“ΡΥΓΧΟΣΠΕΡΜΟ” της Καλλιόπης Ράικου

Είχε πέσει το σκοτάδι και ο κήπος του συνοικιακού καφέ βρισκόταν σε ανοιξιάτικη έξαρση. Οι πρώτες καρέκλες είχαν βγει έξω, οι μαξιλάρες, τα ρεσό, τα τραπεζάκια.Ολόγυρα σκεπασμένα τα πάντα με άσπρα ανθάκια. Όλοι νομίζουν πως είναι γιασεμί. Δεν είναι. Είναι ρυγχόσπερμο. Ψεύτικο γιασεμί. Αυτό που πυκνώνει τόσο πολύ, βγάζει αμέτρητα, πυκνά λουλούδια κι εσύ ζαλίζεσαι και βρίσκεσαι σε κατάσταση μέθης. Τέτοια είναι η μυρωδιά του. Πάνω στο τραπέζι στεκόταν το μπουκάλι κρασί που είχα παραγγείλει. Κόκκινο. Με δύο ποτήρια. Χρόνια τώρα συνήθιζα να έρχομαι εδώ όταν άνοιγε ο καιρός. Ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί με δύο ποτήρια. Για μένα. Μόνο. Κοίταζα το ποτήρι μπροστά από το αναμμένο ρεσό.  Αίμα. “Πόσο χαίρομαι να βλέπω γυναίκες να έχουν τη δύναμη να βγαίνουν και να διασκεδάζουν μόνες τους. Κι εγώ το ίδιο έκανα, πριν λίγο-πέρασα από δω να πω ένα γεια στα παιδιά του καφέ”. Γύρισα το κεφάλι μου. Μια καλοβαλμένη, καλοντυμένη κυρία γύρω στα 55 περνούσε από μπροστά μου, μιλώντας μου. Όμορφο πρόσωπο, μάλλον πράσινα μάτια, φωτεινά. Χαμογελαστή. “Καλύτερα δεν είναι μόνη από το να είσαι με κακή παρέα;” “Μα φυσικά! Γιατί όχι!” “Αύριο έχω τα γενέθλιά μου. Θα πάω να βαφτώ, να φτιάξω μαλλιά, νύχια, θα αγοράσω ρούχα και θα βγω έξω. Μόνη μου. Αν δεν προκύψει κάτι. Έτσι δεν είναι; Πρέπει να προκύπτει πάντα παρέα για να περνάμε καλά;” “Πόσο δίκιο έχετε”.

“Τι ωραία που μυρίζει το γιασεμί. Τώρα την άνοιξη αξίζει κανείς να βγαίνει έξω μόνο και μόνο για να μυρίζει”.

“Δεν είναι γιασεμί αυτό. Είναι ρυγχόσπερμο. Είναι το ψεύτικο γιασεμί, όπως λένε”.

“Δεν πειράζει. Ας είναι. Μυρίζει υπέροχα. Άλλωστε με όλα τα ψεύτικα ερωτευτήκαμε, με όλα τα ψεύτικα ελπίσαμε, όλα τα ψεύτικα μπορούν να μυρίζουν, όπως θέλουμε. Ας είναι και ψεύτικα. Γι’ αυτό βγαίνω έξω”.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Είχα μια έντονη επιθυμία να πάω μια βόλτα με αυτήν τη γυναίκα. Έπρεπε να περάσω μερικές ώρες μαζί της. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν ζήτουλας παρέας. Σαν αυτές τις ελαφριές που κυκλοφορούν και μιλάνε από δω κι από κει. Όμως μετά είδα μια συνειδητοποιημένη μοναξιά που θα μπορούσε να μοιραστεί για λίγο τη δική μου. Είχα ανάγκη να μοιραστώ αυτήν την αξιοπρέπεια της μοναξιάς. Την περηφάνεια της συνειδητοποίησης μιας ζωής που προσπερνά και καταλαβαίνει πως πρέπει να ευχαριστιόμαστε και με το ρυγχόσπερμο που είναι ψεύτικο γιασεμί. Η μυρωδιά του δεν είναι αυτή του κανονικού γιασεμιού. Είναι τύπου γιασεμί. Είναι λιγότερο διακριτική. Είναι αυτό που νομίζουμε ότι δε θέλουμε, αλλά το ψάχνουμε κι όταν ορμάει πάνω μας, έχουμε πάψει να το βλέπουμε. Γιατί το βρίσκουμε αργά πολύ. Τα χρόνια της διακριτικότητας προσπερνούν και τα προσπερνάμε. Τα χάσαμε –μας κέρδισαν. Τώρα ισοπαλία.

 

“Θέλετε να περπατήσουμε μαζί;”

“Ναι, γιατί όχι. Αν έχετε χρόνο.”

“Πάμε. Είναι ωραία να περπατήσουμε λίγο τέτοια ώρα κατά μήκος της παραλίας.”

 

Τα πόδια μας συγχρονίστηκαν αμέσως. Δίπλα-δίπλα. Δύο γυναίκες. Ξένες και γνωστές. Όλα γύρω τα ίδια και διαφορετικά. Ο ήχος των παπουτσιών μας έβγαζαν κάτι που έμοιαζε με καινούργιο ρυθμό, καινούργια μελωδία. Βγήκαμε να δούμε αυτό που ξέρουμε και θα το ξαναδούμε. Δεν μιλάγαμε. Είχαμε ένα γλυκό χαμόγελο όταν κάπου –κάπου κοιταζόμασταν. Λίγο σαστισμένο. Χωρίς λόγια κοντοσταθήκαμε ταυτόχρονα.

Ένα βουνό από πεταμένα ρούχα, έπιπλα, προσωπικά αντικείμενα και ακόμα και πήλινες γλάστρες με φυτά. Στο νεκροταφείο ο νεκρός πεθαμένος πια. Στο δρόμο δύο φορές  νεκρός. Κοιταχτήκαμε. Ταυτόχρονα. Με την ίδια ματιά αηδίας. Τι ξετσιπωσιά. Αδειάζουν τις ζωές των παππούδων και των γιαγιάδων από τα σπίτια τους όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Αμολάνε το θράσος τους και την αναισθησία τους μπροστά στα μάτια μας. Ο παππούς ή η γιαγιά σε μπάζα. Η ζωή σε μπάζα κι ο θάνατος σε μπάζα. Πηγαίνουμε πιο κοντά.

“Θέλετε να πάρουμε από μια γλάστρα;”

“Ναι. Κοιτάχτε αυτές είναι φρεσκοφυτεμένες.”

«Α! παππούς ήταν. Έχει κάτι γεροντίστικες γραβάτες. Κοιτάχτε την γλάστρα μου. Δεν είναι ωραία έτσι με τη γραβάτα όπως την έδεσα γύρω της;”

“Σταθείτε! Βρείτε και για μένα μια γραβάτα και φτιάξτε την έτσι και στο δικό μου φυτό.”

“Μα φυσικά”

 

Τώρα περπατούσαμε κατά μήκος της ακτής. Αγκαλιά με τις γλάστρες μας. Είχαμε φτάσει  κοντά στην ακρογιαλιά όπου αυτές οι καντίνες φαίνονται σαν παράγκες- η μια δίπλα στην άλλη. Το υπαίθριο αναψυκτήριο είναι καλυμμένο ακόμα με αυτά τα πρόχειρα πλαστικά του χειμώνα που μαζεύουν τους αχνούς και τους καπνούς και τα θέλω και τις ορμές και τα βλέμματα.  Έχουν κι αυτά τη γοητεία τους . Φαίνονται σαν τα αντίσκηνα των τσιγγάνων. Και τα ζευγάρια μέσα σ’ αυτά σαν εκείνα που το σκάνε παίζοντας για λίγο τον τσιγγάνο και την πριγκίπισσα που στεγάζουν  για λίγο τον πλανόδιο έρωτά τους   για να μην τους δει και τους προδώσει το φεγγάρι.

Τραβήξαμε ένα τραπέζι έξω από τα υπαίθρια πλαστικά σκεπάσματα. Άλλωστε εμείς δε νοιαζόμαστε πια να κρύψουμε τα πάθη μας –αν είχαν απομείνει-. Τα ρούχα μας μάλλον δεν περίσσευαν και οι επιθυμίες μας δεν ξεχειλίζουν πια. Καθίσαμε παραγγείλαμε το κρασί μας. Πότε κοιτούσαμε μέσα στα παράνομα πλαστικά τα ζευγάρια που φαίνονταν τόσο σοβαρά και λάγνα. Καμία ξεγνοιασιά. Γιατί έρχονται εδώ τα ζευγάρια, μέσα στα θολά πλαστικά; Τι έχουν να ενώσουν με τη θάλασσα;

“Ερχόμουν κι εγώ εδώ –περίπου 30 χρόνια πριν. Μετά κάναμε σεξ μέσα στο αυτοκίνητο. Όταν ήταν χειμώνας μου άρεσε περισσότερο. Η θάλασσα και οι άντρες που έβρισκα πάντα στη ζωή μου ήταν το ίδιο θυμωμένοι-χειμωνιάτικοι.”

“Σου αρέσει το κόκκινο κρασί;”

“Ναι, και αυτό είναι θαυμάσιο.”

Οι δύο καρέκλες απέναντί μας με πλάτη στη θάλασσα είχαν πάνω τους τις γλάστρες μας. Είχαν πάψει εδώ και ώρα να είναι νεκρή ύλη των σκουπιδιών. Μετά από λίγη ώρα στην ήσυχη παρέα μας είχαν σταματήσει να ζουν οι μυρωδιές των τσιγάρων και της θάλασσας. Τα δυο μας φυτά άρχισαν να μας απλώνουν τα χέρια τους και να μυρίζουν όσο καλύτερα μπορούσαν. Ήταν σαν να ανέπνεαν βαθιά και μετά έκαναν την πιο μυρωδάτη εκπνοή προς το μέρος μας. Κοιταχτήκαμε. Ταυτόχρονα. Γιασεμιά. Νιώσαμε αμέσως τη μυρωδιά –τη διαφορά της μυρωδιάς. Νιώσαμε περήφανες.

Τα σώσαμε από το θάνατο. Είναι πιο ενδιαφέρον να σώσεις κάτι από το δεύτερο θάνατό του. Από το δεύτερο θάνατο των πεζοδρομίων.

Τελειώσαμε το κρασί μας. Αγκαλιάσαμε τις γλάστρες μας. Περπατήσαμε γοργά μέχρι το σημείο αφετηρίας μας. Κοιταχτήκαμε στα μάτια. Γυάλιζαν. Φώτιζαν.

“Να τα εκατοστήσεις”

“Ευχαριστώ. Καληνύχτα.”

“Κι εγώ ευχαριστώ.Καληνύχτα.”


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;