Τα φτερά του κούκου της Ελένης Λαμπράκου

Τα φτερά του κούκου

Ήταν ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό για το ¨δάσος της ευφορίας¨. Όλα τα πουλάκια βρήκαν την ευκαιρία να διασκεδάσουν, πετώντας, χαρούμενα και ξέγνοιαστα ανάμεσα στα πανύψηλα και καταπράσινα δέντρα. Όλα έδειχναν τόσο όμορφα και η ευτυχία βρισκόταν παντού· σε κάθε τιτίβισμα, σε κάθε θρόισμα των φύλλων, σε όλο το δάσος απ’ άκρη σ’ άκρη.
Και όμως, ανάμεσα σε όλα αυτά τα χαρούμενα πλάσματα, υπήρχε ένα και μοναδικό σπουργίτι που δεν ήταν καθόλου χαρούμενο. Τα υπόλοιπα πουλιά δεν το έκαναν παρέα, γιατί δε μπορούσε να πετάξει μαζί τους, ούτε κατοικούσε στις φωλιές των πουλιών που ήταν χτισμένες ψηλά στα δέντρα. Βλέπετε, είχε γεννηθεί με τόσο μικρά φτερά που δεν του επέτρεπαν να πετάξει και έτσι ήταν καταδικασμένο να ζει για πάντα μόνο και καθηλωμένο στη γη. Το σπίτι του ήταν μια μικρή κουφάλα δέντρου· χαμηλά στο έδαφος και φίλους δεν είχε. Τα άλλα ζώα του δάσους τον φώναζαν Κούκο, γιατί αν και σπουργίτης ήταν πάντα μόνος σαν τον Κούκο.
Για τον Κούκο, εκείνες οι ηλιόλουστες μέρες ήταν οι χειρότερες της ζωής του. Ήθελε τόσο πολύ να πετάξει μαζί με τα υπόλοιπα σπουργίτια και ζήλευε που δε μπορούσε . Ήθελε να νιώσει χαρούμενος και ανέμελος, αλλά μάταια.
Το μόνο που του είχε απομείνει ήταν να χαζεύει τα άλλα πουλιά και να φαντάζεται τον εαυτό του ανάμεσα τους. Ονειρευόταν πως ήταν ο πιο γρήγορος και πως τα υπόλοιπα πουλιά τον θαύμαζαν για την ταχύτητα του και τα μεγάλα του φτερά.
Έτσι και εκείνη την ημέρα· σήκωσε το κεφάλι του προς τον ουρανό και πετούσε με τη φαντασία του, μέχρι που τον ¨ξύπνησε¨ μια φωνή…
– Που ταξιδεύεις;
Ο Κούκος άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε μπροστά του μια πανέμορφη και κατάξανθη νεραΐδα. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό και προσπάθησε να απαντήσει αλλά είχε χάσει τα λόγια του.
– Να εγώ… εμ, κάθομαι και κοιτάω τα πουλιά που πετούν.
– Εσύ γιατί δεν πετάς μαζί τους;
– Μα δε βλέπεις τα φτερά μου; Είναι τόσο μικρά που δε μπορώ να πετάξω.
– Δείχνεις πολύ στεναχωρημένος αλλά δε θα έπρεπε να είσαι.
– Πώς να μην είμαι; Γεννήθηκα σπουργίτι και δε μπορώ να ανοίξω τα φτερά μου σαν τα άλλα πουλιά και να πετάξω μακριά. Είμαι αναγκασμένος να βρίσκομαι πάντα κολλημένος στο έδαφος.
– Ναι αλλά έχεις δύο πόδια και τόσους φίλους εδώ κάτω που θα μπορούσαν να σε κάνουν ευτυχισμένο. Κοίτα τη χελώνα, το σκουλήκι και τον σκαντζόχοιρο τι ωραία παρέα που κάνουν. Γιατί δεν πας να τους μιλήσεις και κάθεσαι μόνος;
– Δε θέλω. Αν δε μπορώ να κάνω παρέα με τα πουλιά και να πετώ μαζί τους, προτιμώ να είμαι μόνος.
– Θες να μου πεις πως δεν έχεις φίλους;
– Όχι κανέναν.
– Αλήθεια, πως σε λένε;
– Κούκο.
– Αστείο όνομα για σπουργίτι, είπε η νεράιδα χαμογελώντας. Και συνέχισε:
– Εμένα με λένε Ελπίδα.
– Εσύ έχεις πολύ ωραίο όνομα.
– Κοίτα Κούκο, εγώ μπορώ να σε βοηθήσω, με το μαγικό μου ραβδί, να αποκτήσεις τα πιο όμορφα και τα πιο μεγάλα φτερά, που όλα τα πουλιά θα ζηλέψουν, αλλά για να το κάνω αυτό, πρέπει πρώτα να κάνεις εσύ κάτι για μένα.
– Τι; Τι πρέπει να κάνω; Θα κάνω ό,τι μου πεις, αρκεί να πετάξω.
– Πρέπει να κάνεις παρέα με τη χελώνα, το σκουλήκι και τον σκαντζόχοιρο για μια εβδομάδα ολόκληρη. Θέλω να γίνετε φίλοι. Κάνε αυτό που σου είπα και σε μια εβδομάδα ακριβώς, την ίδια ώρα θα είμαι εδώ και θα τηρήσω την υπόσχεση μου.
Η νεράιδα εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω της ένα σύννεφο χρυσόσκονης που σιγά σιγά χάθηκε. Ο κούκος άρχισε να αναρωτιέται, αν την είχε δει πραγματικά ή αν η επιθυμία του να πετάξει ήταν τόσο μεγάλη, που την ονειρεύτηκε. Όμως έπρεπε να δείξει εμπιστοσύνη στα μάτια του. Την είχε δει. ‘Ήταν ολοζώντανη μπροστά του. Ναι, αυτή η νεραΐδα που την έλεγαν Ελπίδα ήταν πέρα για πέρα αληθινή και δεν είχε καθόλου χρόνο για αμφιβολίες. Έπρεπε να αναλάβει δράση το συντομότερο.
Για πρώτη φορά στη ζωή του ήταν τόσο ευτυχισμένος, που καθώς πλησίαζε τα τρία ζωάκια, τραγουδούσε όπως δεν είχε τραγουδήσει ποτέ ξανά. Τόσο δυνατή ήταν η φωνή του που η χελώνα ξύπνησε από τον μεσημεριανό ύπνο που είχε πάρει.
– Ει εσύ! Γιατί κάνεις τόση φασαρία; Τον ρώτησε καθώς τεντωνόταν για να ξεπιαστεί.
– Συγγνώμη, δεν ήθελα να σε ξυπνήσω, απάντησε ο Κούκος.
– Πρώτη φορά τραγουδάς έτσι. Πρέπει κάτι πολύ σπουδαίο να σου συνέβη.
Ο Κούκος δεν ήθελε να της πει την αλήθεια· δεν έπρεπε να αποκαλύψει τον σκοπό του και έτσι έδωσε μια γρήγορη απάντηση δίχως να την καλοσκεφτεί:
– Τίποτα δε συνέβη, απλά ήθελα να τραγουδήσω. Αλήθεια, γιατί είσαι μόνη σου; Που είναι οι φίλοι σου· ο σκαντζόχοιρος και το σκουλήκι;
– Έχουν πάει μια βόλτα. Συνήθως δεν αργούν πολύ. Όπου να ναι θα έρθουν. Α, να έρχονται!
Όταν οι δύο φίλοι ήρθαν κοντά, απόρησαν που είδαν τον Κούκο να κάθεται με τη φίλη τους τη χελώνα, γιατί γνώριζαν πως ο μικρός σπουργίτης, δεν καταδεχόταν να κάνει παρέα με τα υπόλοιπα ζώα που κατοικούσαν στο έδαφος. Αυτή τη φορά όμως ο Κούκος έδειχνε πού φιλικός και έγιναν γρήγορα μια όμορφη παρέα.

Advertisement

Οι τρεις φίλοι άρχισαν να μιλούν μαζί με τον Κούκο και να γελούν. Έλεγαν διάφορες ιστορίες μέχρι που τους πήρε η νύχτα και από τις φωνές τους τα υπόλοιπα ζώα του δάσους δε μπορούσαν να κοιμηθούν.

– Σουτ επιτέλους! Θέλουμε να κοιμηθούμε! Ακούστηκε μια δυνατή φωνή.
– Πω πω! πήγε αργά, νύσταξα και εγώ. Πάω για ύπνο, πριν μας πάρουν στο κυνήγι, είπε το σκουλήκι.
– Περίμενε, έρχομαι και εγώ, ακολούθησε ο σκαντζόχοιρος.
– Άντε πάμε και εμείς, είπε η χελώνα στον Κούκο.
– Εντάξει, θα τα πούμε αύριο, απάντησε ο Κούκος.
Ο Κούκος δεν πήγε αμέσως στη φωλιά του, αλλά έμεινε να κοιτάει τη χελώνα να απομακρύνεται. Έκανε έναν αναστεναγμό και ύστερα πήγε και εκείνος για ύπνο. ¨Για φαντάσου¨, σκέφτηκε, ¨τι ωραία που πέρασα σήμερα¨ και με ένα γλυκό χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη του αποκοιμήθηκε.
Την επόμενη μέρα, ο μικρός σπουργίτης, ξύπνησε πριν καλά καλά ξημερώσει. Χωρίς να χάσει χρόνο, πήγε έξω από τις φωλιές των νέων του φίλων, τραγουδώντας τόσο δυνατά που ήταν αδύνατο να μην τους ξυπνήσει. Από τις φωνές του ξύπνησε πρώτα ο σκαντζόχοιρος που βγήκε έξω ενώ χασμουριόταν:
– Μα τι φασαρία είναι αυτ…
Χωρίς να καταφέρει να ολοκληρώσει την φράση του, ο Κούκος φώναζε με ενθουσιασμό:
– Άντε ξυπνήστε! Πάμε πάνω στον λόφο να δούμε την ανατολή!
– Τρελάθηκες; Ακόμα είναι νύχτα! Απάντησε η χελώνα που βγήκε από την φωλιά της με μισόκλειστα μάτια.
– Δεν είναι νύχτα! Όπου να ΄ναι ξημερώνει. Πουλί είμαι και ξέρω! Άντε πάμε να δούμε την ανατολή. Την έχετε δει ποτέ;
– Όχι και ούτε θέλω, είπε νυσταγμένο το σκουλήκι καθώς έβγαινε και αυτό από τη φωλιά του.
– Μη μου το χαλάτε, πάμε να δούμε την Ανατολή και δε θα χάσετε. Εγώ το κάνω κάθε μέρα. Ελάτε, σας παρακαλώ! Θα είναι υπέροχα, το υπόσχομαι!
Οι τρεις φίλοι κοιτάχτηκαν και μη μπορώντας να αποφύγουν τον Κούκο, αποφάσισαν να πάνε μαζί του.
Στο δρόμο για τον λόφο, οι τέσσερις πλέον φίλοι, γελούσαν και μιλούσαν ασταμάτητα και χωρίς να το καταλάβουν, έφτασαν στον προορισμό τους, πάνω στην ώρα που έβγαινε ο ήλιος. Ήταν τόσο μαγευτικό το θέαμα που έμειναν όλοι με το στόμα ανοιχτό και ο Κούκος ένιωσε πολύ υπερήφανος γι΄αυτό.
Από εκείνη την ημέρα, οι τέσσερις τους, είχαν γίνει αχώριστοι. Κάθε πρωί, πήγαιναν στον λόφο και έβλεπαν την ανατολή, έτρωγαν παρέα, έκαναν βόλτες στο δάσος και έλεγαν ιστορίες για άγρια ζώα, γελούσαν με την ψυχή τους και έπαιζαν ως τη νύχτα που θα πήγαιναν εξαντλημένοι για ύπνο.
Έτσι, οι μέρες πέρασαν και ήρθε η ώρα να εμφανιστεί η νεραΐδα, όπως και έγινε. Ήταν εκεί στην ώρα της, έλαμπε ολόκληρη και φαινόταν πολύ χαρούμενη. Όταν έφτασε ο Κούκος την βρήκε ήδη εκεί να τον περιμένει.
– Γεια σου Ελπίδα, είπε ο Κούκος χαμηλώνοντας το βλέμμα στο έδαφος.
– Γεια σου Κούκο. Λοιπόν; Για πες μου. Έκανες αυτό που σου είπα;
– Ναι το έκανα.
– Αυτό είναι υπέροχο! Άρα πέτυχες τον σκοπό σου. Ήρθε η ώρα να αποκτήσεις τα πιο ωραία φτερά που θα ζηλεύουν όλα τα πουλιά του δάσους. Μα για στάσου! Εσύ φαίνεσαι λυπημένος. Τι σου συμβαίνει; Ρώτησε η νεραΐδα.
– Ε… τίποτα ή μάλλον κάτι έχω αλλά δεν ξέρω πώς να στο πω.
– Εσύ θα με σκάσεις! Πες μου επιτέλους!
– Να, η αλήθεια είναι πως δε θέλω να αποκτήσω πλέον φτερά, είπε ο Κούκος διστακτικά.
– Και γιατί άλλαξες γνώμη;
– Γιατί δε θέλω να προδώσω τους φίλους μου. Όλες αυτές οι μέρες που πέρασα μαζί τους ήταν οι ωραιότερες της ζωής μου. Είμαι ευτυχισμένος, δε μπορώ να τους χάσω.
Η νεραΐδα χαμογέλασε και απάντησε:
– Είδες λοιπόν γιατί σου ζήτησα να κάνεις παρέα με τα τρία ζωάκια; Ήθελα να σου δώσω μια ευκαιρία να καταλάβεις πως η ευτυχία είναι πιο κοντά από όσο νομίζουμε. Την έψαχνες στον ουρανό και εκείνη ήταν ακριβώς δίπλα σου. Λοιπόν, Κούκο, δε με χρειάζεσαι πλέον. Καλή τύχη φίλε μου! Είπε η νεραΐδα και ύστερα εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω της ένα σύννεφο χρυσόσκονης…

Advertisement

SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG