“Ξημερώματα Παρασκευής” της Πένυ Καππάτου

Σήμερα είναι Παρασκευή. Η Παρασκευή είναι πάντα η αγαπημένη μου μέρα. Είναι η τελευταία μέρα μιας ακόμη βαρετής εβδομάδας στη δουλειά. Οι ώρες κυλούν πιο γρήγορα, οι συζητήσεις είναι πιο ζωηρές, όλοι μοιάζουν ευδιάθετοι και χαμογελούν μιλώντας για τα σχέδιά τους για το Σαββατοκύριακο, ενώ το άγχος και η ακεφιά των προηγούμενων ημερών έχει πάει περίπατο. Το βλέμμα μου τρέχει κάθε τόσο στο ρολόι που είναι περασμένο στο χέρι μου, περιμένοντας πώς και πώς οι δείκτες να σχηματίσουν την πολυπόθητη ευθεία γραμμή, να φτάσει η ώρα έξι, να φύγω από το γραφείο και να χαρώ επιτέλους το διήμερο.          Σήμερα όμως είναι μια διαφορετική Παρασκευή. Σήμερα δεν πήγα για δουλειά, ζήτησα άδεια. Γιατί έχω κάτι πολύ πιο σημαντικό να κάνω.

Δεν έχει καλά καλά ξημερώσει ακόμα. Τα φώτα στους δρόμους της πόλης είναι αναμμένα, σπάζοντας με το ασθενικό κιτρινωπό φως τους το βελούδινο μπλε του ουρανού που σαν να έχει αρχίσει κάπως να ξεθωριάζει. Κυκλοφορούν ακόμη λιγοστά αυτοκίνητα και μερικοί πεζοί που με τον καφέ στο χέρι καταβάλλουν προσπάθεια να μη δείχνουν αγουροξυπνημένοι. Ο πολύς κόσμος όμως μόλις τώρα ξυπνά κι ετοιμάζεται να πάει στη δουλειά του.

Επιτέλους στο βάθος του δρόμου φαίνεται ένα λεωφορείο να πλησιάζει. Μισοκλείνω τα μάτια για να διακρίνω καθαρά τα φωτεινά νούμερα στο μπροστινό του μέρος. Ναι, μου κάνει. Ανεβαίνω με μερικούς ακόμα που έχουν μαζευτεί στη στάση μπροστά από την έξοδο του μετρό. Ξεκινάμε. Περνάμε λεωφόρους, γέφυρες κι Εκκλησίες. Και φτάνουμε στην Πλατεία Ελευθερίας. Παράξενο. Άλλες φορές αυτή η διαδρομή μού φαινόταν ατελείωτη. Τώρα όμως φτάσαμε πολύ γρήγορα. Τι ζαβολιάρης που είναι ο χρόνος τελικά! Όταν θέλεις να σταματήσει, να παγώσει για πάντα, τότε είναι που τρέχει με όλες του τις δυνάμεις, σαν να σου παίζει ένα άσχημο παιχνίδι για να γελάσει μαζί σου όταν θα έχεις χάσει πανηγυρικά.

Κατεβαίνω από το λεωφορείο και κοιτάζω γύρω μου μ’ ένα σφίξιμο στο στομάχι. Στο περίπτερο από όπου παίρναμε σοκολάτες με γέμιση «φραούλα» (όπως συνήθιζες να αποκαλείς το αγαπημένο σου φρούτο), ένας άντρας διαβάζει τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Λίγο πιο πέρα, το κοσμηματοπωλείο όπου κάναμε τρύπες στ’ αφτιά μας έχει τα ρολά κατεβασμένα –κι όχι μόνο επειδή είναι ακόμη πρωί. Τα παγκάκια της πλατείας παραμένουν άδεια κάτω από τις γυμνές από φύλλα λεύκες. Κλείνω τα μάτια και θυμάμαι την τελευταία φορά που ήρθα στο Ίλιον. Η εικόνα σχηματίζεται ολοζώντανη μπροστά μου.         Ήταν Οκτώβρης ακόμα. Έκανε πολλή ζέστη θυμάμαι. Είχαμε κανονίσει να έρθω από το σπίτι σου και να φτιάξουμε τσίζκεϊκ. Και να φανταστεί κανείς ότι δε μου άρεσε ποτέ αυτό το γλυκό, παρά μόνο από τότε που μου το έφτιαξες εσύ. Κατέβηκα λοιπόν από το λεωφορείο σ’ αυτή την ίδια πλατεία που έσφυζε από ζωή, με τα παγκάκια της γεμάτα από ανθρώπους, νέους και ηλικιωμένους που αποζητούσαν λίγη δροσιά κάτω από τις πυκνές φυλλωσιές. Στα χέρια μου κρατούσα ένα μισογεμάτο κουτί μακαρόν. Τα είχε φέρει η αδελφή μου από το Παρίσι και δεν τα είχα φάει όλα, γιατί ήξερα πόσο σου άρεσαν. Σου είχα φυλάξει ένα από κάθε χρώμα, κι έτσι όπως στέκονταν τώρα το ένα πλάι στο άλλο μες στο κουτί τους, σχημάτιζαν το πιο λαχταριστό ουράνιο τόξο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πήρα το δρόμο για το σπίτι σου, που τον ήξερα πια τόσο καλά. Χτύπησα το κουδούνι όλο ενθουσιασμό. Κι όταν μου άνοιξες την πόρτα, σε αγκάλιασα σφιχτά. Έπειτα σου έδωσα τα μακαρόν κι εσύ αναφώνησες από τη χαρά σου, με τα μεγάλα σου μάτια να λάμπουν σαν μικρού παιδιού που επιτέλους του χάρισαν το παιχνίδι που ζητούσε από καιρό. Αυτό είσαι στ’ αλήθεια εξάλλου: ένα παιδί…

Μόλις μπήκα στο σπίτι, η ματιά μου έπεσε στον καθρέφτη που κρεμόταν στον τοίχο του χολ. Θα έπαιρνα όρκο πως από κάτω του υπήρχε ένα τραπεζάκι όπου ακουμπούσες τα κλειδιά σου, μόνο που τώρα δεν ήταν εκεί. Παραξενεύτηκα. Γιατί να είχες μετακινήσει εκείνο το έπιπλο; Ίσως τελικά να μη θυμόμουν και τόσο καλά…

Σε ακολούθησα στο εσωτερικό του σπιτιού, φτάσαμε στο σαλόνι. Προχώρησες προς τον καναπέ μιλώντας για κάτι, που ομολογώ πως δε θυμάμαι τι ήταν. Δε σε άκουγα. Είχα σταθεί στην πόρτα, κοιτώντας γύρω μου σαν χαμένη. Το βλέμμα μου έτρεξε εκεί όπου κάποτε υπήρχε η τραπεζαρία με τις καρέκλες της τις ντυμένες με κόκκινο ύφασμα, το σύνθετο, η βιτρίνα με τις κορνίζες που φιλοξενούσαν παλιές φωτογραφίες και τα βάζα, το τραπεζάκι με τη γυάλινη επιφάνεια, ο δεύτερος καναπές… Τώρα πια δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά. Ο τριθέσιος καναπές και η τηλεόραση ήταν ό,τι είχε απομείνει στον άδειο χώρο. Και σε μια γωνιά, σαν για να προσθέσει μια παράξενη νότα διακόσμησης, ήταν ακουμπισμένο το ποδήλατο που σου είχαμε χαρίσει στα περσινά σου γενέθλια, μονίμως στολισμένο με την πορτοκαλιά κορδέλα που είχαμε κρεμάσει στο τιμόνι.

«Τι έγινε εδώ; Πού είναι όλα τα έπιπλα;» ρώτησα μουδιασμένα.

Επιτέλους γύρισες προς το μέρος μου, αντίκρισες το γεμάτο σύγχυση βλέμμα μου. «Τα πήραν οι γονείς μου και τα πήγαν στο χωριό, τις προάλλες που ήρθαν», απάντησες, σαν να εξηγούσες το αυτονόητο. Μόνο που εγώ ήμουν ανίκανη να καταλάβω το αυτονόητο.

Ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν. «Θα φύγεις τελικά;» σε ρώτησα πνιχτά.

Ανασήκωσες τους ώμους. «Τι να κάνω;» Η φωνή σου ήταν ραγισμένη. Ίσως πάλι και να μου φάνηκε. «Τη σχολή την τελείωσα, δουλειά εδώ δεν έχω. Δεν έχω τίποτα να με κρατάει εδώ, ούτε καν σπίτι. Οι δικοί μου με ρωτάνε συνεχώς πότε θα φύγω. Κι έχουν δίκιο…»

Κι ήταν τα λόγια σου μαχαιριά στην καρδιά μου.

Ανοίγω τα μάτια για να αντικρίσω μια θολή πλατεία. Φέρνω τα χέρια μου στο πρόσωπό μου, τα μάγουλά μου είναι μουσκεμένα. Τα σκουπίζω βιαστικά. Παίρνω μια βαθιά τρεμουλιαστή ανάσα, προσπαθώντας να ηρεμήσω τους χτύπους της καρδιάς μου. Το τσουχτερό κρύο του χειμώνα διαπερνά το δέρμα, περονιάζει το κορμί μου. Παίρνω για τελευταία φορά το δρόμο για το σπίτι σου με βήματα βαριά. Η ματιά μου προσπερνά αδιάφορα τις βιτρίνες όλων των καταστημάτων στον πεζόδρομο και στέκεται μονάχα στην κρεπερί στη γωνία, όπου τρώγαμε συχνά. Και πάντα δίναμε ψεύτικα ονόματα στους υπαλλήλους, για να γελάσουμε όταν θα μας φώναζαν να παραλάβουμε την παραγγελία μας…

Βρίσκω την πόρτα σου ανοιχτή και δυο μεγάλες βαλίτσες να περιμένουν ολομόναχες στο κατώφλι. Έπειτα εμφανίζεσαι κι εσύ, με το σακ βουαγιάζ στην πλάτη, φορώντας το χοντρό σου το μπουφάν και με το αγαπημένο σου ζαχαρί κασκόλ τυλιγμένο στο λαιμό. Ρίχνεσαι στην αγκαλιά μου, τα χέρια σου με σφίγγουν δυνατά. Πόσο θα μου λείψουν αυτές οι αγκαλιές μας…

«Φόρεσες χοντρά ρούχα;» σε ρωτάω, προσπαθώντας να γεμίσω την ανυπόφορη σιωπή. «Η θερμοκρασία στη Γερμανία είναι υπό το μηδέν».

Κουνάς καταφατικά το κεφάλι, δίχως να μιλήσεις. Κι έπειτα, παίρνουμε από μια βαλίτσα και βγαίνουμε στο πεζοδρόμιο. Ρίχνεις μια τελευταία ματιά στο σπίτι προτού κλείσεις πίσω σου την πόρτα. Κι είμαι σίγουρη πως βλέπω τα δάκρυα να γυαλίζουν στις άκρες των ματιών σου. Γιατί μαζί μ’ αυτήν την πόρτα, κλείνεις πίσω σου μια ολόκληρη ζωή.

Ο ήλιος έχει αρχίσει να κάνει δειλά την εμφάνισή του στον ουρανό, που τώρα έχει βαφτεί μ’ ένα απαλό γαλάζιο χρώμα. Οι ήχοι της πόλης όλο και δυναμώνουν. Ξημέρωσε…   Σήμερα είναι Παρασκευή. Η Παρασκευή ήταν πάντα η αγαπημένη μου μέρα. Μόνο που από ‘δω και πέρα αποκτά ένα εντελώς καινούριο νόημα για μένα. Από τώρα και στο εξής, η μέρα που έχει το όνομά σου θα μου θυμίζει διαρκώς πως η καλύτερή μου φίλη, ένα κομμάτι απ’ την ψυχή μου την ίδια, ζει κάπου πολύ μακριά.

Πηγή φωτογραφίας:

http://3.bp.blogspot.com/-QHiloaHfxkA/USERqE08qpI/AAAAAAAAAQA/-GuCGlZtjYU/s1600/wallpaper-2624373.jpg


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;