Η γεύση του φιλιού-Από την Χριστίνα Ποτήρη

Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέπτη.  Ήθελε οπωσδήποτε να προσθέσει  λίγο χρώμα στη σκούρα φιγούρα που έβλεπε απέναντί της.  Διάλεξε ένα κόκκινο μεταξωτό φουλάρι και το έδεσε χαλαρά στο λαιμό της. Θυμήθηκε πως  κάποτε είχε ακούσει ότι θέλει μεγάλη προσοχή στα κόκκινα ρούχα, πρέπει το κραγιόν να είναι στην  ίδια απόχρωση. Ακολουθούσε πάντα στις επιταγές της μόδας. Δεν ήθελε κόκκινο κραγιόν, προτίμησε ένα ελαφρύ ροζ. Φόρεσε τις ψιλοτάκουνες μαύρες της γόβες και βγήκε απ’ το σπίτι.

Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν πάντα τυπική στα ραντεβού της. Είχε καθυστερήσει. Σκέφτηκε όμως ότι ήταν δικαιολογημένη.

Όταν έφτασε κοίταξε διακριτικά, ήταν σίγουρη πως ήταν εκεί. Έβγαλε τα μαύρα γυαλιά της και μισόκλεισε τα μάτια μπαίνοντας  στο χώρο. Τα φώτα ήταν πολύ δυνατά.  Η παρουσία της έκανε τον κόσμο να γυρίσει προς το μέρος της. Τα τακούνια της ακούστηκαν για λίγο μέχρι που πάτησαν στο παχύ  χαλί. Έκατσε απέναντι του. Ήταν πολύ όμορφος. Φορούσε το αγαπημένο τους κουστούμι, με το πουκάμισο που του είχε χαρίσει εκείνη τα Χριστούγεννα και ο κόμπος της γραβάτας όπως πάντα τέλεια δεμένος.

Το είχαν συνήθειο στην επέτειο τους να κλείνουν ραντεβού σα να ήταν η πρώτη φορά. Τριάντα χρόνια έκαναν το ίδιο. Όλα τα προετοίμαζε εκείνη. Εκείνος της άφηνε απ’ το βράδυ το δώρο της στη ντουλάπα. Άλλοτε κρεμασμένο κι άλλοτε μέσα στο συρτάρι. Φέτος τα είχε κανονίσει όλα εκείνος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η μελωδία που έφτανε στα αυτιά της ήταν μονότονη και αργή. Έκανε να απλώσει το χέρι της και να τον πιάσει. Κάτι την εμπόδισε, λες κι απόσταση που υπήρχε ανάμεσά τους ήταν τεράστια. Έκλεισε τα μάτια της και έφερε μπροστά της εκείνον τριάντα χρόνια πριν. Στη μνήμη της ήρθε εκείνο το πρώτο τους φιλί κάτω απ’ τη μουριά του σπιτιού της.  Ένιωσε ένα ρίγος, και βόλεψε το σώμα της καλύτερα μέσα στη ζακέτα. Δε ζεστάθηκε όμως. Έβαλε το δεξί  χέρι στη τσέπη της. Άγγιξε το κουτάκι με την πράσινη κορδέλα που είχε βρει στο συρτάρι. Τα δάχτυλά της  χάιδεψαν τη γωνία απ’ τη κάρτα που το συνόδευε.  Του χάρισε το χαμόγελό της.

Ένιωσε μια δυσφορία ξαφνικά.  Η μουσική στα αυτιά της έφτανε μονότονη.. Ήθελε οπωσδήποτε να βγει έξω να πάρει αέρα. Τον κοίταξε ήταν εκεί  απέναντί της.

«Συγνώμη, εσύ θα με καταλάβεις» ψέλλισε και σηκώθηκε απ΄την καρέκλα της . Την ώρα που κατέβαινε τη σκάλα τα χείλη της σχημάτιζαν τους φθόγγους από τους τελευταίους στίχους που είχε ακούσει.

Βρήκε ένα καφέ. Έκατσε και παρήγγειλε ένα γλυκό καπουτσίνο. Σκέφτηκε ότι και οι δύο σιχαινόντουσαν τον μονό  πικρό ελληνικό.

——————————————————————————————————————————–

Οι κόρες της τρεις μέρες τώρα της έδιναν χάπια για να αποφεύγει τις έντονες αντιδράσεις. Στην γουλιά του καφέ θυμήθηκε τι είχε συμβεί τρεις μέρες πριν. Πριν τρείς μέρες έκανε σχέδια για την επέτειο των τριάντα χρόνων που θα γιόρταζαν. Πριν τρεις μέρες σαν κάτι να ένιωσε στον ύπνο της, σαν κάτι να την τάραξε στο όνειρό της.

Έβλεπε πως ήταν δώδεκα χρονών και κολυμπούσε, είχε πάει βαθιά πολύ βαθιά. Το σώμα της είχε αφεθεί στο ροή των κυμάτων και την παράσερνε. Μια φωνή μόνο άκουγε από τη στεριά να φωνάζει το όνομά της, μα δε μπορούσε να ξεχωρίσει τη χρεία της. Μια αντρική φωνή που σίγουρα δεν ήταν του πατέρα της.  Είδε δυο χέρια να κουνιούνται με απόγνωση κι η φωνή γινόταν όλο και πιο δυνατή κι ένιωθε πως κάτι την τραβούσε απ’ το λήθαργο.

Ξύπνησε απότομα κι η φωνή είχε πάψει πια να ακούγεται.  Άνοιξε γρήγορα το φως.  Κοίταξε δίπλα της ψάχνοντας  την ασφάλεια στον ήρεμο ύπνο εκείνου. Το μόνο όμως που είδε ήταν η λάμψη στα μάτια του  ακίνητα να την κοιτούν. Κι είδε τα χείλη του απ’ το μισάνοιχτο στόμα του να σχηματίζουν το τελευταίο φωνήεν του ονόματός της. Πριν ουρλιάξει νόμισε πως άκουσε σα ψίθυρο τη φωνή του που της ζητούσε να γυρίσει πίσω από το όνειρό της.

Εκείνος είχε αφήσει την τελευταία του πνοή στο μαξιλάρι δίπλα της. Εκείνος είχε αφήσει το τελευταίο γαμήλιο δώρο του μέσα στο συρτάρι της.

Στην τέταρτη γουλιά του καφέ της γύρισε στο σήμερα. Έβγαλε την κάρτα που της είχε γράψει τρεις μέρες πριν «Τριάντα χρόνια κι ακόμα το φιλί σου έχει την ίδια γεύση, Σ΄ευχαριστώ»

Έφερε στα αυτιά της τους στίχους που άκουσε πριν φύγει τρέχοντας απ΄την εκκλησία.

«Δεύτε τελευταίον ασπασμό…..» για τίποτα  στο κόσμο δεν ήθελε η ανάμνηση του τελευταίου τους φιλιού να έχει τη παγωμένη γεύση του θανάτου. –


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Egrapses

Η στήλη #egrapsa φιλοξενεί κείμενα όσων νιώθουν την ανάγκη να επικοινωνήσουν τις σκέψεις, τις απόψεις και τα συναισθήματά τους μέσω του γραπτού λόγου. Οι αναγνώστες μας σχολιάζουν την επικαιρότητα, διατυπώνουν τους προβληματισμούς τους και εκφράζουν τη δημιουργικότητα τους μέσα από μικρές ιστορίες.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;