“Τα κανάτια της Αθήνας” του Yharnamite

«Πάτερ, αμάρτησα». Η γυναίκα, πεσμένη στα γόνατα, κοίταξε ικετευτικά τον πνευματικό της, περιμένοντας κάποια απόκριση, ένα έναυσμα για να προχωρήσει.  Ο παπα-Χαράλαμπος, ένας γεράκος απροσδιόριστης ηλικίας, της έκανε νόημα να συνεχίσει, κουνώντας απαλά το κεφάλι του. Την κοίταζε συμπονετικά με το αυλακωμένο από τις ρυτίδες και τις κακουχίες πρόσωπό του, μα υπήρχε και θυμός εκεί, ολόκληρη ζωγραφιά από δαύτον, κρυμμένη κάτω από μια στρώση συμπόνιας και καλοσύνης.

«Συνέβη ξανά, εχθές το απόγευμα. Πάτερ, φοβάμαι. Φοβάμαι πως ο Θεός με εγκατέλειψε».

«Μην βλαστημάς, τέκνον μου». Ο τόνος του δεν άλλαξε στο ελάχιστο, παρέμεινε ήρεμος. Σίγουρα θα είχε ακούσει περισσότερες βλασφημίες από όσες θα ήθελε να παραδεχτεί. Δεν τον σόκαρε ο φόβος αυτού του κοριτσιού. «Ο Θεός μας δοκιμάζει μα ποτέ δεν μας παρατάει στη τύχη μας. Μην βασανίζεις το μυαλό σου με τέτοιες σκέψεις. Προσευχήσου και μετανόησε, ακόμα και αν δεν ξέρεις για ποια σου πράξη μετανοείς, ο Θεός ξέρει».

Φίλησε ευλαβικά τα χέρια του πνευματικού της και βγήκε στον πρόναο. Είχε ιδρώσει και μια τούφα από καστανόξανθα μαλλιά είχε κολλήσει στο μάγουλο της. Τα σμαραγδένια μάτια της είχαν θολώσει από τα δάκρυα.  Ένα μισολιωμένο κερί είχε γείρει προς τα έξω και απειλούσε να κάψει τις ξύλινες εικόνες δίπλα του. Η κοπέλα το έσβησε, έκανε το σταυρό της, και το πέταξε σε μια γαλάζια σακούλα, γεμάτη από σταπατσαρισμένα κεριά. Άκουσε βήματα πίσω της, κάποιος πλησίαζε γοργά με σταθερό ρυθμό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Ισμήνη, παιδί μου. Η μητέρα σου ρωτάει για σένα. Ανησυχεί. Γράψε της ένα γράμμα, εντάξει; Θα της το δώσω εγώ όταν επιστρέψω στο χωριό».

Χαμήλωσε το βλέμμα και σκούπισε βιαστικά τα μάτια της, πριν του απαντήσει.

«Θα μείνετε για το μνημόσυνο της θείας;»

«Ναι, πρέπει να βοηθήσω τον παπα-Γιώργο και έπειτα θα φύγω για το χωριό. Μην κλαις κορίτσι μου, όλα θα φτιάξουν, έχε πίστη».

Ο ιερέας δρασκέλισε το κατώφλι του ναού. Έβλεπε τη γυναίκα να προχωρά με σκυμμένο κεφάλι προς την επιβλητική, ντυμένη με μάρμαρο, πύλη. Έμοιαζε αποκαρδιωμένος. Ένας δεύτερος ρασοφόρος τον πλησίασε με αργό, ταλαιπωρημένο βήμα. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα ποτιστήρι. Το κάτω μέρος του ράσου του είχε στιγματιστεί από λάσπη.

«Την πάντρεψαν με το ζόρι. Ανέχτηκε όσα ανέχτηκε και κατέληξε δαχτυλοδειχτούμενη. Νομίζω πως αρχίζει και τα χάνει»,  είπε, χωρίς να στρέψει το βλέμμα του προς τον πάτερ Γεώργιο.

«Ο κόσμος μπορεί να είναι άθεος ή ένθεος, πλούσιος ή φτωχός, αριστερός ή δεξιός, μα κατά κανόνα παραμένει προληπτικός. Είναι στη φύση μας, δυστυχώς».

«Τι απέγινε το Τα πάντα εν σοφία εποίησε;» Ένα σαρδόνιο χαμόγελο έγινε χαλί για τις λέξεις του.

Ο γεράκος με το ποτιστήρι έκανε να γελάσει μα συγκρατήθηκε. «Θαρρώ πως μας δίνονται δυο πόρτες στη ζωή. Μία ανοιχτή, πλημμυρισμένη από μυρωδιές χοιρινού, τσιγάρου και κρασιού, με αχρείους συνδαιτυμόνες, και μια σφραγισμένη με ξύλα, γεμάτα από καρφιά και αγκάθια. Άνοιξε τη δεύτερη και θα σε περιμένει ένα ποτήρι κρασί να ξεδιψάσεις και ένα κομμάτι ψωμί για να χορτάσεις».

«Ξεκούτιανες παπα-Γιώργη. Τι σχέση έχουν αυτά με το κορίτσι;»

«Κάθε μέρα περνάμε από αυτές τις πόρτες και κάποιες φορές επιλέγουμε να καθίσουμε με τους αχρείους. Μα αν πίνεις και τρως και κουτσομπολεύεις κάθε μέρα, μαθαίνεις να ζεις για αυτό. Ριζώνει μέσα σου και γίνεται κανόνας απαράβατος. Δεν είσαι άνθρωπος πια, μόνο μια μάζα από κόκκαλα και σάρκα που ξερνάει κακία. Καταντάς κτήνος. Η κοπέλα περνάει δύσκολα μα δεν κατηγορεί κανέναν. Δεν μισεί κανέναν. Επιλέγει το δύσβατο μονοπάτι και στο τέλος θα ανταμειφθεί, ο Θεός θα την ανταμείψει.»

Ο ιερέας παρέμεινε σκεπτικός για λίγο, κοιτάζοντας τη κοπέλα να χάνεται στη γωνία. «Μακάρι να είναι όπως τα λες. Μα τα κτήνη είναι πολλά και πάντα ψάχνουν για νέα θύματα. Η νεαρή χήρα του δολοφονημένου νεκροθάφτη είναι εύκολος στόχος, δεν νομίζεις;»

Η ώρα ήταν έντεκα και τέταρτο. Η Ισμήνη κατηφόρισε βιαστικά προς το παλιό αρχοντικό που κάποτε αποτελούσε οικία της θείας της, μιας αρχόντισσας με όλη τη σημασία της λέξης. Ένιωθε πως αυτό το πανέμορφο κτήριο είχε ξεπέσει στα χέρια της και ακολουθούσε κατά πόδας την παρακμή της. Μέρα με την μέρα της φαινόταν πιο μουντό, διάστικτο από σημάδια και φθορές που δεν υπήρχαν την προηγούμενη, αν ήταν όντως η προηγούμενη.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι, χωρίς να αλλάξει ρούχα. Φορούσε ένα μαύρο φόρεμα που τις έφτανε μέχρι της γάμπες. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, εξαντλημένη από την αϋπνία και τις τύψεις. Όταν τα ξανάνοιξε το ρολόι έδειχνε δύο. Πετάχτηκε σαν ελατήριο από την θέση της και έτρεξε στο μπαλκόνι.

Μια σειρά από καστανόχρωμα, ισοϋψή κανάτια ήταν στοιχισμένα στη γωνία του μπαλκονιού, μισογεμισμένα με γάργαρο νερό.  Ένας άντρας, γύρω στα τριάντα, πλησίαζε από απόσταση. Ήταν καλοντυμένος με μπεζ κουστούμι και καλογυαλισμένα σκαρπίνια. Είχε χτενίσει τα κορακίσια μαλλιά του προς τα πίσω, επιδεικνύοντας τα καλαίσθητα χαρακτηριστικά του. Σήκωσε την στάμνα, χωρίς καθυστέρηση, και την πέταξε μπροστά στα πόδια του. Το νερό καταμούσκεψε το μπεζ παντελόνι μέχρι τα γόνατα. Ο άντρας σήκωσε το βλέμμα προς το μπαλκόνι και ετοιμάστηκε να επιδοθεί σε ένα ρεσιτάλ βωμολοχίας, αλλά μάζεψε τα λόγια του αντικρίζοντας την μαυροντυμένη γυναίκα με το έντρομο μα συνάμα πανέμορφο πρόσωπό να τον κοιτά.

Κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλάκια και έπεσε πάνω στον άντρα, παρακαλώντας τον να τη συγχωρέσει.

«Χίλια συγγνώμη, κύριε μου. Αχ , είμαι τόσο αδέξια, παραλίγο να σας αφήσω στο τόπο».

Ο άντρας φάνηκε να τα χάνει. Είδε τη γυναίκα να ξεσπάει σε αναφιλητά και να καταριέται την ώρα και την στιγμή που γεννήθηκε. Την άκουσε να αυτοαποκαλείται άχρηστη, βάρος για τους γύρω της και του άρεσε. Του άρεσε η αδυναμία της, η ανασφάλειες της, μα πάνω από όλα τον ευχαριστούσε η όψη της.

«Δεν αξίζει να κλαίτε για τέτοια πράγματα. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα μας. Ελάτε τώρα, ηρεμήστε». Της χαμογέλασε γλυκά.

«Μα σας λέρωσα, κόντεψα να σας χτυπήσω». Το πρόσωπο της μαράζωσε, τα μάτια της κρύφτηκαν πίσω από τα βλέφαρα και τα χείλη της σφίχτηκαν. «Τουλάχιστον, επιτρέψτε μου να σας κεράσω ένα καφέ. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω».

«Δεν νομίζω ότι είναι πρέπον, τι θα πει ο άντρας σας;»

«Δυστυχώς ο άντρας μου δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή».

«Λυπάμαι πολύ». Έκανε μια παύση και κοίταξε αμήχανα προς τα πάνω, σαν να περίμενε κάποιο σημάδι για να συνεχίσει. «Δεν συστηθήκαμε, Άγις Δημαράς», είπε και έτεινε το χέρι του προς το μέρος της.

«Θέμιδα Βασιλείου, χάρηκα». Σφίξαν τα χέρια, αμήχανα και ανέβηκαν τα σκαλάκια.

Έκατσε στον καναπέ του σαλονιού. Η γυναίκα του πρόσφερε τον καφέ σε ένα ασημένιο σερβίτσιο και ξανακρύφτηκε στη κουζίνα. Η φωνή της ακούστηκε από το βάθος και ακολουθήθηκε από έναν ισχνό αντίλαλο.

«Είστε δικηγόρος, κύριε Δημαρά;»

Κατέβασε μια ρουφηξιά καφέ πριν απαντήσει. Ήταν πραγματικά καλός. Μερακλίδικος. «Λυπάμαι αν σας έδωσα αυτή την εντύπωση», προσπάθησε να τονίσει με τον απαραίτητο σαρκασμό τις λέξεις του. «Είμαι παθολόγος».

«Ώστε, ειδικεύεστε στα πάθη».

«Δεν νομίζω ότι αυτή η ετυμολ…» Η φωνή της έσβησε απότομα όταν την είδε να βγαίνει από τη κουζίνα. Φορούσε μόνο τα εσώρουχα της και τον κοίταζε με λάγνο βλέμμα.

«Κυρία μου, καλύτερα να πηγαίνω».

Δεν έδωσε σημασία στα λόγια του. Προχώρησε προς το μέρος του και έκατσε πάνω στα πόδια του. Τον γράπωσε σαν αρπακτικό από το λαιμό και τον τράβηξε κοντά της. Τα χείλη της πλησίασαν τα δικά του.

«Κύριε Δημαρά, μου δίνεται την εντύπωση πως δεν θέλετε να φύγετε», είπε και ανακάθισε πάνω του.

Οι αρχική του ενδοιασμοί παρακάμφθηκαν, χωρίς καθυστέρηση. Την σήκωσε με ευκολία και την πήγε στη κρεβατοκάμαρα. Άρχισε να αποχωρίζεται μανιασμένα τα ρούχα του.

«Μισό λεπτό», του είπε, και έτρεξε μισόγυμνη προς τη κουζίνα.

Έμεινε μόνος του, ολόγυμνος και εκτεθειμένος. Η επιθυμία του δεν μπορούσε να κρυφτεί. Ένιωσε τα βλέφαρα του να βαραίνουν, τον κόσμο να θολώνει και να διαλύεται σε χίλια κομμάτια, κομμάτια που έπειτα επανενώθηκαν. Αρχικά σε δεκάδες, κατόπιν σε εκατοντάδες και αργότερα σε ένα ενιαίο σύνολο εικόνας και συνειδητοποίησης. Είδε την εικόνα της και το μαχαίρι στο δεξί της χέρι. Προσπάθησε να κινηθεί, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να πέσει στο πάτωμα με κρότο. Τον γύρισε προς το μέρος της.  Ένιωσε το αίμα να τρέχει από το λαιμό στο στήθος του και προσπάθησε μάταια να πάρει ανάσα. Έπειτα, η εικόνα ξαναδιαλύθηκε και τα κομμάτια έσβησαν, σαν άστρα το ξημέρωμα.

«Πάτερ, αμάρτησα». Η όψη της ήταν κουρασμένη. Η φωνή της δεν είχε ένταση. Έμοιαζε με τριαντάφυλλο, μαδημένο και χτυπημένο από την οργή του χειμώνα.

«Ποια είναι η αμαρτία σου, παιδί μου; Μοιράσου το βάρος της».

«Δεν ξέρω, πάτερ, και αυτή η άγνοια μου τρώει τα σωθικά. Ξυπνάω ιδρωμένη και ταλαιπωρημένη, λες και έσερνα μια αόρατη αλυσίδα στα όνειρα μου».

«Αυτό δεν είναι αμαρτία, παιδί μου».

«Είναι και κάτι άλλο», σήκωσε τα χέρια της προς το μέρος του.

Διέκρινε το ξεραμένο κοκκινωπό υγρό στο εσωτερικό των νυχιών της, συνοφρυώθηκε. Έδεσε τα χέρια του μεταξύ τους και κοίταξε προς την οροφή της εκκλησία. Ο Παντοκράτωρ Ιησούς τον κοιτούσε αυστηρά, σαν να τον μάλωνε για τις σκέψεις του να επέμβει.

«Ισμήνη, ίσως θα ήταν καλύτερα να επιστρέψεις μαζί μου στο χωριό, η οικογένεια σου θα σου σταθεί.

Έμεινε σιωπηλή και αναλογίστηκε τις επιλογές της. Μια ζωή βουτηγμένη στο σκοτάδι και άλλη μία, γεμάτη με πισώπλατες κατηγόριες και μικροπρεπείς συμπεριφορές.

«Σκέψου το. Τώρα ακολούθησε με. Η θεία σου περιμένει».

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;