“Θανάσιμος κλοιός” του Ευθύμη Ιωαννίδη

Εκείνη την αποφράδα ημέρα, τη θυμάμαι σαν χθες. Έχει αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη της πάνω στην ψυχή μου. Όσα χρόνια κι αν πέρασαν, ο χρόνος δε στάθηκε ικανός να ξεριζώσει από τα χώματα της μνήμης μου∙ τα ζοφερά γεγονότα που ζήσαμε.Επώνυμος άρχοντας εκείνη τη χρονιά θυμάμαι∙ είχε οριστεί ύστερα από κλήρωση ο Αλέξιος. Ο αχός της πόλης φούσκωνε σαν την παλίρροια: Άλογα χρεμέτιζαν, ελεύθεροι πολίτες και μέτοικοι φώναζαν προσταγές σε όσους από τους δούλους τους δεν είχαν αυτομολήσει στον εχθρό. Στρατιώτες αντάλλασαν βρισιές.Χήρες, ορφανά και ανάπηροι αναζητούσαν την πολυπόθητη παρηγοριά. Πόρνες και πλανόδιοι τσακώνονταν, ενώ περιμέναμε όλοι με αδημονία νέα για τη ναυμαχία που μαινόταν.

Όπου κι αν έστρεφες το βλέμμα σου εκείνες τις ημέρες, έβλεπες πρόσωπα βουτηγμένα στην αμηχανία και την απόγνωση, να υποκρίνονται πως όλα έβαιναν ομαλά.Η πείνα, είχε από καιρό τώρα κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα στο κλεινόν άστυ.Είχαν περάσει οχτώ χρόνια από τότε που οι Λακεδαιμόνιοι είχαν καταλάβει τη Δεκέλεια κι εγκατέστησαν εκεί μόνιμη φρουρά.Ο ανεφοδιασμός της Αθήνας με σιτηρά κι άλλα αγαθά, γινόταν πλέον από τη θάλασσα και συγκεκριμένα, από το Σούνιο.Διαδικασία άκρως δαπανηρή και με ανυπολόγιστες συνέπειες, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια για την πόλη.Το ηθικό μας, ωστόσο, δεν είχε καμφθεί ιδιαίτερα από την πολιορκία και όλοι ενδόμυχα πιστεύαμε πως το ναυτικό μας θα επιστρέψει νικηφόρο στην Αθήνα. Τα μαντάτα, εντούτοις, αργούσαν και η αγωνία όσο περνούσε ο καιρός στόλιζε ολονών τα μάτια. Μας είχε τυλίξει όλους η ανασφάλεια, στον ζοφερό μανδύα της κι ας μην το ομολογούσαμε ανοιχτά. Είχα θυμάμαι μόλις σφαλίσει τα μάτια μου, όταν ακούστηκε ξαφνικά, υπόκωφη η φωνή του αγγελιαφόρου να φωνάζει: «:Ήρθε, ήρθε, Αθηναίοι, η Πάραλος!».

Όσοι μπορέσαμε όπως ήταν φυσικό μαζευτήκαμε στον Πειραιά. Από παντού έβλεπες γέρους, νέους, σακάτες, μέτοικους, δούλους, γυναίκες και παιδιά να καταφθάνουν όπως-όπως στο λιμάνι, στην προσπάθειά τους να ενημερωθούν για την έκβαση της ναυμαχίας. Η ορατότητα από την πληθώρα του κόσμου δεν ήταν καθόλου καλή, ωστόσο, κατάφερα με κόπο και τρύπωσα στις πρώτες γραμμές.

Μόλις και μετά βίας μάλιστα, κατόρθωσα και είδα τους παραλίτες, τους ερέτες δηλαδή του ιερού πλοίου να λάμνουν ρυθμικά προς τον λιμένα της Μουνιχίας και όχι προς την Παράλου Γη, το πάλαι ποτέ αγκυροβόλιο της ιεράς τριήρους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Επικρατούσε απίστευτος αναβρασμός, οχλαβοή και συνωστισμός στο λιμάνι. Η αγωνία θυμάμαι, καραδοκούσε πάνω από τα κεφάλια μας σαν αδυσώπητη Χίμαιρα, έτοιμη να μας κατασπαράξει με τα γαμψά της νύχια.Αφού αγκυροβόλησε λοιπόν η Πάραλος στη Μουνιχία, η ματιά μας στυλώθηκε στον επικεφαλής της αποστολής, τον οποίο παρακολουθήσαμε με αμείωτο ενδιαφέρον να κατεβαίνει από το πλοίο. Νεκρική σιγή βασίλευσε με το που πάτησε το πόδι του στη στεριά.Στεκόταν ευθυτενής, σοβαρός, αγέρωχος, με τη στρατιωτική στολή του να λαμποκοπά από τις αναμμένες δάδες και τους σελαγισμούς του ολόγιομου φεγγαριού.

Στη συνέχεια, έβγαλε με αρχοντική χάρη την περίτεχνη περικεφαλαία του κι αφού περιέτρεξε με το περήφανο βλέμμα του τη λαοθάλασσα, που κρεμόταν κυριολεκτικά από τα χείλη του∙ ένα πρόσωπο μελαχρινό, με σγουρά, μαύρα, πυκνά μαλλιά, περήφανο και σκληρό συνάμα, καθρεφτίστηκε στα γεμάτα αγωνία μάτια μας. Έπειτα, με στιβαρή φωνή ανέκραξε:«Άνδρες Αθηναίοι, δυστυχώς ο περικλεής στόλος μας έπεσε στα χέρια των Λακεδαιμονίων».

Στο άκουσμα των λόγων του, η Αθήνα ντύθηκε στα μαύρα.Απόγνωση, πικρία και άγχος∙ ανακατεμένα με φόβο, ταπείνωση και ανασφάλεια∙ φώλιασαν αμέσως στις ψυχές μας. Από παντού ακούγονταν θρήνοι, φωνές και ζοφερές προφητείες που προέβλεπαν τον χαμό της ένδοξης πόλης μας, ως δίκαιη τιμωρία από τους Θεούς, για τα πολλά δεινά που είχαμε προξενήσει τόσα χρόνια στους συμμάχους μας. Έκλαιγαν θυμάμαι τα γυναικόπαιδα, οι σακάτες, τα ορφανά και οι γέροι γοερά στους δρόμους. Θρηνούσαν για τους νεκρούς τους, άλλα στην πραγματικότητα κλαίγαμε για εμάς τους ίδιους. Φοβόμασταν, τρέμαμε μήπως επαληθευτούν οι άφατοι φόβοι μας, οι μαύρες σκέψεις μας και μας αποστραφούν οι αθάνατοι Θεοί. Εκείνη τη νύχτα είμαι σίγουρη πως κανείς μας δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Κολυμπούσαμε όλοι σε ένα πέλαγος οδύνης.

Ο περήφανος στόλος των Αθηναίων, ο οποίος είχε κατατροπώσει τους Πέρσες τρεις γενιές πριν, το κλέος της Αττικής, αποτελούσε πια παρελθόν. Μία και μόνον λανθασμένη στρατηγική του ναυάρχου των Αθηναίων, Κόνωνα, αποδείχτηκε αρκετή για να αγκυροβολήσει στις πύλες του Άδη, γενναίους Αθηναίους.

Την επόμενη μέρα, προτού ανατείλει ακόμη ο ήλιος, συγκάλεσαν σε συμβούλιο την εκκλησία του δήμου. Ο Έκτορας, το μοναχοπαίδι μου, δεν μπορούσε να παρευρεθεί λόγω ηλικίας, καθώς δεν είχε κλείσει τα είκοσι ένα. Παρακαλούσε θυμάμαι έντονα τον πατέρα του να τον πάρει μαζί του, αλλά εκείνος, ήταν ανένδοτος και του αντέτεινε ένα ρυθμικό όχι. Οι νόμοι είναι νόμοι παιδί μου και πρέπει να τους σεβόμαστε, ακόμη κι αν δεν τους κατανοούμε του είπε και κίνησε για την περιοχή, όπου συγκαλούνταν η Εκκλησία του Δήμου, την Πνύκα. Εκεί, αποφάσισαν, όπως μάθαμε αργότερα, να επισκευάσουν τα τείχη, να φράξουν τα λιμάνια εκτός από τον Πειραιά, να εγκαταστήσουν σκοπιές και γενικά να ετοιμάσουν την πόλη για πολιορκία.

Έτσι κι έγινε. Οι καλύτεροι στρατιώτες από όσους είχαμε σε εφεδρεία, φύλαγαν τα τείχη μέρα νύχτα. Επιστράτευσαν, όπως ήταν φυσικό, μαζί με τους άλλους υγιείς άντρες, και τον γιο μου και τον άντρα μου. Γυάλισα λοιπόν το ακόντιο, την ασπίδα και τα άλλα πολεμικά σύνεργά τους και τους ευχήθηκα με τη βοήθεια της Αθηνάς και της Αρτέμιδος να επιστρέψουν στην εστία μας σώοι κι αβλαβείς. Ήταν η πρώτη πολεμική σύρραξη του γιου μου και η συγκίνηση σε συνδυασμό με την ανησυχία με κεντούσαν σαν γύπας.

Εγώ αποφασίστηκε από τον κύρη μου να καταλύσω για λόγους ασφαλείας και για όσο καιρό χρειαστεί στης αδερφής μου, η οποία βίωνε η δύσμοιρη ό,τι κι εγώ. Στον δρόμο για το σπίτι της αδερφής μου, έσερνα θυμάμαι τον εαυτό μου, βράχο στην πλάτη μου, δίχως να μπορώ να τον κοιτάξω από τον πόνο και την αγωνία. Η σκέψη μου βάδιζε στην έγνοια που συνόδευε την ψυχή κάθε Αθηναίας μάνας, για την τύχη των προσφιλών της προσώπων.

Η πόλη σε λίγες μέρες, μετατράπηκε σε πολύβουο φρούριο. Μια πλημμυρίδα θρήνου, φόβου, οδύνης, απελπισίας και ανασφάλειας κατέκλυσε την πόλη της Παλλάδας. Στο κλεινόν άστυ έφταναν πια ελάχιστα τρόφιμα και τα περισσότερα προορίζονταν για τη

φρουρά και τους έχοντες να τα αγοράσουν.

Οι τιμές των λαχανικών, των ψαριών, των σιτηρών, των φρούτων και του κρέατος είχαν σημειώσει ιλιγγιώδη πλέον άνοδο και μπορείτε να φανταστείτε τι λογής κρέας έφτανε στις κατσαρόλες των μαγέρικων των φτωχών στρωμάτων του λαού.

Με την αδερφή μου βγαίναμε ελάχιστα από το σπίτι της. Για να προμηθευτούμε λίγα τρόφιμα όλα κι όλα από την αγορά, κι αυτά αποφάγια ως επί το πλείστον, αλλά και για να προσευχηθούμε στον ναό της Αθηνάς Νίκης. Το στομάχι μας είχε κλείσει από την αγωνία, ενώ το ελάχιστο φαγητό που καταφέρναμε να προμηθευτούμε είχε μονίμως τη γεύση στάχτης. Πηγαίναμε καθημερινά στον ναό της Ερυσιπτόλιδος Αθηνάς και προσευχόμασταν να δεήσει να επιστρέψουν αρτιμελείς οι σύνευνοι και τα παιδιά μας. Από ολόκληρη την πόλη, χιλιάδες λαού, στριμώχνονταν στην Ακρόπολη, στον ναό της Αθηνάς Πολιάδας κι έψελναν κι αυτοί, κατακλύζοντας την πόλη με τις φωνές τους, μέχρι πέρα από το ποτάμι, μέχρι τον ουρανό. Έψελνα θυμάμαι επί πόσες ημέρες μαζί με γέροντες και γριές, με δούλους και μέτοικους, με αγένεια αγόρια και νεαρές κόρες, οι οποίες κράδαιναν στα στήθια τους βυζανιάρικα μωρά. Σίγουρα μας ακούνε οι Θεοί σκεφτόμουν!

Τη δέκατη πέμπτη ημέρα της πολιορκίας κίνησα μόνη μου, για τον ναό. Η αδελφή μου ήταν αδιάθετη. Ο αέρας στον ναό ήταν ζεστός και βαρύς∙ μύριζε λιβάνι, ιδρώτα και φλόγα κεριού και μου θόλωνε θυμάμαι την αντίληψη που τον ανάσαινα. Μεγάλες ακτίνες πολύχρωμου ηλιακού φωτός κατέβαιναν λοξά και έλουζαν εκείνη τη μέρα το άγαλμα της μεγάλης Θεάς. Κατάφερα τελικά και βρήκα ύστερα από πολύ κόπο μία κενή θέση ανάμεσα σε μια ρικνωμένη χήρα και ένα μικρό αγόρι. Το χέρι του αγοριού ήταν μικρό, λείο και απαλό, ενώ της γριάς ήταν σκελετωμένο και σκληρό, όλο κάλους. Ήταν, ωστόσο, τόσο ωραία η αίσθηση να έχω κάποιον να πιαστώ. Ένιωσα θυμάμαι μια ανεπαίσθητη γαλήνη να με κατακλύζει, και τότε ένωσα τη φωνή μου με των άλλων, και ικέτευσα την Παρθένα Θεά να δείξει έλεος, με έναν ύμνο που μου είχε πρωτομάθει η μητέρα μου :

Παρθένα Μητέρα, πηγή της σοφίας, της δικαιοσύνης και του ελέους,

σώσε τους γιους μας και τους άντρες μας, σε ικετεύουμε.

Σταμάτα τα βέλη, σταμάτα τα σπαθιά, Διογέννητη,

γλύτωσέ μας από την πολιορκία.

Χάρισε στα τέκνα σου καλύτερες μέρες,

Παρθένα Μητέρα, δύναμη των αντρών, καταφύγιο των γυναικών,

στέρξε μας στη δοκιμασία μας,

μαλάκωσε την οργή και ησύχασε τη λύσσα,

δίδαξέ μας Πάνσοφη ευγενικά να ζούμε.

Έτσι λοιπόν περνούσε ο καιρός. Νέα πλέον δε μάθαινα για τον άνδρα μου και το παιδί μου, αν ζούσαν ή αν είχαν πεθάνει, αν ήταν τραυματισμένοι ή δεσμώτες του εχθρού. Οι μέρες και οι νύχτες διαδέχονταν απαράλλαχτες η μία την άλλη∙ με ατέρμονες ικεσίες και προσευχές στους Θεούς, να μην πεθάνουμε, να σωθούμε, να γίνει ένα θαύμα, αλλά όσο περνούσαν οι μέρες, η προοπτική αυτή φάνταζε ολοένα και πιο μακρινή. Πέθαιναν αθρόα,γέροι,γυναικόπαιδα, άνδρες και μωρά από την πείνα, λόγος όμως για συνθηκολόγηση δεν έβγαινε από τα χείλη των ανδρών. Μόνο σαν έλειψαν ολότελα τα τρόφιμα έστειλαν πρεσβεία στον Άγι με την πρόταση να γίνουν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων, κρατώντας όμως τα Τείχη και τον Πειραιά — μ᾽ αυτούς τους όρους ήταν έτοιμοι να συνθηκολογήσουν.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;