Η γενιά των Beat, οραματιστές «δραπέτες»-Από την Ευτέρπη Λύχνου

Ένα νέο αμερικανικό λογοτεχνικό ρεύμα κάνει την εμφάνισή του το 1944, η λογοτεχνία της μπιτ γενιάς (beat generation) ή μπιτ λογοτεχνία, με επιδράσεις στην ποίηση και τη μουσική, το θέατρο, τη φωτογραφία, την ψυχολογία αλλά και τον τρόπο αντιμετώπισης της ζωής στο σύνολό της. Η αμερικανική λέξη «μπιτ» (beat) συναντάται αρχικά στην αργκό των ανθρώπων των τσίρκων, δηλώνοντας τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι εργαζόμενοι στα υπαίθρια θεάματα της δεκαετίας του 1930.

Συναντάται όμως και στον κόσμο των ναρκωτικών, για να δηλώσει τον «εξαπατημένο». Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου, στη Νέα Υόρκη ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να προσδιορίσει τους φτωχούς κι απελπισμένους ανθρώπους του περιθωρίου. Εκτός από αυτές τις σημασίες, ο όρος «beat» σχετίζεται και με τη μουσική και παρέπεμπε στον χτύπο και στον ρυθμό της τζαζ, η οποία ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την αισθητική πρόταση μιας ολόκληρης της γενιάς.

Όλα άρχισαν, όταν ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Τζακ Κέρουακ και ο Ουίλιαμ Μπάροουζ συναντήθηκαν στο πανεπιστήμιο Κολούμπια. Ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ άκουσε για πρώτη φορά τη λέξη beat από τον Χέρμπερτ Χάνκε, έναν αλήτη -και στη συνέχεια συγγραφέα- της Τάιμς Σκουέαρ, ο οποίος μύησε τον Μπάροουζ στην ηρωίνη. Για τον Χάνκε beat σήμαινε τον χαμένο, άγρυπνο, οξυδερκή, έκπτωτο, μοναχικό αλλά και σοφό αλήτη. Από τον Μπάροουζ, ο χαρακτηρισμός «μπιτ» πέρασε στον τότε πρωτοετή του πανεπιστημίου Κολούμπια, Άλεν Γκίνσμπεργκ και στον συγγραφέα φίλο του Τζακ Κέρουακ, ο οποίος βάφτισε μ’ αυτόν τον κύκλο των καλλιτεχνών που μοιράζονταν το «Νέο Όραμα» και προσδοκούσαν την Αναγέννηση, το ελευθέρωμα του αμερικανικού λόγου, των τεχνών αλλά και της ευρύτερης συνείδησης του αμερικανικού λαού.

Ο Τζακ Κέρουακ, μιλώντας στο «Esquire» τον Μάρτιο του 1958, δήλωσε: «Η Γενιά των Μπιτ ήταν ένα όραμα που είχαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’40, μιας γενιά “τρελών”, φωτισμένων χίπστερ που ξαφνικά ανατέλλουν και περιπλανώνται στην Αμερική αλητεύοντας, κάνοντας οτοστόπ παντού, ρακένδυτοι, μακάριοι, όμορφοι με έναν άσχημο, αλλά γοητευτικό τρόπο – ένα όραμα που αλιεύαμε από τον τρόπο που αντιλαμβανόμασταν τη λέξη “μπιτ” να μιλιέται στις γωνιές του δρόμου, στην Times Square και στο Village και στο κέντρο άλλων πόλεων τις νύχτες της μεταπολεμικής Αμερικής. Μπιτ σημαίνει να είσαι στην ψάθα, αλλά γεμάτος έντονα “πιστεύω”».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η γενιά των μπιτ ήταν γέννημα της αμερικανικής κοινωνίας που βίωνε την αλλοτρίωση με κύρια χαρακτηριστικά την ηθική και την πολιτική κρίση, τη δογματική σκλήρυνση και την κοινωνική αδικία, στοιχεία που οδηγούσαν σε ένα άκρως ολοκληρωτικό σύστημα. Οι μπιτ, όμως, αρνήθηκαν σθεναρά να συμμετάσχουν σε αυτό, αντέδρασαν μέσω της λογοτεχνίας, στράφηκαν ενάντια στον κονφορμισμό, τις παραδοσιακές αξίες, το κοινωνικό καθωσπρεπισμό και την καταναλωτική κοινωνία. Αμφισβήτησαν το αμερικανικό όνειρο και τον υλικό ευδαιμονισμό της δεκαετίας του ’50 και προχώρησαν τελικά μέσα σ’ αυτό το σύστημα γεμάτοι ανθρωπιστικές και ελευθεριακές ιδέες, όχι με στρατευμένη πολιτική άποψη, αντίθετα, διατυμπανίζοντας την πίστη στο Ιερό, νιώθοντας αποστροφή για κάθε κατεστημένη ιδέα και έννοια. Οι μπιτ ήταν εξαίρετοι ανθρωπιστές, ευπροσήγοροι μέντορες και είχαν βαθιά αντίληψη των πραγματικών όρων που οδηγούσαν την ανθρωπότητα στην παρακμή. Πρότυπό τους ήταν ο αισθητικός πνευματικός άνθρωπος που αποποιείται τη βία, την ισχύουσα ηθική και νομοθεσία, την εκκλησία, τον στρατό, την πολιτική -όσα, δηλαδή, η τέχνη καυτηρίαζε ανέκαθεν.

Για τους μπιτ η ποίηση δεν ήταν μόνο ένα πνευματικό δημιούργημα – ένα λογοτεχνικό αποτέλεσμα. Θεωρούσαν πως όφειλαν να μεταφέρουν την ποιητική αντίληψη στην καθημερινότητά τους, στον τρόπο ζωής τους, στις πράξεις τους, στις σχέσεις τους με τους άλλους. Η ποίηση για να είναι αυθεντική ήταν απαραίτητο να τη ζει, με όποιο κόστος, ο ίδιος ο ποιητής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκύψει η ιδέα της επιστροφής της ποίησης «στο πεζοδρόμιο». Τα έργα των ποιητών γίνονταν γνωστά πριν ακόμη κυκλοφορήσουν σε έντυπη μορφή, σε συνοικιακές καφετέριες και μπαρ που μετατράπηκαν σε ποιητικά στέκια. Μικροί ανεξάρτητοι εκδότες ξεφύτρωναν στηρίζοντας τη νέα τάση και δημιουργήθηκε ένα ανοιχτό δίκτυο επικοινωνίας μεταξύ της Δυτικής και της Ανατολικής Aκτής, με αποτέλεσμα μια ανοιχτή και μόνιμη επικοινωνία με το κοινό της ποίησης, ενώ και η αίσθηση της «κοινότητας» ήταν διάχυτη, ειδικά σε πόλεις, όπως η Νέα Υόρκη και το Σαν Φρανσίσκο.

Έτσι, η απόρριψη των κυρίαρχων αξιών του κόσμου, ο πειραματισμός με το σεξ και τα ναρκωτικά και ένα μεγάλο ενδιαφέρον για τις Ανατολικές θρησκείες σε συνδυασμό με τις δίκες των βιβλίων τους, για αισχρότητα και προσβολή της δημοσίας αιδούς, τους χάρισαν μια πρόωρη και απροσδόκητη φήμη, μια διασημότητα και πολύ σύντομα απέκτησαν, όχι απλά θαυμαστές των βιβλίων τους, αλλά ανθρώπους που ακολουθούσαν τον τρόπο ζωής που περιέγραφαν στα βιβλία τους. Έγιναν κατά κάποιο τρόπο ηδονιστές μποέμ που εξυμνούσαν την ανυπακοή, τον αυθορμητισμό και τη δημιουργικότητα. Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ δηλώνει σχετικά: «Ο όρος μ π ι τ είναι ο όρος που δόθηκε σε μια παρέα. Εμάς δεν μας πολυενδιέφερε να βαφτιστούμε κάπως. Άλλοι μας βάφτισαν. Είχαμε δύο επιλογές… Ή να χάσουμε τον χρόνο μας προσπαθώντας να απαλλαγούμε από την ταμπέλα ή να τη χρυσώσουμε!…».Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η γενιά των Μπιτ προανήγγειλε την πολιτιστική και σεξουαλική απελευθέρωση της δεκαετίας του 1960, ενέπνευσε αναμφισβήτητα το κίνημα των χίπηδων της δεκαετίας του 1970, καθώς και τις επαναστάσεις του Μάη του 1968.

Παράλληλα βέβαια, δεν έλλειψαν οι περιπτώσεις οπαδών που ήταν αδιάφοροι ή ανίκανοι να συλλάβουν το «νέο όραμα» που εισήγαγαν οι μπιτ και δημιούργησαν ένα ψευδο-πρότυπο που βρήκε πρόσφορο έδαφος στις αστικές περιοχές. Κατά συνέπεια, δε στάθηκε δυνατή η αποφυγή της ανόητης ειδωλοποίησης τους από δεκάδες αναγνωρισμένους «καλλιτέχνες» ή «οπαδούς» και τελικά ο αντίκτυπος αυτού του δημιουργικού ρεύματος στην αμερικανική κοινωνία δεν ήταν παρά ένας ανούσιος και άγονος, παρατεταμένος μιμητισμός, του οποίου η διάρκεια ήταν αντιστρόφως ανάλογη της αξίας του. Βέβαια γι’ αυτό έχει μεγάλη ευθύνη και η ίδια η «γενιά των μπιτ» που είχε και τη σκοτεινή της πλευρά.

Η ελευθερία δεν είχε πάντα θεμιτά αποτελέσματα. Εγκληματικότητα και τρέλα χαρακτήριζε τις πράξεις των μελών της οικογένειας των μπιτ, καθώς ο Κέρουακ, ο Γκίνσμπεργκ και ο Μπάροουζ είχαν νοσηλευτεί σε ψυχιατρικά νοσοκομεία από τα τριάντα τους. Ο Μπάροουζ πυροβόλησε τη γυναίκα του στο κεφάλι και την σκότωσε κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού στο Μεξικό, ενώ ήταν εθισμένος στα ναρκωτικά, με μικρά διαλείμματα, σε όλη του ζωή. Μια θαυμάστρια του Γκίνσμπεργκ, αυτοκτόνησε, όταν αυτός βρισκόταν στη Βομβάη το 1962.

Πολλοί από τους συγγραφείς της «γενιάς των μπιτ» πειραματίστηκαν με ψυχοτρόπες ουσίες, κυρίως παραισθησιογόνα, καταγράφοντας τις εμπειρίες τους στα έργα τους. Ωστόσο σήμερα έχει γίνει απόλυτα κατανοητό ότι η λογοτεχνία δε διαβάζεται με τα επιμελώς ατημέλητα ρούχα υπό την επήρεια κάποιας ουσίας και έχει γίνει αποδεκτό ότι αυτό το ρεύμα συνετέλεσε στη νεότερη, ολοκληρωμένη και αποσαφηνισμένη ενότητα των γραμμάτων της αμερικανικής παράδοσης.

Η αλήθεια είναι ότι οι μπιτ ποιητές και συγγραφείς επινόησαν ένα νέο εκφραστικό ρεύμα, δε μιμήθηκαν, δε συνέχισαν την παράδοση παρότι είχαν πολύ καλή γνώση της και έγιναν πρωταγωνιστές ενός βαθιά δημιουργικού αντίλογου με αυτή, χαρίζοντάς της μία περαιτέρω διάνοιξη, ώθηση και ροή. Ακολούθησαν τα βήματα του Ουόλτ Ουίτμαν, Ουίλλιαμ Μπλαίηκ, Αρτύρ Ρεμπώ, Αντονέν Αρτώ, Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς, και τα κινήματα του ντάντα και του υπερρεαλισμού και κατάφεραν στον καιρό τους να εισαγάγουν νέες τρόπους και νέες ιδέες· καινούργια τέχνη.

Ο τύπος του μπιτ άρχισε να αποτελεί και να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό φαινόμενο, αμέσως μετά την κυκλοφορία του μυθιστορήματος του Τζακ Κέρουακ «Στον Δρόμο» («On the road»,1951). Ο Τζακ Κέρουακ έγραψε το έργο αυτό μέσα σε τρεις πυρετώδεις βδομάδες, κάνοντας χρήση αμφεταμινών και πίνοντας τεράστιες ποσότητες καφέ, σε ένα ρολό χαρτιού μήκους 36,6 μέτρων, πάνω στο οποίο είναι δακτυλογραφημένο το κείμενο, χωρίς παραγράφους, ούτε κόμματα και άλλα σημεία στίξης!

Η κίνηση των μπιτ μεταφέρεται στη Δυτική Ακτή, όπου και στρέφεται γύρω από το βιβλιοπωλείο και εκδοτικό οίκο City Lights του Lawrence Ferlinghetti. Στο Σαν Φρανσίσκο ακολουθεί η διάσημη ανάγνωση του «Ουρλιαχτού» («Howl») από τον Γκίνσμπεργκ στο Six Gallery, στις 7 Οκτωβρίου του 1955. Το ποίημα αναφέρεται στα ναρκωτικά, το σεξ, την έκλυτη ζωή, το ποτό, τη φθορά, την τρέλα, αλλά και τη σχέση με το Θεό και πήρε τον τίτλο του από τον Τζακ Κέρουακ, μέσα σε μία απάντησή του προς το χειρόγραφο το οποίο του είχε στείλει ο Γκίνσμπεργκ.

Η συχνά παραληρηματική και ασθματική γραφή του Γκίνσμπερκ δεν είναι παρά μια κραυγή αγωνίας για μια γενιά που πνιγόταν από την υποκρισία και την ηθικολογία, που περίμενε στους διαδρόμους των ασύλων για μία συνεδρία θεραπείας. Πολύ γρήγορα το ποίημα αυτό έγινε ένα από τα εμβλήματα της γενιάς των Beat και, όπως ήταν αναμενόμενο, ακολούθησε η απαγόρευση της κυκλοφορίας του λόγω βωμολοχιών και μια σειρά από δίκες που έδωσαν στους Μπιτ ποιητές μια παράδοξη φήμη.
Μεταξύ 1957 και 1963 το Παρίσι γίνεται το κέντρο της δραστηριότητας της γενιάς των Μπιτ.

Το ξενοδοχείο του αριθμού 9 της rue Gît-Le-Cœur, Hotel Rachou, τότε ήταν ένα στέκι του μποέμ μεταπολεμικού Παρισιού και ο Γκίνσμπεργκ, ο Μπάροουζ, ο Κόρσο και άλλοι το είχαν μετατρέψει σε ένα εργαστήριο οπτικού και ηχητικού πειραματισμού. Εκεί ο Μπάροουζ έγραψε το «Γυμνό Γεύμα» και ο Αγγλοκαναδός συγγραφέας και ζωγράφος, Μπράιαν Γκίζιν, εφηύρε την τεχνική του λεγόμενου cut-up· πρόκειται για ένα είδος κολάζ, με το οποίο μπορεί κανείς να αναδιευθετεί ένα κείμενο με πολλούς τρόπους, μια τεχνική που τη χρησιμοποίησε ο Μπάροουζ στο γράψιμό του.

Ως συγγραφείς οι beat πειραματίζονταν με τη φόρμα και έγραφαν για συγκεκριμένα θέματα –ιδιαίτερα αμφιλεγόμενα και περιθωριακά για την εποχή τους. Οι ιστορίες τους αποτελούσαν μια ξέφρενη συνήθως κατάβαση στα έγκατα των πιο τρελών εμμονών, της λαγνείας, του σεξ, των ναρκωτικών, του αλκοόλ, της τέχνης, και της αδυσώπητης μοναξιάς. Προτιμούσαν την εικονοκλαστική, περιεκτική, αιχμηρή, γρήγορη και ρυθμική γραφή, γι’ αυτό και η πλοκή των περισσότερων βιβλίων τους αποτελείται από επεισόδια που διαδέχονται καταιγιστικά το ένα το άλλο και που το ένα διακόπτει το άλλο σαν αιφνίδια αστραπή ή έκλαμψη στο μυαλό του αφηγητή. Σαστίζει ο αναγνώστης με τις ακρότητες στα λόγια, αλλά και στις πράξεις, καθώς και με το χιούμορ που αναμιγμένο με τη στωικότητα δημιουργεί ατέρμονες συζητήσεις δίχως αρχή και τέλος.

Ο Νάνος Βαλαωρίτης σε συνέντευξή του (7-3-2010) δήλωσε για το κίνημα των beat: «Οι Beat ανοίξανε ένα δρόμο. Και έχει ενδιαφέρον ότι τον δρόμο τον άνοιξαν οι Αμερικάνοι και όχι οι Ευρωπαίοι. Διότι οι Αμερικάνοι έχουν μία αμεσότητα στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα πράγματα, η οποία μπορεί να φαίνεται απλοϊκή και καμιά φορά μας σοκάρει, αλλά κόβουν το Γόρδιο δεσμό της προηγούμενης γενιάς.

Ο μοντερνισμός του Ελιοτ, του Οντεν και των Άγγλων γενικότερα, είχε φτάσει σε ένα αδιέξοδο και είχε γίνει πολύ εσωστρεφής. Οι Beat έκαναν μία μεγάλη τομή, ιδίως ο Ginsberg, ο Corso, και ο Kerouac, διότι χρησιμοποίησαν την προφορική γλώσσα του δρόμου και γράψαν ποιήματα που ήταν πολύ πιο άμεσα. Αυτό με γοήτευσε και με ανακούφισε. Διότι ήμασταν κι εμείς δεμένοι με τους δικούς μας ποιητές του ’30, οι οποίοι ήταν επίσης πολύ αυτοτελείς και κλειστοί.

Πώς θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει έναν Σεφέρη ή τον Ελύτη; Αισθάνθηκα ότι οι Beat μας δίνουν τη φωνή τους για τις εμπειρίες μας τις οδυνηρές, την ταλαιπωρία που περάσαμε, τη στειρότητα, την υποταγή σε φοβερούς νόμους μοντερνισμού και σε βαριές προσωπικότητες».


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Egrapses

Η στήλη #egrapsa φιλοξενεί κείμενα όσων νιώθουν την ανάγκη να επικοινωνήσουν τις σκέψεις, τις απόψεις και τα συναισθήματά τους μέσω του γραπτού λόγου. Οι αναγνώστες μας σχολιάζουν την επικαιρότητα, διατυπώνουν τους προβληματισμούς τους και εκφράζουν τη δημιουργικότητα τους μέσα από μικρές ιστορίες.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;