Ο βασιλιάς και οι χτίστες του Yakoump

 

Ο βασιλιάς και οι χτίστες Να σας πω μια ιστορία; Είπατε «ναι»; Ακούστε, λοιπόν.
Σε μια μακρινή χώρα βασίλευε κάποτε ένας βασιλιάς που ήταν μόνος στον κόσμο, χωρίς
γυναίκα και παιδιά. Του άρεζε να ζει μέσα στη χλιδή, χωρίς να κάνει καμιά δουλειά, παρά μόνο
να δίνει διαταγές στους υπηρέτες του. Καθισμένος σε αναπαυτικά μαξιλάρια μέσα στη μεγάλη
και πολυτελή αίθουσα του θρόνου, ρέμβαζε ολημερίς κοιτώντας έξω από τα μεγάλα παράθυρα
του παλατιού. Φθάνοντας στα πρόθυρα των γηρατειών θέλησε να κάνει κάτι για το οποίο θα τον
θυμούνταν οι επόμενες γενιές, κάτι για το οποίο θα τον έγραφε η Ιστορία.
– «Θα κάνω έναν πόλεμο! Θα επιτεθώ στους γειτονικούς λαούς και θα μείνω στην Ιστορία
ως φοβερός πολέμαρχος», είπε μια μέρα στον υπασπιστή του.
– «Ο πόλεμος, βασιλιά μου, φέρνει καταστροφές και τραγωδίες. Θα θέλατε να μείνετε
στην Ιστορία γι’ αυτό;» προσπάθησε να του αλλάξει τα μυαλά ο σοφός υπασπιστής του.
– «Μα τόσοι βασιλιάδες έγραψαν σελίδες δόξας στην Ιστορία επειδή κέρδισαν πολέμους
και μάχες», είπε ο βασιλιάς.
– «Οι εχθροί μας, βασιλιά μου, είναι πολλοί και το ατσάλι των σπαθιών τους είναι πιο
σκληρό από το ατσάλι των δικών μας σπαθιών, έχουν άλογα ακούραστα και ανίκητα
κανόνια· ας ζήσουμε ειρηνικά μαζί τους», τον συμβούλευε ο υπασπιστής του.
– «Τότε θα στείλω τα καράβια μου να ανακαλύψουν νέους τόπους, ίσως κάποιο νησί, το
οποίο θα πάρει το όνομά μου», είπε ο βασιλιάς.
– «Βασιλιά μου, δεν υπάρχουν πλέον μυστηριώδεις και ανεξερεύνητοι τόποι στον κόσμο
αυτό. Δεν υπάρχει ούτε μια κουκίδα γης που να μην έχει πατήσει το πόδι του ο
άνθρωπος», μουρμούρισε ο υπασπιστής του.
Ο βασιλιάς κατάλαβε πως ο υπασπιστής του είχε σε όλα δίκιο και γι’ αυτό δεν είπε τίποτε άλλο.
Κάποια μέρα ήρθαν στο βασίλειο του οι χτίστες. Οι χτίστες ταξίδευαν σ’ όλο τον κόσμο
χτίζοντας κάστρα και πύργους, πελώρια παλάτια, εκκλησίες με τρούλος και τζαμιά με ψηλούς
μιναρέδες, μύλους, γεφύρια, αλλά και σπίτια αρχοντικά και επαύλεις. Όπου κι αν πήγαιναν για
να δουλέψουν όλοι τους σέβονταν, γιατί ήταν άνθρωποι εργατικοί και τίμιοι, άνθρωποι που τα

Advertisement

μάτια τους είχαν δει πολλά αφού είχαν γνωρίσει κάθε γωνιά του κόσμου και είχαν πλουτίσει με
όλη τη σοφία του.
Ο αρχιμάστορας των χτιστών πήγε στο παλάτι και παρουσιάστηκε μπροστά στον βασιλιά.
Έβγαλε την τραγιάσκα του και αφού υποκλίθηκε, είπε:
– «Βασιλιά μου, είμαι ο αρχηγός των χτιστών και ήρθα για να υποβάλλω τα σέβη μου και
να ρωτήσω την Μεγαλειότητά Σας, αν επιθυμεί να της χτίσω κάτι».
Ο βασιλιάς αφού σκέφτηκε λίγο, απάντησε:
– «Θέλω να μου χτίσεις τον ψηλότερο πύργο του κόσμου».
– «Η επιθυμία σας είναι διαταγή μου, Μεγαλειότατε», είπε ο αρχιμάστορας και υποκλίθηκε
και πάλι.
Ο αρχιμάστορας και οι χτίστες την άλλη μέρα έζεψαν τα βόδια στα κάρα τους κι ανέβηκαν στο
βουνό για να μαζέψουν πέτρες, πήγαν ως το δάσος για να φέρουν ξύλα και στο ποτάμι για να
φέρουν άμμο. Κι όταν με πολύ κόπο κουβάλησαν όλα αυτά τα υλικά, οι χτίστες αμέσως
ρίχτηκαν στη δουλειά. Σε πολύ λίγο χρόνο πύργος του βασιλιά θεμελιώθηκε και μέρα με την
μέρα ψήλωνε και ψήλωνε, ώσπου μια μέρα υψώθηκε πιο ψηλά και από τον ψηλότερο πύργο του
κόσμου.
Κάθε πρωί ο βασιλιάς εμφανιζόταν στο μπαλκόνι στην κορυφή του πύργου. Και ήτανε πολύ
κομψός και αρχοντικός. Το ύψος του μπαλκονιού και το σοβαρό ύφος του τον έκαναν να μοιάζει
με σπουδαίο και ισχυρό άνδρα. Φορούσε την επίσημη στολή του· εκείνη που ήταν από κόκκινο,
κατακόκκινο καλό ύφασμα, με τις γυαλιστερές επωμίδες και τα σιρίτια, το πηλίκιο με το λοφίο,
τη γαλάζια φαρδιά ζώνη με το φρεσκογυαλισμένο σπαθί του και με τα παράσημα στο στήθος. Οι
υπήκοοι του τη μέρα που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο μπαλκόνι, ξαφνιάστηκαν όταν τον
είδαν. Η αλήθεια είναι πως έβλεπαν τον βασιλιά τους μόνο μια φορά το χρόνο στην παρέλαση
την ημέρα της εθνικής γιορτής. Κι εκείνη η μέρα δεν ήταν η εθνική γιορτή. Χωρίς να τους το πει
κανείς, κοντοστάθηκαν και τον χαιρέτησαν με μια βαθιά κλίση του κεφαλιού. Ο βασιλιάς
αντιχαιρέτησε με τον ίδιο τρόπο και με ένα ελαφρύ χαμόγελο. Αργότερα άλλαξε τον χαιρετισμό

Advertisement

του χαιρετώντας με ένα νεύμα του κεφαλιού, γιατί ένας βασιλιάς δεν κάνει ποτέ υπόκλιση. Οι
υπήκοοι του ξαναέσκυβαν το κεφάλι και τότε το χαμόγελο του βασιλιά γινόταν πιο πλατύ.
Περνούσαν οι μέρες και οι μήνες και ο βασιλιάς κάθε πρωί εμφανιζόταν στο μπαλκόνι του
πύργου για να χαιρετήσει τους υπηκόους του. Και δεν κουραζόταν καθόλου να το κάνει αυτό,
γιατί, όπως σας είπα και πριν, του άρεζε να ρεμβάζει και να μην κάνει καμία δουλειά. Και
ένιωθε ευτυχισμένος. «Να κάτι για το οποίο θα με θυμούνται οι επόμενες γενιές, κάτι για το
οποίο θα με γράψει η Ιστορία», έλεγε όλος υπερηφάνεια στον εαυτό του.
Μετά από λίγα χρόνια ήρθαν στο βασίλειο του και πάλι οι χτίστες.
Ο αρχιμάστορας των χτιστών πήγε στο παλάτι και παρουσιάστηκε μπροστά στον βασιλιά.
Έβγαλε την τραγιάσκα του και αφού υποκλίθηκε, είπε:
– «Βασιλιά μου, είμαι ο αρχηγός των χτιστών και ήρθα για να υποβάλλω τα σέβη μου και
να ρωτήσω την Μεγαλειότητά Σας, αν επιθυμεί να της χτίσω κάτι».
Ο βασιλιάς αφού σκέφτηκε λίγο, απάντησε:
– «Θέλω ο πύργος να γίνει ακόμη πιο ψηλός».
– «Η επιθυμία σας είναι διαταγή μου, Μεγαλειότατε», είπε ο αρχιμάστορας και υποκλίθηκε
και πάλι.
Ο αρχιμάστορας και οι χτίστες την άλλη μέρα έζεψαν τα βόδια στα κάρα τους κι ανέβηκαν στο
βουνό για να μαζέψουν πέτρες, πήγαν ως το δάσος για να φέρουν ξύλα και στο ποτάμι για να
φέρουν άμμο. Κι όταν με πολύ κόπο κουβάλησαν όλα αυτά τα υλικά, οι χτίστες αμέσως
ρίχτηκαν στη δουλειά. Και πύργος του βασιλιά έγινε ακόμη πιο ψηλός.
Κάποιες μέρες η κορυφή του πύργου κρυβόταν ανάμεσα στα σύννεφα που ταξίδευαν
παιχνιδιάρικα γύρω του. Άλλες μέρες, η κορυφή του πύργου τρυπούσε κάποιο σύννεφο,
περνούσε μέσα από αυτό και το σύννεφο διαλυόταν για να γίνει ένα με τον ουρανό. Όταν είχε
γκρίζα συννεφιά, η κορυφή του πύργου δεν φαινόταν. Οι υπήκοοι του βασιλείου σήκωναν το
βλέμμα τους και κοιτούσαν προσεκτικά προσπαθώντας να δουν τον βασιλιά που στεκόταν στο
μπαλκόνι για να υποκλιθούν. Όμως αυτά εκεί αμετακίνητα, στέκονταν στο ίδιο σημείο, σαν από

Advertisement

πείσμα, για να μην τους αφήσουν να τον δουν. Ωστόσο οι υπήκοοι, καλού κακού, έσκυβαν το
κεφάλι. Μερικές φορές μπορούσαν να τον δουν και φαινόταν τόσος δα από χαμηλά. Υπήρχαν
όμως και τα φωτεινά καλοκαιριάτικα μεσημέρια. Αυτές τις μέρες η μυτερή κορυφή του έπαιζε
με τον ήλιο. Οι υπήκοοι και πάλι υποκλίνονταν χωρίς να έχουν δει τον βασιλιά, γιατί αν
κοιτούσαν ψηλά ο ήλιος θα τους τύφλωνε.
Μετά από λίγα χρόνια ήρθαν στο βασίλειο του και πάλι οι χτίστες.
Ο αρχιμάστορας των χτιστών πήγε στο παλάτι και παρουσιάστηκε μπροστά στον βασιλιά.
Έβγαλε την τραγιάσκα του και αφού υποκλίθηκε, είπε:
– «Βασιλιά μου, είμαι ο αρχηγός των χτιστών και ήρθα για να υποβάλλω τα σέβη μου και
να ρωτήσω την Μεγαλειότητά Σας αν επιθυμεί να της χτίσω κάτι».
Ο βασιλιάς αφού σκέφτηκε λίγο, απάντησε:
– «Θέλω ο πύργος να γίνει ακόμη πιο ψηλός».
– «Η επιθυμία σας είναι διαταγή μου, Μεγαλειότατε», είπε ο αρχιμάστορας και υποκλίθηκε
και πάλι.
Ο αρχιμάστορας και οι χτίστες την άλλη μέρα έζεψαν τα βόδια στα κάρα τους κι ανέβηκαν στο
βουνό για να μαζέψουν πέτρες, πήγαν ως το δάσος για να φέρουν ξύλα και στο ποτάμι για να
φέρουν άμμο. Κι όταν με πολύ κόπο κουβάλησαν όλα αυτά τα υλικά οι χτίστες αμέσως ρίχτηκαν
στη δουλειά. Και πύργος του βασιλιά έγινε πανύψηλος.
Ο πύργος ήταν τώρα τόσο ψηλός που, όταν υπήκοοι του βασιλείου κοιτούσαν προς τα πάνω,
νόμιζαν πως η κορυφή του πλησίαζε τον ουρανό. Και φυσικά δεν μπορούσαν να δουν τον
βασιλιά. Αλλά και ο βασιλιάς δεν μπορούσε να δει τους υπηκόους του από εκεί ψηλά. Έτσι οι
υπήκοοι του με τον καιρό έπαψαν να υποκλίνονται, όταν περνούσαν μπροστά από τον πύργο.
Και αυτό γιατί σκέφτονταν πως, αφού αυτοί δεν μπορούσαν να δουν τον βασιλιά, αρά κι αυτός
δεν μπορούσε να τους δει.
Μετά από λίγα χρόνια βασιλιάς πέθανε. Πέθανε στο μπαλκόνι του πύργου την ώρα που κοίταζε
τον ήλιο να δύει μέσα στη θάλασσα. Όπως σας είπα και πριν, ο βασιλιάς ήταν μόνος στον

κόσμο, χωρίς γυναίκα και παιδιά, και γι’ αυτό δεν τον διαδέχτηκε κανένας στο θρόνο. Το
βασίλειο έμεινε χωρίς βασιλιά. Ο πύργος τότε ρήμαξε και κάποτε ένας ισχυρός σεισμός τον
γκρέμισε συθέμελα μαζί με το παλάτι. Αν και οι χτίστες τον έχτισαν με περισσή τέχνη και
μαστοριά για να είναι γερός και σταθερός, ο πύργος δεν άντεξε. Μέσα σε ένα λεπτό είχε γίνει
ένας τεράστιος σωρός από πέτρες. Οι υπήκοοι του βασιλείου, αφού πέρασαν μερικά χρόνια,
αποφάσισαν να μαζέψουν τα συντρίμμια και εκεί που ήταν κάποτε χτισμένος ο πύργος και το
παλάτι, να φτιάξουν μια μεγάλη πλατεία με πάρκο και σιντριβάνι και αγάλματα.
Με τα χρόνια οι υπήκοοι του βασιλείου ξέχασαν τον βασιλιά τους. Ανάμεσα στα αγάλματα της
πλατείας δεν υπήρχε κανένας ανδριάντας του για να τους τον θυμίζει. Οι επόμενες γενιές δεν
άκουσαν τίποτα γι’ αυτόν. Το όνομά του δεν γράφτηκε σε κανένα βιβλίο ιστορίας και είμαι
σίγουρος πως κι εσείς δεν θα μαθαίνατε τίποτα γι’ αυτόν, αν δεν σας έλεγα εγώ την ιστορία τ


SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG