε, ακόμη κι αν οι αντιδράσεις μου δεν ήταν τόσο εκφραστικές όσο κανείς θα περίμενε —το απόλυτο σοκ—, δεν είχα βγει από το σπίτι αυτές τις δυο ολόκληρες βδομάδες.

Η μαμά ξελέπιαζε κολιούς σε ένα βαθύ κόκκινο λεκανάκι στον νεροχύτη, και παντού στα γαντοφορεμένα χέρια της υπήρχαν γυαλιστερά λέπια σα νύχια˙ η κόψη του μαχαιριού πηγαινοερχόταν στην ασημένια επιδερμίδα του ψαριού σαν διψασμένη, λεπιδωτή γλώσσα. Δίπλα στο γοφό της, στον ξύλινο πάγκο κοπής, ανοιγμένοι δυο κολιοί και ένα ακρωτηριασμένο κεφάλι, με το οδοντωτό στόμα να χάσκει ακόμα απορημένο για την αιτία του θανάτου του. Η κουζίνα βρόμαγε απαίσια την οσμή που στην πορεία θα ανακάλυπτα ότι δεν την κουβαλούσαν μόνο τα ψάρια. Και έτσι όπως κοιτούσα τον πλημμυρισμένο δρόμο της οδού από την τζαμένια πόρτα, που πλέον είχε μετατραπεί σε βρόμικος ποταμός που φούσκωνε και κυμάτιζε κατατρώγοντας τις βάσεις των κατοικιών και των παρκαρισμένων αυτοκινήτων της γειτονιάς, είδα αυτό που επιβεβαίωσε τις υποψίες μου για το ηθελημένο. Εκεί έξω, μέσα στην άγρια θύελλα, τρελοί οδηγοί κυκλοφορούσαν με τα αυτοκίνητά τους και την απειλή του θανάτου να τους επισκιάζει, όταν παρατήρησα πως οι τροχοί των οχημάτων τους είχαν χάσει κάθε τι που προσέδιδε την ηρεμία που πάντοτε γνώριζα. Οι τροχοί έστριβαν και κινούσαν τα οχήματα, όχι βυθισμένα κάτω από το νερό, αλλά πάνω στην επιφάνειά του. Το ύψος του νερού στα τρεισήμισι μέτρα…Ένα σκούρο μπουκάλι μπύρας χτυπήθηκε μετωπικά από τις λαστιχένιες ρόδες μιας Φορντ και δεν έσπασε όπως κανονικά θα έπρεπε˙ πρώτα χάθηκε μέσα στο νερό και έπειτα από μισό λεπτό πάλι φανερώθηκε άθικτο στο τέλος του δρόμου, εξακολουθώντας να πλέει χωρίς κανένα νόημα ή προορισμό. Κι άλλα αυτοκίνητα έσκιζαν το βρόχινο ποτάμι σαν βάρκες, τινάζοντας αφρισμένα νερά στα λάστιχα˙ τυχόν κλαράκια και σκουπίδια που περνούσαν κάτω από τους τροχούς βυθίζονταν για λίγο και ύστερα αναπηδούσαν κι αυτά στην επιφάνεια του νερού. Πάντοτε αναπηδούσαν. Όχι όμως όπως το σκυλί. Αυτό ήταν άλλο. Ναι, αυτό ήταν η επιτομή της διαστρεβλωμένης πραγματικότητας που είχα ανακαλύψει από παιδί και που δεν μπορούσα να ελέγξω σε σχέση με την παιδική μου φαντασία, που ήταν κάτι τελείως διαφορετικό και ελέγξιμο από το ηθελημένο, απόδειξη πως, τίποτε απ’ όσα είχα δει δεν ήταν σε καμιά περίπτωση δημιουργίες της φαντασίας μου.

Παρόμοια άρθρα που μπορεί να σ’ενδιαφέρουν:


SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Η στήλη #egrapsa φιλοξενεί κείμενα όσων νιώθουν την ανάγκη να επικοινωνήσουν τις σκέψεις, τις απόψεις και τα συναισθήματά τους μέσω του γραπτού λόγου. Οι αναγνώστες μας σχολιάζουν την επικαιρότητα, διατυπώνουν τους προβληματισμούς τους και εκφράζουν τη δημιουργικότητα τους μέσα από μικρές ιστορίες.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG