Athens
16°
broken clouds
Υγρασία: 59%
Άνεμος: 5m/s Δ
Ανώτερη 17 • Κατώτερη 11
Weather from OpenWeatherMap
MAXMAG | Επικαιρότητα, Κόσμος, Πολιτισμός, Διασκέδαση, Ομορφιά

“Ράμι” της Μαρίας Γιαννακοπούλου-Δακτυλίδη

Ο άντρας που με τράβηξε στο κατάστρωμα μου μίλαγε σ’ άγνωστη γλώσσα. Δεν τον καταλάβαινα. Έτρεμα. Έφτυνα νερό. Το πλοίο που μετέφερε εκατό κακότυχους μαζί μ’ εμένα είχε βουλιάξει. Δώδεκα μετανάστες μονάχα σωθήκαμε απ’ τα πελώρια κύματα του Αιγαίου. Οι λιμενικοί που μας παρέλαβαν, μας έσπρωχναν για να περπατήσουμε πιο γρήγορα. Χωρίς πολλές ερωτήσεις μας έβαλαν σ’ ένα ξύλινο παράπηγμα. Εκεί ήτανε πεταμένοι κι άλλοι μετανάστες, ρυπαροί, που βρωμούσανε ιδρωτίλα και κάτουρο. Τους σιχαινόμουνα. Στην πατρίδα μου είχα άσπρη μπανιέρα και η μάνα μου αγόραζε άφθονο το αφρόλουτρο και την κολόνια. Τραβήχτηκα μακριά τους. Κόλλησα το σώμα μου δίπλα στην πόρτα. Αχ, ν’ άνοιγε. Να πρόφταινα να πεταχτώ έξω. Να το βάλω στα πόδια. Προσπάθησα να κλείσω τα μάτια μου για να ηρεμήσω και να κοιμηθώ. Δεν μπορούσα. Παιδάκια έκλαιγαν. Μεγάλοι πετάγονταν επάνω φωνάζοντας. Έβλεπαν εφιάλτες. Άλλοι τσακώνονταν. Ήμασταν νηστικοί. Διψασμένοι. Φοβισμένοι Και η κατάσταση παρέμεινε ίδια δύο μέρες μετά που αστυνομικοί μας οδήγησαν σε αστυνομικές κλούβες. Πριν μπούμε μέσα, μερικοί κάτοικοι του νησιού μας πλησίασαν. Κρατούσαν πλαστικές τσάντες. Μας κοιτούσαν με συμπάθεια. Βλέποντας τα γυμνά μου πόδια, ένας ξανθός άνδρας μου ‘δωσε ένα ζευγάρι σαγιονάρες. Ένας άλλος, εμφιαλωμένο νερό. Τρεις κονσέρβες τόνο. Οδοντόβουρτσα και οδοντόκρεμα. Μια απ’ τις γυναίκες που μοίραζαν τις τσάντες πήρε στην αγκαλιά της ένα κλαμένο κοριτσάκι που αναζητούσε την αγνοούμενη μάνα του. Του τραγούδησε ένα ελληνικό, μελαγχολικό τραγούδι. Ένοιωσα τη συμπόνια της. Η μικρή σφίχτηκε στην αγκαλιά της γυναίκας που τη φίλησε. Με την εικόνα τους στο μυαλό μου ανέβηκα στην αστυνομική κλούβα. Η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή επέστρεφε στην ψυχή μου. Όμως ήμουνα γελασμένος. Η ανάπαυλα της ανθρώπινης καλοσύνης ήτανε πρόσκαιρη. Στην Αθήνα, που έφτασα μετά από πολύωρο ταξίδι, με κράτησαν στο αστυνομικό τμήμα. Ένας δικηγόρος μ’ έναν διερμηνέα με πλεύρισαν για να μου αποσπάσουν πληροφορίες για την καταγωγή, τ’ όνομα και τους λόγους της παράνομης εισόδου μου στην Ελλάδα. Ο διερμηνέας με προειδοποίησε να πω ότι ήμουνα πολιτικός πρόσφυγας. Να δώσω ψεύτικο όνομα και καταγωγή για να γλυτώσω την απέλαση. Το έκανα. Έπρεπε να ξεχάσω ποιος είμαι. Όπως έπρεπε ν’ αντέξω το ξύλο. Οι φρουροί ήθελαν εκτόνωση. Έμαθα ότι ένα μικρό αγόρι είχε πεθάνει απ’ την κακοποίηση. Ευχόμουνα να μη μου συνέβαινε κι εμένα. Ήμουνα πολύ νέος. Μόλις δεκαεφτά, κι ας ένοιωθα πενήντα. Ήμουνα κι εγώ άνθρωπος. Μαυριδερός. Διαφορετικός. Με άγνωστη γλώσσα. Άλλες συνήθειες, έθιμα, θρησκεία. Αλλά δεν έπαυα να είμαι άνθρωπος. Με αίμα στις φλέβες. Με καημό. Να δω ξανά την ανατολή στη χαμένη πατρίδα. Δυστυχώς, μετά από μέρες αγωνίας για την τύχη μου είδα τη δύση έξω απ’ το αστυνομικό τμήμα. Παρέα με την προσωρινή άδεια παραμονής μου στην Ελλάδα. Τα ρούχα μου ήτανε βρώμικα. Σκισμένα. Ήμουν πεινασμένος. Άφραγκος. Έφτασα με κόπο στην τσιμεντένια πλατεία της Ομόνοιας. Ανηφόρισα προς το Σύνταγμα. Εξαντλημένος, κατέληξα να περπατάω στην Ερμού. Πολλά κορίτσια. Φορούσαν κοντές φούστες. Κάπνιζαν. Είχαν ακάλυπτα τα μαλλιά τους. Και νεαροί. Μοντέρνοι. Δύο απ’ αυτούς κρατιόντουσαν αγκαζέ. Τα είχα διαβάσει. Στο ιντερνέτ. Κοίταξα αλλού. Πνιγηρά κτίρια. Βιτρίνες πολυτελών καταστημάτων. Φαγάδικα. Αδέσποτα σκυλιά. Σκουπιδοτενεκέδες. Η πολυκοσμία δεν μ’ άφηνε να τους ψάξω. Ντρεπόμουνα. Κι ας ήμουνα ένας ξένος… Έψαξα για μια απόμερη γωνιά. Να ξεκουράσω την αδυναμία μου. Χαμηλά, προς την Καπνικαρέα, είδα την είσοδο μεγάλου πολυκαταστήματος. Χώθηκα στην εσοχή της. Η κλωτσιά που προσγειώθηκε στα κοκκαλιάρικα πλευρά μου με ξύπνησε απότομα. Ένας Αφρικανός είχε θυμώσει που καταπατούσα το χώρο του. Δεν είχα προσέξει τα χαρτόκουτα του. Ούτε την τρύπια κουβέρτα του. Με απείλησε ότι θα με τσάκιζε στο ξύλο. Να φύγω. Τώρα. Μ’ έντονο πόνο στα πλευρά και βαθιά απογοήτευση συνέχισα την περιπλάνηση μου στην αδιάφορη μεγαλούπολη. Κανείς δεν μου ‘δινε την παραμικρή σημασία. Μόνο κάποια μικρά παιδιά που περνούσαν με τις οικογένειες τους από δίπλα μου μ’ έδειξαν στους γονείς τους και γέλασαν. Αυθόρμητα, καθρεφτίστηκα σε μια βιτρίνα. Ήμουνα αξιοθέατο. Η μια σαγιονάρα μου είχε σπάσει και την είχα πετάξει. Το μπλε μπλουζάκι μου ήτανε καφέ απ’ τη βρώμα και του ‘λειπαν τα κουμπιά. Είχα ένα άσκημο κόψιμο στο μέτωπο και τα γένια μου είχαν μακρύνει και με αγρίευαν. Κοίταξα γύρω μου. Ήθελα να επικοινωνήσω. Με άνθρωπο. Πήγα στο κοντινότερο εστιατόριο. Ζήτησα με νοήματα λίγο νερό. Το γκαρσόνι μου ‘φερε ένα ποτήρι νερό. Πήρα θάρρος. Ήξερα λίγα αγγλικά. Μήπως είχανε ανάγκη από θελήματα. Το αφεντικό δέχτηκε. Θ’ αμειβόμουνα με λίγο φαΐ κι ένα πάγκο για να κοιμάμαι τα βράδια. Ήτανε σκληρός. Με χτυπούσε στο κεφάλι. Στο σβέρκο. Με το παραμικρό. Και για τα λάθη των άλλων υπαλλήλων του. Πολλές φορές με κλωτσούσε. Ένα από τα συχνά του σκαμπίλια έσπασε ένα δόντι μου. Δε μαλάκωνε απέναντι μου. Κι ας έκανα τις πιο κουραστικές δουλειές. Καθάριζα τις λεκάνες στις τουαλέτες. Έτριβα το πάτωμα με χλωρίνη πεσμένος στα γόνατα. Έπλενα τους κάδους των απορριμμάτων. Και ήμουνα διαρκώς στη διάθεση του. Δεν έπρεπε να ξεκουράζομαι. Ή να κοιμάμαι αρκετά. Να τρώω αρκετά. Έπρεπε να το βουλώνω και να δουλεύω. Όχι απαραίτητα με την ίδια σειρά. Και κανείς δε νοιαζόταν. Τα γκαρσόνια ήταν διαρκώς απασχολημένα στην εξυπηρέτηση των πελατών. Απόπειρες μου να συναθροιστώ με συμπατριώτες μου σε καφενεία της Αθηνάς και της Λιοσίων απέτυχαν. Μου πρότειναν να συμμετέχω σε κλεψιές γέρων και ληστείες ψιλικατζίδικων. Αρνήθηκα. Για να περιθωριοποιηθώ κι απ’ την ίδια τη φάρα μου. Ήμουνα απομονωμένος. Κανείς δεν με ρωτούσε ποιος είμαι, από πού προέρχομαι και τι σκέφτομαι. Κανείς δεν με πρόσεχε. Ήμουνα αόρατος για τον κόσμο. Ένα μηδενικό. Θύμωσα. Ένας υγιής θυμός. Δημιουργικός. Έπρεπε να κάνω κάτι στη ζωή μου. Με τη ζωή μου. Κι έτυχε. Περνούσα έξω από το Κέντρο Εκμάθησης της Ελληνικής Γλώσσας για Πρόσφυγες. Στη Πατησίων. Μου το ‘χε αναφέρει νωρίτερα ένας συμπατριώτης. Μαθαίνεις τα Ελληνικά. Παίρνεις και χαρτί. Βεβαίωση. Δωρεάν. Και η κοπέλα στην υποδοχή ήτανε ευγενική. Κάθισα στην αναπαυτική καρέκλα. Έδωσα τα ψεύτικα χαρτιά μου. Τη Δευτέρα, σε δεκαπέντε μέρες. Ξεκίνημα. Σύνολο, δύο χρόνια για τα βασικά. Δε βιαζόμουνα. Στην επιστροφή για το μαγαζί πετούσα. Η ψυχή μου είχε ανυψωθεί σ’ ένα ουράνιο σύννεφο. Αναπαυόταν. Άρχισα να ζητιανεύω απ’ τα γκαρσόνια τα πεντάλεπτα και τα δίλεπτα. Των φιλοδωρημάτων. Για ν’ αγοράσω νέο μπλουζάκι. Πλεχτό. Μου τα ‘διναν μ’ απαξίωση. Εγώ όμως μέσα μου διαρκώς πετούσα. Και μάθαινα. Δεν έκανα απουσίες. Έγραφα άριστα στα διαγωνίσματα. Η προφορά μου ήτανε η καλύτερη στην τάξη. Η κα Μαίρη με παίνευε. Συχνά με κερνούσε απ’ τα κρουασάν που είχε στην τσάντα της. Γεμιστά με πραλίνα φουντουκιού. Με συμβούλευε. Να ξυρίζομαι. Να κάνω μπάνιο πιο συχνά. Να πλένω τα ρούχα μου στο ιδιωτικό πλυντήριο της οδού Διομβριότου. Ήτανε οικονομικό. Την άκουγα. Πήρα το χαρτί μου με άριστα. Και συνέχισα. Στις άλλες τάξεις. Για ανώτερα. Η κα Μαίρη είπε ότι θα με βοηθούσε να μπω και σε σχολή. ΤΕΙ. Εντυπωσιακές λέξεις. Σχολή. ΤΕΙ. Μ’ αρέσουν οι υπολογιστές. Στο σπίτι μου είχα έναν. Ήξερα τα βασικά προγράμματα. Και δεν τα ξέχασα. Εξακολουθούσα να πετάω. Και μετά από έξι χρόνια. ΤΕΙ, Τμήμα πληροφορικής Αθηνών. Πρώτος. Με γράψανε στις εφημερίδες. Κατόρθωμα. Αξιέπαινο προσφυγάκι. Σκληρά εργαζόμενο. Παράδειγμα προς μίμηση. Υπάρχουνε και καλοί αλλοδαποί. Ένα κανάλι μ’ έβγαλε στις ειδήσεις των οκτώ. Τ’ αφεντικό μου σκυθρώπιασε όταν με είδε. Με φώναξε στο γραφείο του. Με μάλωσε. Αφού πάντα με υποστήριζε. Δεν ήτανε σωστό. Που δεν του το ‘πα. Λοιπόν… Θ’ άλλαζα πόστο. Θα πήγαινα στο σερβίρισμα. Είχα πια μεγαλώσει. Και.. θα μου ‘δινε άδειες για να παρακολουθώ τ’ απογευματινά εργαστήρια. Πρώτα απ’ όλα οι σπουδές. Που τις τέλειωσα ακριβώς στα τέσσερα χρόνια. Δεύτερο άριστα. Με ζήτηση για πρόσληψη από εταιρίες πληροφορικής. Με την ασήμαντη ζωή μου να γεμίζει από ζωή.  Μέλλον. Φίλους. Όμορφα ρούχα. Καθαρά. Κι εγώ χορτάτος. Και στο πνεύμα. Μ’ όνειρα. Να βρω τη σκορπισμένη μου οικογένεια. Απελευθερωμένος απ’ το φόβο της απέλασης. Της μοναξιάς. Της απομόνωσης. Της κακομεταχείρισης. Χαρούμενος. Και, ναι… Ευτυχισμένος. Στη νέα μου πατρίδα.

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Το MAXMAG είναι το νέο περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Το MAXMAG είναι ένα νέο διαδικτυακό περιοδικό, που σκοπεύει να παρέχει ενημέρωση επάνω σε ζητήματα κοινωνικά, πολιτιστικά, αλλά και πολιτικά. Η κάθε στήλη μας αντιπροσωπεύει και ένα ξεχωριστό πεδίο, καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο ένα ευρύ πλαίσιο ενδιαφερόντων του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG