“Σχεδιάζοντας το πεπρωμένο” της Έλσας Σπανού

Αγγλία 1882

Κάστρο Μπέρλοου

Ο Έντουιν κοίταξε τη θυγατέρα του στα μάτια και περίμενε την απάντησή της. Την αγαπούσε πολύ και δεν ήθελε η απόφασή του να την επηρεάσει αρνητικά. Ήταν ευγενής, μα ήταν και πατέρας. Ένας πατέρας που είχε μεγαλώσει μονάχος του αυτό το θαυμάσιο παιδί με κόπο και πολλές θυσίες. Οι επιθυμίες της ήταν πάντοτε μια άγραφη διαταγή για εκείνον· χωρίς ωστόσο αυτό να την κάνει κακομαθημένη κόρη. Έτσι, το πατρικό του φίλτρο θα υπερίσχυε του τίτλου για άλλη μια φορά.

«Λοιπόν, χρυσαφένια μου;» τη ρώτησε ο Έντουιν. «Τι λες;»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Ξέρετε ότι ποτέ δεν αντιτάχθηκα στις επιθυμίες σας, πατέρα μου. Ούτε θα το κάνω και τώρα», του απάντησε εκείνη με διπλωματία.

«Δεν θα ήθελα να το κάνεις, επειδή σου το ζήτησα. Πρόκειται για το μέλλον σου».

«Να είστε σίγουρος πως το θέλω. Είμαι βέβαιη πως ο άντρας που επιλέξατε για μένα, είναι ο κατάλληλος. Γνωρίζετε πόσο θέλω να ερωτευτώ και να κάνω μια ευτυχισμένη, δεμένη οικογένεια. Τίποτα περισσότερο δεν επιζητώ», κέντησε με συναισθήματα τα λόγια της, η Μπέλα.

«Χαίρομαι που το ακούω αυτό, κόρη μου», την αγκάλιασε στοργικά. «Να είσαι σίγουρη ότι αυτός ο γάμος θα είναι ονειρεμένος».

«Είμαι σίγουρη, καλέ μου πατέρα», κάθισε σε ένα αναπαυτικό ανάκλιντρο. «Όμως, θα ’θελα να μάθω περισσότερα αν δεν σας πειράζει, για τον μέλλοντα σύζυγό μου. Μιλήστε μου για ’κείνον. Για τον τρόπο ζωής του, τα ενδιαφέροντά του», άνοιξε διάπλατα τα μάτια της με ενδιαφέρον.

«Εντάξει, μπορεί να μην είναι ο καλύτερος άνθρωπος στον κόσμο. Ο χαρακτήρας του να είναι κάπως δύσκολος…» κάθισε δίπλα της.

«Κανείς δεν είναι τέλειος. Όλοι έχουμε τις αδυναμίες μας», δήλωσε με αθωότητα η κοπέλα.

«Εκείνος σίγουρα όχι, κόρη μου. Σίγουρα, όχι».

***

Παλάτι Κέριγκτον

Την ίδια στιγμή

Ο Τοντ έκανε έναν ελιγμό για ν’ αποφύγει το ξίφος που παραλίγο θα του τραυμάτιζε σοβαρά το χέρι. Στην προσπάθειά του όμως απέτυχε και ο αντίπαλος του πέταξε το σπαθί του μακριά -χωρίς παρόλ’ αυτά να τον αγγίξει.

«Χρειάζεσαι προπόνηση, φίλε μου», είπε ο αφέντης του.

«Για να το λέτε εσείς, έτσι θα είναι, κύριε», σηκώθηκε από το έδαφος, λαχανιασμένος.

Ο Τοντ τον είδε να παραδίδει το ξίφος του στον σιδερά -λέγοντάς του κάτι που δεν μπορούσε ν’ ακούσει- κι έπειτα να απομακρύνεται. Τον ακολούθησε με γοργό βήμα με σκοπό να τον προφτάσει.

«Γιατί με ακολουθείς, Τοντ; Συνέβη κάτι;» γύρισε προς το μέρος του, ο Μαξγουίλιαμ.

«Μάλιστα, βασιλιά μου. Ως έμπιστός σας, πρέπει να σας ενημερώσω πως…» κατέβασε το κεφάλι.

«Πως, τι; Λέγε!» τον πρόσταξε. Μισούσε τα μισόλογα.

«Πως… παντρεύεστε, κύριε», ψέλλισε εκείνος.

Ο βασιλιάς τον κοίταξε με μια άγρια ματιά για λίγα λεπτά κι έπειτα ξέσπασε σε βροντερά γέλια.

«Αυτό ήταν; Γι’ αυτό δεν μπορούσες να μιλήσεις τόσην ώρα;» Ξαφνικά σοβάρεψε. «Άλλη μια νύφη για τη συλλογή μου, σωστά; Ποια είναι αυτή τη φορά, Τοντ;»

«Ο πατέρας σας, επέλεξε αυτή τη φορά, κύριε. Παρακάλεσε να…»

«Να τι, Τοντ; Μάθε να μη σκαλώνεις σε κάθε φράση, όταν μου μιλάς. Επιτέλους, αν σε άκουγε κάποιος άλλος θα με θαρρούσε για κανένα δράκο. Νομίζεις πως είμαι;» έγινε πιο αυστηρός ο λόγος του.

«Όχι, κύριε. Φυσικά και όχι. Είναι δικό μου το λάθος και ζητώ να με συγχωρέσετε. Παρακάλεσε μόνο να της δώσετε μια ευκαιρία ώστε να τη γνωρίσετε καλύτερα», συνέχισε ο Τοντ.

«Πόσο καλύτερα; Να του πεις να μείνει ήσυχος. Ξέρω να φέρομαι με την αρμόζουσα ευγένεια στις γυναίκες», έκανε στροφή για να φύγει ο Μαξγουίλιαμ.

«Είπε ακόμη ότι είναι διαφορετική από τις άλλες, κύριε».

«Διαφορετική; Και τι το διαφορετικό έχει αυτή που δεν το διαθέτει καμία άλλη;» δεν γύρισε στιγμή, ο νεαρός βασιλιάς.

«Δεν γνωρίζω, μεγαλειότατε. Δεν μου είπε».

«Ώστε έτσι; Τότε μάλλον θα πρέπει να γνωρίσω από κοντά τη “διαφορετική” δεσποσύνη. Άκουσε το σχέδιό μου κι έπειτα πες να ετοιμάσουν την άμαξα. Φεύγουμε μόλις νυχτώσει».

***

Η Μπέλα προσπάθησε να νιώσει όσο το δυνατό πιο άνετα με τον άγνωστο που καθόταν απέναντί της, στην άμαξα. Μπορεί να ήταν ο συνοδός της μέχρι την «υψηλή» κατοικία του άνδρα που επρόκειτο να νυμφευθεί αλλά της φαινόταν ξένος -σε σχέση με όλους του άλλους που είχε γνωρίσει. Υπηρέτες, ευγενείς, αφεντάδες. Αυτός… ήταν ξεκάθαρο ότι ήταν μονάχα πολεμιστής, άλλωστε το μαρτυρούσε και το παρουσιαστικό του. Τραχύ, απόμακρο, σκληρό, μα συνάμα έκρυβε και μια μυστήρια γοητεία. Μάλωσε σε αυτή τη σκέψη, τον εαυτό της ενδόμυχα. Δεν μπορούσε να της αρέσει αυτός ο άνδρας. Ο τύπος ανδρός που θα τη συνάρπαζε είχε άλλα χαρακτηριστικά και σε αυτά θα συγκαταλέγονταν η ευγενική φύση, η ηρεμία και η αφοσίωση. Κι ένας απλός φρουρός… ιδιαίτερα ένας φρουρός σαν αυτόν, δεν φαίνεται να τα διέθετε.

«Θα πρέπει να κάνουμε μια στάση», την έβγαλε από το λογισμό της, εκείνος.

«Είναι απαραίτητο αυτό;» Προσπάθησε να διώξει όσα σκέφτηκε.

«Για να το λέω; Καλύτερα να με εμπιστεύεσαι, δεν ήρθα εδώ για να απαντώ σε ερωτήσεις τέτοιου είδους. Βρίσκομαι εδώ μόνο για προστασία», άνοιξε την πόρτα της άμαξας και κατέβηκε.

«Θα…» κατέβηκε με της σειρά της και η Μπέλα. «Θα σας παρακαλούσα να μου απευθύνεστε στον πληθυντικό, παρακαλώ», του είπε ήρεμα.

«Δεν μου αρέσει αυτός ο τρόπος. Και δεν συνηθίζω να μιλώ έτσι, στις γυναίκες».

«Γιατί αυτό; Μιλάτε σαν να υποβαθμίζετε το γυναικείο φύλο. Διορθώστε με αν κάνω λάθος», απόρησε και προσπάθησε να μην προσβληθεί η Μπέλα.

«Ένας άνδρας δεν είναι ισόβαθμος με μια γυναίκα. Είναι; Δεν μπορεί ούτε καν να ειπωθεί κάτι τέτοιο», άφησε ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Οι γυναίκες είναι για το σπίτι».

«Αυτό ακούστηκε κάπως… πώς να το πω… Κακεντρεχή. Θα συνεχίσω να επιμένω για τον πληθυντικό, πάντως. Πιστεύω πως αυτό θα επιθυμούσε και ο σύζυγός μου».

«Δεν είναι ακόμα. Και προς πληροφόρησή σου, έχω την άδειά του να μιλάω όπως θέλω. Έχει ακριβώς τις ίδιες απόψεις μ’ εμένα, ο βασιλιάς».

Η λαίδη Μπέλα σάστισε για μια στιγμή. Αυτό ήταν κάτι, για το οποίο δεν την είχε ενημερώσει ο πατέρας της. Της είχε πει αρκετά, αλλά ίσως όχι τόσα όσα έπρεπε… μάλλον.

«Δεν το πιστεύω», θέλησε να πείσει εκείνον, μα και τον εαυτό της.

«Θα το διαπιστώσεις και μόνη τότε», εξακολούθησε τον ενικό.

«Ωραία, εντάξει. Ο ενικός είναι καλός· δεν θα ’θελα εφόσον συνταξιδεύουμε να υπάρχουν διαφωνίες. Θα σου μιλώ κι εγώ έτσι», υιοθέτησε τον τρόπο του για να ελαφρύνει το κλίμα. «Μπορείς να μου πεις, πόσο θα καθυστερήσει η διακοπή της διαδρομής μας;»

«Χαίρομαι που καταλαβαίνεις τη θέση σου. Φυσικά, μέχρι αύριο την αυγή», της είπε ο συνοδός της.

***

Η Μπέλα έβαλε τα χέρια της κοντά στη φωτιά για να τα ζεστάνει. Αν και αρχές φθινοπώρου η θερμοκρασία φαίνεται να είχε πέσει σ’ εκείνο το μέρος και το κρύο άρχισε να κάνει την εμφάνισή του ολοένα πιο κοφτερό και βαθύ. Απέναντί της βρισκόταν και πάλι εκείνος, ο αντιδραστικός και ετοιμόλογος άνδρας, ενώ παραδίπλα παρέστεκε όρθιος, ο οδηγός ψήνοντας λίγο κρέας.

«Δεν ήξερα πως φέρατε προμήθειες μαζί σας».

«Πάντα προνοούμε γι’ αυτό. Και αν όχι, υπάρχει και το κυνήγι», της έριξε μια ματιά μέσα από τις φλόγες.

«Δεν θα το ’θελα. Δεν μου αρέσει καθόλου το κυνήγι. Αγαπώ πολύ τα ζώα και δεν θέλω να τους κάνω κακό», υπεράσπισε τη θέση της. «Ο βασιλιάς είναι κυνηγός;»

«Αν είναι; Φυσικά και ναι. Από τους καλύτερους», δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της.

«Αυτό βέβαια, μπορεί ν’ αλλάξει. Τουλάχιστον… το ελπίζω», χαμήλωσε λίγο τη φωνή της, σαν να ψιθύριζε κάτι στον εαυτό της. «Θα ήθελα να περπατήσω λίγο», σηκώθηκε πάνω, τινάζοντας ελαφρά το μακρύ φόρεμά της.

 «Δεν το βρίσκω καλή ιδέα. Αλλά αν το θέλεις τόσο πολύ, θα έρθω κι εγώ μαζί σου τότε», σηκώθηκε κι εκείνος.

Πέρασαν λίγες στιγμές που το περπάτημα δεν ακολούθησε κάποια μορφή συζήτησης. Παρέμειναν και οι δυο αμίλητοι και σιωπηλοί. Μονάχα περπατούσαν, αποφεύγοντας τις ματιές μεταξύ τους.

«Είναι λιγάκι σκοτεινά εδώ, δεν νομίζεις;» ρίγησε από φόβο η Μπέλα.

«Εσύ ήθελες να περπατήσεις. Και ακόμα δεν είδες τίποτα, πίστεψέ με», ξεκίνησε άλλη μια προσχεδιασμένη πρόταση αυτός.

«Τι εννοείς; Και αλήθεια, δεν μου έχεις πει ακόμα το όνομά σου. Θα ’θελα να το ξέρω».

«Σέντρικ. Αλλά αυτό δεν έχει και τόση σημασία. Άκου», έκανε νόημα με το δεξί του χέρι τάχα για ν’ ακούσει τον ανύπαρκτο ήχο.

«Σε παρακαλώ, μην με τρομάζεις. Το σκοτάδι και οι υπόκωφοι ήχοι με ταράζουν. Αν είναι αστείο μην το κάνεις», έκανε ένα βήμα πίσω.

Ο Σέντρικ σκέφτηκε: “Καημενούλα. Άλλο ένα κορίτσι κλασσικής μορφής που φοβάται τα σκοτάδια.

«Πάμε να φύγουμε, αφού το θες».

Η Μπέλα στο δεύτερο πισωπάτημά της σκόνταψε σε ένα ξύλο και ήταν έτοιμη να πέσει κάτω όταν την έπιασαν στη στιγμή -με απίστευτη γρηγοράδα- τα δικά του χέρια. Τα στόματά τους τότε βρέθηκαν πολύ κοντά και τόσο οι σκέψεις όσο και οι επιδοκιμασίες σβήστηκαν ξαφνικά από το νου, του Σέντρικ. Ένιωθε τώρα πως το μόνο που ήθελε ήταν να τη φιλήσει και το έκανε. Ένωσε τα χείλη του με τα δικά της και χάθηκαν κι οι δυο μέσα σ’ αυτή τη δίνη. Το σκοτάδι φώτισε τον κόσμο τους και έδωσε μια νέα πνοή στο έρημο δάσος. Του έδωσε χρώμα.

Κόκκινο από το φιλί τους.

Από την ένταση της στιγμής τους.

Ένα ψέμα όμως υπόβοσκε βαθιά στην καρδιά του Σέντρικ και στη φανέρωσή του κινδύνευαν όλα αυτά που άρχισε να νοιώθει· να σπάσουν και να χαθούν.

 

Πηγκή φωτογραφίας:

www.goodnightjournal.com


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;