“ΘΑ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ;” του Γεράσιμου Μοσχονά

Ανασήκωσε το βλέμμα του πάνω από τα κυπαρίσσια. Στέκονταν εκεί πολλές δεκαετίες με τους κλώνους όρθιους και σφιχταγκαλιασμένους με τους κορμούς τους. Η ξεχωριστή μυρωδιά τους, ελαφρώς γλυκιά και αρωματική, ευωδίαζε βάλσαμο. Από μικρός θυμόταν την ευφραντική οσμή τους να του πλημμυρίζει τις αισθήσεις, να του απαλύνει και ανακουφίζει τη θλίψη. Έμεινε ακίνητος και σιωπηλός όπως  αυτά και ατένισε το άπειρο που απλωνόταν πάνω του χωρίς όρια.

Χάιδεψε με τα μάτια τον βαρύ ουρανό απ’ άκρη σε άκρη. Τις προτιμούσε περισσότερο αυτές τις μέρες από τις ηλιόλουστες και μονότονες. Τα σύννεφα γλιστρούσαν μέσα από τις ψηλές μύτες των κυπαρισσιών που λύγιζαν ελαφρά στη λαχανιασμένη πνοή του ανέμου. Πόσο του άρεσαν αυτές οι στιγμές. Αυτές του πρόσφεραν ελπίδα και αναζητούσε την ψυχική του ανάπαυση σαν να ήταν εξαγνιστικές τελετές. Θεωρούσε ότι λειτουργούσαν σαν καθαρτήριο με την περισυλλογή και τη συγκέντρωση των σκέψεών του.  Και ήταν πολλά τα συννεφιασμένα χρόνια που συμμάζευε τους στοχασμούς του. Και η συγκομιδή τους έφερνε σαν καρπούς πάντα μελαγχολικές και απαισιόδοξες έγνοιες. Οι χειμώνες πέρναγαν και έρχονταν συντροφεύοντας τη δική του βαρυχειμωνιά. Και ήταν και οι δυο χειμώνες σκυθρωποί και αγέλαστοι με αλύγιστη όψη.

Οι πρώτες χοντρές στάλες άρχισαν να πέφτουν βιαστικά, βαριές κάτω στο χώμα. Στηρίχτηκε με το χέρι του στον λείο κορμό του κοντινότερου κυπαρισσιού και ανασήκωσε το πρόσωπο προς τον ουρανό. Δέχτηκε σχεδόν με λύτρωση τις σταγόνες και άρχισε να συνομιλεί μαζί τους. Του μετέφεραν τα μυστικά του ουρανού και του ψιθύριζαν την πρόσκλησή τους. Εκείνος όμως αρνιόταν πεισματικά. Όχι ακόμη, είχε και τούτο το χειμώνα μπροστά του να περιμένει, να σκεφτεί και να αποφασίσει. Και εκείνες έκλαιγαν στο πρόσωπό του και τον παρακαλούσαν να φύγει μακριά αφήνοντάς τις μέριμνες και τη στενοχώρια κατά μέρος. Επέμεναν και τον βασάνιζαν και σήμερα με την αδιάκοπη μουρμούρα τους.

Γύρισε τα δακρυσμένα μάτια του προς τα κάτω για να μην τις βλέπει και να μην τις ακούει πια. Τον είχαν κουράσει. Τόσοι και τόσοι χειμώνες πέρασαν και αυτές το ίδιο. Όχι, δεν ήταν έτοιμος, δεν μπορούσε να φύγει. Όσο η ελπίδα υπήρχε μέσα του δεν θα έφευγε από εκεί.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Παραπάτησε δυο βήματα και ακούμπησε σε ένα χαμηλό τοίχο. Κοίταξε με θλίψη τον πλαγιασμένο μαρμάρινο σταυρό. Είχε πέσει προς τα δεξιά, κάτω από τη βάση του και είχε ακουμπήσει το οριζόντιο τμήμα του στο χώμα. Ήταν απλός, χωρίς στολίδια και λοιπές εγχάρακτες ή ανάγλυφες παραστάσεις. Εκτεθειμένος τόσα χρόνια στην υγρασία και στις διαθέσεις του καιρού, δεν είχε αντέξει και είχε καταρρεύσει. Μέσα στους πόρους του μάρμαρου είχαν βρει την κατοικία τους μύκητες, βρύα και λειχήνες. Στις ενώσεις του κάθετου και οριζόντιου άξονα καθώς και στη βορεινή του όψη, το χρώμα ήταν βαθύ πράσινο σκούρο από τις εκκρίσεις τους.  Εκεί κυμάτιζαν όμορφες κυψελοειδείς διαβρώσεις σαν συστάδες από μικρές τρύπες. Το αλλοτινό λευκό χρώμα είχε κιτρινίσει σε κάποια άλλα σημεία και είχε αλλοιωθεί σε μεγάλο βαθμό. Οι γωνίες του ήταν σπασμένες και αποσαθρωμένες, με ρυτιδιασμένες μεγάλες ρωγμές. Όλα αυτά τα σημάδια του θύμισαν με ψυχικό πόνο την εγκατάλειψη του τάφου. Ο χρόνος τελικά νικάει τα πάντα. Τίποτα δεν μπορεί να του αντισταθεί. Η σκέψη αυτή τον πίκρανε βαθύτατα και βύθισε το πηγούνι στο βαθουλωμένο του στήθος.

Ένα βαρύ, πένθιμο πλάκωμα τον πίεσε ασφυκτικά σαν πέτρα ασήκωτη μόλις καταλάγιασε η ένταση των λογισμών του. Είχε πολύ καιρό να έρθει. Οι αδιάκοποι, διαδοχικοί χειμώνες του τόνισαν την απουσία της. Τα μονότονα, ζεστά καλοκαίρια διάβαιναν ανυπόφορα με μόνη συντροφιά την αναμονή του ερχομού της.

Κοίταξε στο οριζόντιο κομμάτι του σταυρού εκεί που οι τεχνίτες συνήθιζαν να αναγράφουν το όνομα. Είχε ξεθωριάσει. Οι λειχήνες και τα βρύα φύτρωσαν και κάλυψαν σε αρκετά σημεία τα αλλοτινά μαύρα γράμματα. Είχαν σβήσει επιμελώς ακόμα και αυτήν την τελευταία ανθρώπινη θύμηση του νεκρού.

Οι στάλες της βροχής που έπεφτε τώρα ασυγκράτητη συνέχιζαν να προσπαθούν να τον κάνουν να ξεχάσει με τον αδιάκοπό τους ψίθυρο. Ακόμα και τα ψηλόκορμα κυπαρίσσια έσκυβαν με τη σειρά τους και γίνονταν ακροατές αυτού του μονόλογου της νεροποντής.

Η γη αναστέναζε μαζί του. Το χώμα σχημάτισε μικρά ρυάκια που πήραν την κατηφοριά με την κλίση του δρόμου και κατευθύνονταν προς την πόρτα του κοιμητηρίου. Εκεί είχαν ενωθεί σε μια μεγάλη λασπερή λακκούβα μέσα στην οποία καθρεφτιζόταν η μαύρη σιδερένια είσοδος. Ήταν μισάνοιχτη με το ένα της τμήμα γερμένο και ετοιμόρροπο. Οι μεντεσέδες είχαν σκουριάσει και κανείς δεν φρόντισε να τους αποκαταστήσει. Από τα κάγκελα κρεμόταν μια αλυσίδα με το τεράστιο ανοιχτό λουκέτο περασμένο μέσα της σαν γιγάντιο αγκίστρι. Κράτησε το βλέμμα του για αρκετά δευτερόλεπτα προς την πόρτα και περίμενε. Μάταια. Συνήθιζε να το κάνει αυτό, ώσπου απελπιζόταν.

Έφερε και πάλι αργά τη ματιά του στον τάφο. Το χάλκινο καντήλι είχε κυλήσει στο έδαφος εδώ και πολύ καιρό και είχε μισοθαφτεί από πέτρες και χώμα. Δίπλα τα θρυμματισμένα κομμάτια από το βάζο, θύμιζαν ότι κάποτε εκεί κάποιο χέρι είχε βάλει μερικά λουλούδια. Μπλεγμένα χόρτα, ρίζες και φύλλα κάλυπταν την επιφάνεια της ταφής και την έκαναν δυσδιάκριτη. Τώρα είχε γεμίσει και από μικρά κοιλώματα με λασπόνερα. Μόνο το χαμηλό εξωτερικό πλαίσιο  μαρτυρούσε αδύναμα τα στενά όρια του μνήματος. Ήταν εξάλλου το τελευταίο στο βάθος του δρόμου, αρκετά απομονωμένο από τα υπόλοιπα. Γείτονές του ο χορταριασμένος τοίχος του νεκροταφείου και τα αγέρωχα κυπαρίσσια.

Ένιωσε και πάλι να αναστατώνεται από τη συγκίνηση και τη νοσταλγία. Ίσως να είχε δίκιο η βροχή. Θα έπρεπε να φύγει και να πάψει να περιμένει μάταια. Δεν θα ερχόταν κανείς. Ο καιρός είχε θολώσει τις αναμνήσεις και ξεθωριάσει τα συναισθήματα. Ο νεκρός θα ξεκουραζόταν εκεί ολομόναχος για την αιωνιότητα.

Η όρασή του θάμπωσε και σκούπισε τη βροχή και τα δάκρυα με την ανάστροφη του χεριού του για να επαναφέρει τη διαύγειά της.

Η πόρτα έτριξε και τον ανάγκασε να κοιτάξει προς τα εκεί. Μια σκουροντυμένη φιγούρα διαγραφόταν στην είσοδο που προσπαθούσε να δρασκελίσει τη μεγάλη λακκούβα. Έσπρωξε ακόμα περισσότερο το φύλλο της πόρτας και μπήκε μέσα στο σιωπηλό χώρο του κοιμητηρίου.

Αισθάνθηκε ένα σφίξιμο και παρακολουθούσε κάθε κίνηση του νεοφερμένου. Από το βάδισμα σύντομα κατάλαβε πως ήταν γυναίκα. Περπατούσε διστακτικά και στεκόταν σε κάθε μνήμα. Διάβαζε την επιγραφή και συνέχιζε. Φορούσε κουκούλα που της κάλυπτε σχεδόν όλο το πρόσωπο και μακρύ παλτό μέχρι κάτω στα γόνατα. Στο ένα της χέρι κρατούσε χαμηλωμένη μια ανθοδέσμη από γαρύφαλλα. Είχε φτάσει σχεδόν στα μέσα του κοιμητηρίου και κατευθυνόταν προς εκείνον. Ταράχτηκε και έσκυψε περισσότερο το κεφάλι του, λοξοκοιτώντας.

Μετά από μια πορεία που του φάνηκε ότι κράτησε πάρα πολύ, η γυναίκα ήρθε και στάθηκε στον τάφο. Προσπάθησε να διακρίνει το όνομα, αλλά ήταν αδύνατο. Έσκυψε περισσότερο και δύο μακριές λωρίδες καστανών μαλλιών ξετυλίχτηκαν μέσα από την κουκούλα της και απλώθηκαν μπροστά της. Η ταραχή του ήταν μεγάλη, αλλά προτίμησε να μείνει σιωπηλός.

Την είδε που αναστατώθηκε καθώς γύρισε το κεφάλι της για μια ακόμα καλύτερη ματιά προς τον γκρεμισμένο σταυρό.  Μετά τα πόδια της λύγισαν χωρίς δύναμη πλέον και γονάτισε μπροστά στο μνήμα, πάνω στο λασπωμένο χώμα. Ακούμπησε την ανθοδέσμη προσεκτικά στα πόδια της και έσκυψε απλώνοντας τα χέρια προς τα εμπρός. Τρέμοντας ακούμπησε το κρύο, βρεγμένο μάρμαρο και το έτριψε με το λευκό της χέρι, ώσπου να αποκαλυφθεί η επιγραφή στον σταυρό. Τα γυμνά από μπογιά βαθουλωμένα γράμματα φάνηκαν σιγά σιγά και η βροχή βοήθησε να ξεπλυθεί η γραφή. Την είδε που έσκυψε το κεφάλι και άκουσε το κλάμα που συντάραξε το στήθος της.

– Πατέρα… ήρθα… δεν σε ξέχασα!

Οι ψίθυροι και τα παρακάλια των σταγόνων της βροχής μέσα στα αυτιά του δυνάμωσαν και πάλι ενισχυμένα από την ανακουφιστική μυρωδιά των κυπαρισσιών. Βγήκε από την απόμερη γωνιά που ήταν κρυμμένος και πλησίασε την κοπέλα. Δεν έβλεπε καθαρά εμπρός του και ένιωθε τα δάκρυά του καυτά να κυλούν μέχρι το στήθος του.

Στάθηκε ακίνητος μπροστά της και συγκέντρωσε την προσοχή του πάνω της. Δεν χόρταινε να  κοιτά τα καστανά μαλλιά της να κυματίζουν καθώς οι σταγόνες έπαιζαν μαζί τους. Τα μεγάλα βουρκωμένα μάτια της κόκκινα από το κλάμα και το κάτω χείλος της που έτρεμε.

Η πολυαγαπημένη του κόρη ήρθε. Μετά από τόσα χρόνια αναμονής και απελπισίας την είχε επιτέλους μπροστά του. Μια ακατανίκητη παρόρμηση του ήρθε να την αγκαλιάσει και κινήθηκε προς το μέρος της. Όμως, με το που άγγιξε το σώμα της ένιωσε την υπόστασή του να διασκορπίζεται σε εκατομμύρια μικροσκοπικά σταγονίδια υδρατμών. Ακούμπησε το ροδαλό μάγουλό της σε ένα ύστατο φιλί και ενώθηκε με τα δάκρυά της που κυλούσαν. Η κοπέλα ανασήκωσε το κεφάλι σαν να διαισθάνθηκε την γλυκιά παρουσία και έφερε το χέρι στο μάγουλο χαϊδεύοντας το φιλί του πατέρα.

Την τύλιξε σαν να την αγκάλιαζε και την αποχαιρέτησε με τη μορφή απαλής βροχής και αραιής ομιχλώδους νέφωσης. Η ευδαιμονία που ένιωθε ήταν απερίγραπτη καθώς στροβιλιζόταν τριγύρω από τα μέρη που περιπλανιόταν τόσα χρόνια απελπισμένος. Ανυψωνόταν σιγά σιγά και κατευθυνόταν προς τα υπέροχα μυστικά του ουρανού που τόσες φορές η βροχή και ο άνεμος του είχαν κάνει λόγο.

 

Πηγή φωτογραφίας:

http://miriadna.com/preview/late-foggy-autumn


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;