“Συνάντηση” του siva

Θαρρώ πως ήμουν για πάντα ξαπλωμένη. Έτσι ένιωθα. Είχα ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που ανάπνευσα καθάριο αέρα, φιλτραρισμένο από τα φύλλα του ελαιώνα. Τα πόδια μου πονούσαν και τα χέρια μου είχαν μελανιάσει από τα τρυπήματα της βελόνας. Που και που, την σιωπή του σκοταδιού την έσπαγε η αντανάκλαση από τα φώτα των διερχόμενων αυτοκινήτων. Χαιρόμουν που το δωμάτιο μου έβλεπε στον δρόμο. Η βουή είχε μετατραπεί σε μελωδία για τα γερασμένα αυτιά μου, νανούρισμα κανονικό. Μα σήμερα ο ύπνος δεν έλεγε να με πάρει.

Σε μια στιγμή, η δεξιά πλευρά του γκρίζου δωματίου φωτίστηκε. Ένα υπέροχο άρωμα διαχύθηκε στο χώρο καταπνίγοντας την ξινή μυρωδιά χωρίς οξυγόνο που επικρατούσε μέχρι εκείνη την στιγμή. «Ανεμώνες» σκέφτηκα. «Οι αγαπημένες μου!» Έγειρα το κεφάλι μου γεμάτη περιέργεια στην προσπάθειά μου να δω καλύτερα. Μια αντρική μορφή στεκόταν στην πόρτα. Σαν φύλακας φωτός που αιχμαλωτίζει τις περίσσιες ακτίνες, μου φάνηκε. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα μπουκέτο λουλούδια.

«Γεια σου Ζωή», αποκρίθηκε η μορφή.

Στο άκουσμα του ονόματός μου ταράχτηκα. Όχι γιατί δεν περίμενα επισκέψεις, ούτε για το περασμένο της ώρας αλλά γιατί αυτή η φωνή..! Η φωνή του.. Τόσο οικεία, μα και τόσο μακρινή..

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Ποιος είσαι;» ρώτησα.

Η μορφή πλησίασε αργά, κάθισε πλάι μου στην άκρη του κρεβατιού τοποθετώντας τα λουλούδια σε ένα άδειο βάζο στο κομοδίνο. Έσκυψε και χάιδεψε τα λιγοστά γκρίζα μαλλιά μου.

«Δε με θυμάσαι;» μου είπε

Το άγγιγμά του έφτασε μέχρι την καρδιά μου. Η ανάσα μου έγινε πιο γρήγορη, πιο κοφτή, το αίμα μου έρρεε καυτό στις φλέβες μου, το ένιωθα, το άκουγα.. Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρά μου προσπαθώντας να διώξω το θολερό πέπλο που μου έκρυβε τον κόσμο εδώ και καιρό.

«Έχει καιρό που έπαψα να θυμάμαι πολλά πράγματα» του είπα. Αλήθεια πόσο καιρό άραγε; Ίσως το μυαλό μου να θάμπωσε και αυτό μαζί με τα μάτια μου.

«Σου είχα πει ότι θα έρθω» είπε εκείνος και με χάιδεψε στο μάγουλο. Αυτή τη φορά το άγγιγμα του ήταν ανάλαφρο, γλυκό. Η ομίχλη στα μάτια μου άρχισε σιγά σιγά να ξεμακραίνει. Δυο μεγάλα γαλάζια μάτια ξεπρόβαλαν εμπρός μου, δυο μάτια που τα ήξερα, τα γνώριζα, που θα μπορούσα να τα ξεχωρίσω μέσα σε όλη την απεραντοσύνη του γαλάζιου ουρανού.

«Κωστή!» φώναξα! «Εσύ;»

Με κοιτούσε ήρεμος, ατάραχος. Γαλήνη αντανακλούσε από τα θαλασσιά του μάτια. Γαλήνη και αγάπη! Ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπό του.

«Ναι, εγώ είμαι Ζωή, ο Κωστής σου..»

Σε μια στιγμή βίωσα όλα τα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει ανθρώπινος νους, αισθάνθηκα μια δύναμη να στροβιλίζει τη σκέψη μου, ανασύροντας όλο μου το υποσυνείδητο από την άβυσσο που το είχε κυριεύσει. Αγωνιζόμουν να αναπνεύσω, πάσχιζα να διώξω το σκοτάδι από πάνω μου. Μαχόμουν, πάλευα με τον εαυτό μου, με όλα εκείνα που με έπνιγαν, που μου κατάτρωγαν τη σάρκα.

Άνοιξα το βλέμμα μου. «Είσαι τόσο όμορφος…, τόσο νέος!» Του έπιασα το χέρι, του το φίλησα, τον κοίταξα ξανά στα μάτια, σαν να ήθελα να βεβαιωθώ ότι ήταν πράγματι αυτός, ότι είναι κοντά μου ο άνθρωπός μου, ο έρωτάς μου, το φως μου. Αυτά τα υπέροχα μάτια συνέχιζαν να με κοιτούν ατάραχα, γαλήνια.

«Κωστή μου» είπα και έσφιξα δυνατά το χέρι του στις δυο μου χούφτες.

Ο χώρος έμοιαζε να αλλάζει. Φωτίστηκε ακόμα περισσότερο. Ένιωσα το σώμα μου πιο ελαφρύ από ότι συνήθως. Εντελώς ξαφνικά μου ήρθε στο μυαλό η μητέρα μου. Θυμήθηκα που με έπαιρνε αγκαλιά δίπλα στο τζάκι και μου τραγουδούσε γλυκά μέχρι να κοιμηθώ. Παραξενεύτηκα με το πόσο ζωντανή ανάμνηση ήταν, σχεδόν αισθανόμουν ακόμη την ζεστασιά που άφηνε το φιλί της στο μέτωπό μου.

Μα αυτό ήταν μόνο η αρχή. Σκέψεις, θύμησες, αναμνήσεις ανοίγονταν μπροστά μου με απίστευτη ταχύτητα. Τα μάτια μου άρχισαν να υγραίνουν. «Κωστή μου, θυμάμαι!» είπα σχεδόν κλαίγοντας. Θυμόμουν, ναι θυμόμουν! Οι ομορφότερες στιγμές της ζωής μου επανέρχονταν στο προσκήνιο, έπαιρναν τη θέση τους στην σκηνή και τις ξαναζούσα, σαν να ήταν η πρώτη φορά. Η οικογένεια μου, οι φίλοι μου, τα παιδικά μου χρόνια, το χωριό μου, όλοι εκεί, όλα εκεί! Βίωνα ξανά τη ζωή μου, μια ζωή που είχε χαθεί στη λήθη, στη λησμονιά μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου.

«Γι’ αυτό είμαι εδώ Ζωίτσα μου, για να θυμηθείς» μου είπε τρυφερά.

«Ζωίτσα μου» έτσι με έλεγε πάντα, από την πρώτη μέρα που με γνώρισε.  Και να, που είναι ξανά μαζί μου, δίπλα μου να με κοιτάζει με αυτά τα αγγελικά του μάτια. Θυμήθηκα τα πρώτα βλέμματα που ανταλλάξαμε, εκείνα τα βλέμματα που αναβλύζουν πόθο και χτυποκάρδι. Τον πρώτο μας χορό, το πρώτο μας φιλί, τον πρώτο μας έρωτα. Και κάθε μας έρωτα. Εκεί που τα βρεγμένα σώματά μας ενώνονταν και άνοιγαν το δρόμο για την απόλυτη σύνδεση, αυτή του μυαλού μου με το δικό του, «το βραχυκύκλωμα των εγκεφάλων μας», όπως συνήθιζε να μου λέει, χαριτολογώντας, όταν σφιχταγκαλιασμένοι κουρνιάζαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

«Σ’ αγαπώ!» είπα και θυμήθηκα τα πόσα αμέτρητα «σ ’αγαπώ» είχαμε προσφέρει ο ένας στον άλλον, έτσι ανιδιοτελώς, αυθόρμητα, χωρίς προηγούμενη σκέψη, δίχως περιορισμούς. «Σ’ αγαπώ» μου ψιθύριζε στο αυτί μου, κρατώντας μου το χέρι σφιχτά, σαν να αισθανόταν και ο ίδιος τις οδύνες και τον πόνο όταν ο γιος μας ερχόταν στην ζωή. Και πόσα ακόμα «σ’ αγαπώ» ανταλλάξαμε όταν τον κρατήσαμε για πρώτη φορά στην αγκαλιά μας. Λένε ότι με τα παιδιά ολοκληρώνεται η ευτυχία ενός ζευγαριού. Δεν το πιστεύω. Γιατί κάθε μέρα μαζί του, κάθε ώρα, κάθε στιγμή με τον Κωστή, με έκανε ακόμα πιο ευτυχισμένη!

Θέλησα να σηκωθώ από το κρεβάτι μου. Ανασηκώθηκα με δυσκολία. Έσκυψε και με φίλησε στο μέτωπο. Τον άγγιξα στο πρόσωπο, του χάιδεψα τα μαλλιά, ήταν τόσο όμορφος, τόσο νέος, μα…

Εντελώς απροσδόκητα αισθάνθηκα την καρδιά μου να χτυπά με γρηγορότερο ρυθμό. Μια ακαθόριστη ανησυχία κατέλαβε το κορμί μου από άκρη σ΄ άκρη. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου αρκετές φορές μήπως και διώξω την θολούρα που είχε επανέλθει. Ο Κωστής ήταν εκεί δίπλα μου, καθισμένος στο πλάι του κρεβατιού. Με κοιτούσε με αυτό το καθαρό και σταθερό βλέμμα σαν να μου λέει «εγώ είμαι εδώ..». Γύρισα το κεφάλι μου και παρατήρησα το μπουκέτο με τις ανεμώνες. Τα μπουμπούκια είχαν σχεδόν ανοίξει καθώς τα πέταλα αγωνίζονταν να βγουν από την φυλακή τους. Ταξίδεψα πίσω στον χρόνο, όταν ξαπλωμένοι σε ένα ανθισμένο λιβάδι του είχα πει: «όταν θα έρθει η ώρα, θέλω να πεθάνω όπως η ανεμώνη, να με φυσήξει ο δυνατός άνεμος και να με πάρει μακριά».

Ξαφνικά πάγωσα! Μια ριπή ψυχρού αέρα διαπέρασε το σώμα μου. Ζαλιζόμουν.  Ένιωσα το μυαλό μου να περιστρέφεται σε μια δίνη αλλεπάλληλων αναμνήσεων. Αγωνιζόμουν να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου ώσπου απότομα μια εικόνα εμφανίστηκε στο μυαλό μου και με καθήλωσε. Τον κοίταξα στα μάτια με δυσκολία.

«Μα.. μα πώς είναι δυνατόν!» ψέλλισα με τρεμάμενη φωνή. «Κωστή..» είπα ασθμαίνοντας σχεδόν, «πώς είναι δυνατόν να είσαι εδώ; Εσύ… εσύ έχεις φύγει!». Ναι, δεν ήταν πια μαζί μου! Η εικόνα του νεκρού, άψυχου, κρύου κορμιού του, είχε για τα καλά σφηνωθεί στην μνήμη μου. Θυμήθηκα. Ένιωσα ξανά την αγωνία, τα δάκρυα, την απόγνωση…

«Πώς είναι δυνατόν!» είπα κλαίγοντας τώρα. «Εγώ στεκόμουν στο προσκεφάλι σου για μερόνυχτα! Εγώ σου κρατούσα παρέα τις νύχτες που σε επισκεπτόταν αυτός ο ανείπωτος πόνος! Εγώ… εγώ σου έκλεισα τα μάτια!» Πλέον έκλαιγα με λυγμούς. Τους ίδιους λυγμούς που άφηνα καθημερινά πάνω από το μνήμα του Κωστή όταν αυτός έφυγε για το αιώνιο του ταξίδι. «Πώς είναι δυνατόν!» επανέλαβα κοιτάζοντας τα ανέκφραστα γαλάζια του μάτια, καθώς τα αναφιλητά έκαναν το στήθος μου να πάλλεται. «Έχεις φύγει εδώ και καιρό! Εδώ και..»

«Είκοσι χρόνια» με διέκοψε.

Στο άκουσμα της φωνής του ξαφνιάστηκα. «Είκοσι χρόνια» σκέφτηκα. Πάει τόσος καιρός από τότε που η γη γκρεμίστηκε κάτω από τα πόδια μου, τότε που το νόημα της ζωής μου χάθηκε, εξαφανίστηκε, τότε που η μοναξιά απέκτησε πρόσωπο. Παραληρούσα! Ένιωσα το χέρι του Κωστή να αναζητά το δικό μου.

«Μην φοβάσαι» τον άκουσα να λέει. Σκούπισα τα δάκρυά μου με τον αγκώνα μου. Προσπάθησα να βρω τη συνοχή μου.

«Τότε πώς; Πώς είσαι εδώ; Γιατί είσαι εδώ;»

«Γιατί…» κόμπιασα όταν πρόφερα την τελευταία φράση. Ο Κωστής ξάπλωσε δίπλα μου, έφερε το πρόσωπό του πλάι στο δικό μου και μου χάιδεψε τα μάτια. Βαριανάσαινα ξανά. Το είχα ξαναζήσει αυτό. Τότε… τότε που η ψυχή του έχανε τις αντοχές της, είκοσι χρόνια πριν, σε ένα παρόμοιο κρεβάτι ήταν που μέσα στην παραζάλη του μου είπε: «Δεν υπάρχει πιο όμορφο μέρος από τη ψυχή σου, θα είμαι εκεί όταν με χρειαστείς». Ήταν οι τελευταίες του λέξεις και το πραγματικό τους νόημα μόλις μου είχε αποκαλυφθεί. Ήταν εδώ! Είναι εδώ τώρα που τον χρειάζομαι!

Αισθάνθηκα το κεφάλι μου να αδειάζει, να καθαρίζει. Έκλαιγα, τώρα όμως όχι από λύπη, ούτε από χαρά. Ήταν δάκρυα ανακούφισης αυτά, ελάφρυνσης. Ο Κωστής δίπλα μου έκλαιγε και αυτός.  Οι ανεμώνες στο βάζο είχαν ανθίσει.

«Σ’ αγαπώ!» του είπα.

Με το χέρι του, πήρε μια τούφα από τα μαλλιά που έκρυβαν τα μάτια μου και την έβαλε πίσω από το αυτί μου. Μου σκούπισε τα δάκρυα και με χάιδεψε στο πρόσωπο.

«Σ’ αγαπώ!» μου είπε.

Αγκαλιαστήκαμε, όπως τότε στο ανθισμένο λιβάδι. Τα χείλη μου άγγιξαν τα δικά του. Ένας ψυχρός άνεμος φύσηξε και παρέσυρε τα πέταλα των λουλουδιών.

Το δωμάτιο γέμισε χρώματα.

 

Πηγή εικόνας: http://hd.wallpaperswide.com/thumbs/milky_way_galaxy_2-t2.jpg


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;