“Τρεις Ιστορίες” της Στέλλας Χριστοφόρου

 

ΕΛΙΖΑ:

 

Εκείνο το πρωινό του Σεπτέμβρη του 2008, θύμιζε Αύγουστο. Η θερμοκρασία ήταν περίπου 40 βαθμοί και ο ήλιος έκαιγε, την ώρα που το ιδιωτικό αεροπλάνο του πατέρα μου, προσγειώθηκε στην Αθήνα. Παρότι όλα αυτά τα χρόνια, είχαμε έρθει αρκετά καλοκαίρια για διακοπές, το συναίσθημα ήταν διαφορετικό. Ήταν αυτό της επιστροφής και μάλιστα σε έναν τόπο που αποτέλεσε την αρχή του τέλους, τόσο για μένα, όσο και για την οικογένεια μου γενικότερα. Η Άννα, ο φύλακας άγγελος μου, έλυσε την ζώνη της και σηκώθηκε από το κάθισμα. Εγώ φυσικά όχι. Είχα δώδεκα χρόνια να σηκωθώ μόνη μου, από οποιαδήποτε κάθισμα. Την τελευταία φορά που το έκανα, δεν την θυμάμαι καν. Οι μνήμες μου ξεκινούν από το καλοκαίρι του 1996, όταν ξύπνησα σε ένα νοσοκομείο της Ελβετίας και απλά δεν μπορούσα να κουνήσω τα πόδια μου, εξαιτίας ενός ατυχήματος. Ήμουν μόλις τεσσάρων ετών. Στο ίδιο ατύχημα έχασε την ζωή της η μητέρα μου, την οποία όμως δεν θυμάμαι, καθώς όπως προανέφερα οι αναμνήσεις μου πριν από εκείνη την μέρα, είναι ανύπαρκτες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Ο πατέρας, είχε φτάσει στην Αθήνα, τρεις εβδομάδες νωρίτερα από μένα, για να επιβλέψει τις τελικές εργασίες στο νέο μας σπίτι. Με ενημέρωσε, μεταξύ αστείου και σοβαρού, πως στην Ελλάδα αναμένει αρκετός κόσμος την άφιξη μου. Αποτελώ θέμα συζήτησης στις διάφορες εκπομπές κοινωνικού ενδιαφέροντος καθότι για τους συμπατριώτες μου είμαι η μοναχοκόρη του γνωστού επιχειρηματία και ιδιοκτήτη της European Airlines, Ελίζα Παπαϊωάννου, που επιστρέφει στην Ελλάδα δώδεκα χρόνια μετά το φρικτό ατύχημα της. Δεν με πείραζε ιδιαίτερα. Άλλωστε εγώ ζούσα πάντα σε ένα παράλληλο σύμπαν, με συντροφιά το πιάνο μου και την αγαπημένη μου Άννα. Ίσως γι’ αυτό ποτέ δεν με ενόχλησε ουσιαστικά ότι δεν είχα μητέρα.

 

Το σπίτι μου στην Ελλάδα, βρισκόταν στην περιοχή της Πολιτείας και ήταν σαφώς μεγαλύτερο από εκείνο στο Παρίσι. Ο πατέρας, με περίμενε μαζί με το προσωπικό του σπιτιού, για τις απαραίτητες συστάσεις. Τότε ήταν η πρώτη φορά που παρατήρησα ότι πουθενά δεν υπήρχε φωτογραφία της μητέρας μου. Είχα δει κάποια στιγμή φωτογραφία της, χωρίς όμως να βρίσκεται μέσα σε κορνίζα. Ήταν η πρώτη φορά που μου πέρασε από το μυαλό αυτή η σκέψη. Μου φάνηκε παράξενο αλλά δεν έδωσα σημασία.

 

Πριν ακόμα μετακομίσουμε στην Αθήνα, ο πατέρας μου ρώτησε και έμαθε ποιο ήταν το καλύτερο ιδιωτικό σχολείο. Με έγραψε και προπλήρωσε όλη την χρόνια. Πάντα ήμουν μέτρια μαθήτρια. Δεν μελετούσα και δεν με ενδιέφεραν κιόλας οι σχολικές γνώσεις. Επίσης δεν είχα φίλους, εκτός από την Άννα φυσικά. Η επιμονή του πατέρα μου για κοινωνικοποίηση, με οδήγησε σε εκείνη την ανόητη σχολική εκδρομή, που έμελλε να ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου και να με οδηγήσει στην απόλυτη δυσπιστία.

 

Η τάξη μου επισκέφτηκε τα αρχεία των εφημερίδων και σαν ατομική εργασία έπρεπε να βρει ο καθένας ένα θέμα της αρεσκείας του και ψάξει τις εφημερίδες σχετικά με αυτό. Μου φάνηκε τόσο ανόητο. Δεν μπορούσα να σκεφτώ κανένα θέμα, μέχρι που μου ήρθε η ιδέα. Το ατύχημα μου. Το είχαν γράψει όλες οι εφημερίδες τότε, μου είχε πει ο πατέρας. Η γλυκιά κοπέλα που με βοηθούσε, κατέβασε τον βαρύ φάκελο με το αρχείο εκείνης της ημερομηνίας. «Τετάρτη 6 Μαρτίου 1996: ΦΡΙΚΙΑΣΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΣΤΗ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ-ΣΕ ΚΡΙΣΙΜΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ». Στο εξώφυλλο υπήρχε μία φωτογραφία μου σε μικρή ηλικία και δίπλα μία άλλη με το κουβάρι του αυτοκινήτου. Άνοιξα, το φύλλο και ξεκίνησα να διαβάζω το άρθρο. Όλα ήταν όπως τα ήξερα. Συνέχισα να διαβάζω αδιάφορα. Στις τελευταίες γραμμές του άρθρου, ο δημοσιογράφος σημείωνε: “Τα αίτια του ατυχήματος παραμένουν άγνωστα. Στο αυτοκίνητο επέβαινε και η μητέρα της μικρής, Έλενα Παπαϊωάννου, η οποία νοσηλεύεται εκτός κινδύνου”.

 

Ξαναδιάβασα το κομμάτι για να βεβαιωθώ ότι δεν έκανα λάθος. Ήταν το μόνο μέρος που σχετιζόταν με την μητέρα μου. Όσο κι αν έψαξα, όσον κι αν προσπάθησα σε καμιά άλλη εφημερίδα δεν αναφερόταν το όνομα της. Το μυαλό μου είχε αδειάσει. Επέβαινε στο αυτοκίνητο αλλά δεν σκοτώθηκε επί τόπου, όπως ήξερα. Εκτός κινδύνου; Και αν μετά υπήρξε κάποια επιπλοκή; Γιατί όμως να μου πει ψέματα ο πατέρας μου;

 

ΝΙΚΟΛΑΣ:

 

Από τη στιγμή που γυρίσαμε στην Ελλάδα, είχα μία περίεργη διαίσθηση πως κάτι θα συμβεί. Δεν είμαι άνθρωπος που πιστεύει σε προλήψεις. Παρόλα αυτά, το ίδιο ένιωθα και δώδεκα χρόνια πριν. Αυτή η ίδια ανησυχία, που κορυφώθηκε με εκείνο το τηλεφώνημα το απόγευμα της 5ης Μαρτίου του 1996, όταν η γραμματέας μου με ενημέρωσε πως η κόρη μου χάθηκε. Λίγες ώρες μετά, το ατύχημα. Πώς άντεξα εκείνη τη νύχτα;; Πώς κράτησα την ψυχραιμία μου;

 

Δώδεκα χρόνια μετά, η Ελίζα μου δεν ρωτάει πολλά για τη μητέρα της. Δεν ζητά πολλές εξηγήσεις.  Εγώ όμως εξακολουθώ να νιώθω περίεργα και να φοβάμαι πως κάποια μέρα θα μαθευτεί η αλήθεια, που με τόσο κόπο και προσπάθεια, έκρυψα χρόνια τώρα. Ίσως να φταίει και η επιστροφή μας, στο μέρος που γνώρισα την Έλενα, που την αγάπησα, που την στήριξα και που την έχασα με τόσο άσχημο τρόπο.

 

Το απόγευμα, ενημέρωσα την βοηθό μου πως θα φύγω νωρίτερα από τη δουλειά. Κατέβηκα στο αμάξι και είπα στον οδηγό πως δεν θα τον χρειαστώ. Έβαλα το GPS και ξεκίνησα για τον προορισμό μου. Ο γιατρός Καλπάκης με περίμενε, όπως είχαμε συμφωνήσει.

 

-Κύριε Παπαϊωάννου, πόσο χαίρομαι που επιτέλους συναντιόμαστε από κοντά.

-Κι εγώ κύριε Καλπάκη.

-Δεν ήταν όμως απαραίτητο να έρθετε ως εδώ.

-Ήθελα να δω πως όλα πήγαν καλά.

-Σας το εγγυήθηκα. Κι αφού ακολουθήσατε όλες μου τις οδηγίες…

-Είναι καλά;

-Μια χαρά. Είναι ήρεμη. Θέλετε να την δείτε;

-Καλύτερα όχι σήμερα. Ίσως περάσω μεθαύριο.

-Όπως νομίζετε.

 

Κατά την επιστροφή μου στο σπίτι, βρήκα την Άννα να με περιμένει στην είσοδο φανερά αναστατωμένη. Ποτέ δεν με πρόδωσε η διαίσθηση μου. Για ακόμα μία φορά είχα δίκιο. Η κόρη μου είχε μάθει πως η μητέρα της δεν πέθανε σε εκείνο το ατύχημα. Και το χειρότερο; Πλέον δεν με εμπιστευόταν.

 

ΑΝΝΑ:

 

Εκείνο το δείπνο ήταν διαφορετικό από όλα τα άλλα. Η Ελίζα έψαξε αλλά δεν κατόρθωσε να βρει τις πληροφορίες που ζητούσε σχετικά με τη μητέρα της. Παρόλα αυτά, της είχε γίνει έμμονη ιδέα το να μάθει. «Μπαμπά, πώς και δεν ξανάφτιαξες τη ζωή σου, μετά που πέθανε η μαμά;». «Τυχερά είναι αυτά», «Πάντως δεν πρέπει να αγαπιόσασταν και πολύ με τη μαμά. Αλλιώς γιατί δεν έχεις φωτογραφίες της μέσα στο σπίτι;». Ο Νικόλας, άφησε κάτω το μαχαιροπίρουνο του και την κοίταξε ψύχραιμα: «Την αγαπούσα πολύ την μητέρα σου Ελίζα. Ίσως να με πονάει να τη βλέπω συνέχεια, πιο πολύ από όσο νομίζεις». Το βλέμμα της μικρής μου Ελίζας πετούσε φωτιές: «Εγώ αυτό που νομίζω είναι πως η μητέρα μου δεν πέθανε σε εκείνο το ατύχημα».

 

Ο Νικόλας άφησε κάτω ήρεμα την πετσέτα του: «Ποιος στο είπε αυτό;», «Έχει σημασία;», «Όχι.», «Είναι αλήθεια;». Εκείνος σηκώθηκε όρθιος, άνοιξε την ταμπακιέρα του και πήρε έτσι τσιγάρο, «Μπαμπά κάτι σε ρώτησα! Απάντησε μου!». Ο Νικόλας έκατσε δίπλα της και της ακούμπησε το χέρι. Εκείνη το τράβηξε και τον κοίταξε με μίσος. «Τι θες να μάθεις Λίζα;», «Την αλήθεια μόνο».

 

Ο καλός μου, ο Νικόλας είχε ιδρώσει. Πάντα πίστευε ότι δεν θα έρθει ποτέ αυτή η στιγμή. Είχε φτιάξει έναν κόσμο για την Ελίζα, όπου η μαμά της έφυγε άδικα και τον άφησε μόνο να παλεύει με την μοναξιά του και την αναπηρία της. Η αλήθεια ήταν πως η Έλενα δεν έφυγε ποτέ. Δεν πέθανε ποτέ σε εκείνο το ατύχημα, παρόλο που το επιθυμούσε διακαώς. Φανερά ταραγμένος, άρχισε να εξιστορεί στην Ελίζα. Εγώ άκουγα, χωρίς να παρεμβαίνω. Άλλωστε τα ήξερα από καιρό. Εγώ και ο Νικόλας είχαμε έρθει κοντά και μία νύχτα, από εκείνες που δεν περνάνε, μου τα είπε όλα. Η Έλενα ζούσε. Βρισκόταν σε ένα ίδρυμα, με βαριάς μορφής σχιζοφρένια. Η Ελίζα δεν την θυμόταν, επειδή στην πραγματικότητα δεν την ήξερε καν. Εκείνο το βράδυ που έγινε το ατύχημα, η γυναίκα είχε μπει μέσα στο σπίτι για να απαγάγει το αθώο παιδάκι και να το οδηγήσει, μαζί με ‘κείνη, στην αυτοκτονία. Αυτή ήταν η αλήθεια. Τα μάτια της μικρής μου είχαν γεμίσει δάκρυα. Ίσως, κατά βάθος, να παρακάλαγε η μητέρα της να ήταν νεκρή.

 

Φόρεσα μία ελαφριά ζακέτα και βγήκα στο μπαλκόνι. Εκείνος με πλησίασε από πίσω και με ακούμπησε ελαφριά στο μπράτσο. Τον κοίταξα με λατρεία, όπως πάντα. Αναρωτήθηκα αν θα μπορούσε ποτέ να με ερωτευτεί όπως τον είχα ερωτευτεί εγώ. Αν θα μπορούσε να με δει σαν κάτι παραπάνω από την νταντά της κόρης τους.  «Ηρέμησε η Ελίζα;», με ρώτησε με παράπονο. «Μπα. Δεν γλιτώνεις έτσι εύκολα. Θα θέλει να την δει.». «Γιατί να στιγματιστεί για πάντα Άννα; Η Έλενα πέθανε εκείνο το βράδυ, δεν είναι ψέμα». Του έπιασα το χέρι. Ήξερα πως το είχε ανάγκη. «Μακάρι να μπορούσα να σε ερωτευτώ Άννα». Τον κοίταξα και χαμογέλασα. «Ίσως είναι της μοίρας μας, να αγαπάμε ανθρώπους, που δεν θα μας ειρωνευτούν ποτέ».

 

Ήξερε τι εννοούσα. Η Έλενα δεν έγινε ποτέ γυναίκα του στην πραγματικότητα. Εκείνος όμως την αγάπησε, την παντρεύτηκε και έδωσε σε εκείνη και το παιδί της το όνομα του, για να τις σώσει από έναν άνθρωπο που αποδείχθηκε η απόλυτη καταστροφή. Στο τέλος, έπεισε τον εαυτό του ότι η Ελισάβετ ήταν κόρη του και πως η Έλενα πέθανε σε εκείνο το ατύχημα. Ο Νικόλας μου χάιδεψε το πρόσωπο. «Ίσως έτσι είναι Άννα».

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;