“Πριν χαράξει…” της Μαίρης Αντωναράκου

Μου μένουν μοναχά λίγες ώρες.Μόλις χαράξει θα οδηγηθώ στο εκτελεστικό απόσπασμα και λίγο μπαρούτι θα στραγγίξει μονομιάς όση ζωή θα μου απέμενε διαφορετικά.Δε με πειράζει όμως.Στα πενήντα τρία μου χρόνια μπορώ με έπαρση να πω πως φεύγω σχεδόν με τη θέληση μου, έχοντας ζήσει τουλάχιστον, μια ζωή -αν όχι πλήρη- πληρέστερη απο των περισσότερων συνανθρώπων μου.Υποφέρω μόνο στη σκέψη πως δε θα ξαναδώ τη Λενιώ και τα παιδιά μας.Είχαν τη καλοσύνη οι φύλακες και μου επέτρεψαν μερικά λεπτά μαζί τους πριν, όμως τελικά νομίζω πως ήταν περισσότερο μέρος της τιμωρίας μου παρά χατήρι στο μελλοθάνατο.Κανένα βασανιστήριο και κανένα τραύμα απ’ αυτά που απέκτησα στο πόλεμο δε με πόνεσαν τόσο, όσο οι τελευταίες αγκαλιές των παιδιών και της γυναίκας μου.Η θλίψη που με γέμισε η ευθύνη πως τα τελευταία μου λόγια έπρεπε να είναι σημαντικά, άξια να γραφτούν σαν ευαγγέλιο στην ψυχή τους και βάλσαμο στον δικό τους πόνο, κι η ανημποριά μου να αρθρώσω την παραμικρή λέξη είναι ανείπωτη.Ήθελα να κλάψω όπως τότε που ήμουν παιδί, γοερά και δυνατά αλλά δε τόλμησα.Τους χαμογέλασα ενθαρρυντικά και σκούπισα τα δάκρυα απ’ τα δικά τους μάτια.Αγκαλιαστήκαμε όλοι μαζί κι η μυρωδιά τους ακόμα δεν λέει να ξεθωριάσει.Στις μυρουδιές αυτές βρήκα το νόημα της ζωής, όσο πλησιάζει το τέλος τόσο περισσότερο βεβαιώνομαι.Τίποτα απ’ όσα έπραξα δεν θα είχε νόημα αν πριν δεν είχα πράξει το να κάμω οικογένεια.

Με τη Λενιώ γνωριζόμασταν απο παιδιά.Σα χθες θυμάμαι τη πεθερά μου έγκυο.Ήμουν δεν ήμουν δέκα χρονών όταν τη γέννησε.Θυμάμαι τα πρώτα της λογάκια, τα πρώτα της βήματα.Τα σπίτια μας ήταν δίπλα δίπλα κι οι μανάδες μας οι καλύτερες φίλες.Ένιωθα σα τον μεγάλο αδερφό που δεν είχε, ήθελα να τη προστατεύω και να τη φροντίζω απο τότε που ήταν μωρό.Όταν ήταν εννιά χρονών μάλιστα που έχασε τον πατέρα της στον πόλεμο, η ασφάλεια της μου έγινε ανάγκη.Τη θυμάμαι κοριτσάκι να παίζει με τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς κρυφτό και κυνηγητό.Μια φορά έπεσε και τα γόνατα της μάτωσαν, τη πήρα στα χέρια μου και τη πήγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα στη μάνα της να περιποιηθεί τα τραύματα της.Δεν ήθελα να βλέπω το Λενάκι μου να κλαίει.Είχα τόσο τρυφερά κι αγνά αισθήματα για εκείνο το κοριτσάκι με τα σγουρομάλλικα κοτσίδια που με καλημέριζε απ’ τ’ αντικρινό παράθυρο.

Θυμάμαι πως όταν γύρισα απ’ το στρατό το κοριτσάκι που είχα αφήσει πίσω είχε γίνει μια σοβαρή έφηβη που πήγαινε στη πρώτη τάξη του γυμνασίου.Σχεδόν με ντράπηκε τόσο καιρό που είχε να με δει, μιας και τα λεφτά για πήγαινε έλα δε περίσσευαν.

«Δε θα μ’ αγκαλιάσεις βρε Λενιώ;», της είπα και κείνη έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά μου, χαρίζοντας μου ένα απ’ τα μαργαριταρένια της χαμόγελα που αυλάκωναν τα μάγουλα της με δυο μικρά χαριτωμένα λακάκια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ύστερα εγώ έπιασα δουλειά στο ξυλουργείο του πατέρα μου κι εκείνη καταπιάστηκε με τα μαθήματα και το ράψιμο για να βοηθάει τη μαυρομάνα της.Δε βλεπόμασταν πια παρά μόνο τα Σαββατοκύριακα κι αυτό για λίγες μονάχα ώρες.Και το Λενιώ μου μεγάλωνε κι εγώ δε το βλεπα.Στα δικά μου μάτια παρέμενε το κοριτσάκι με τα μελαχρινά σγουρά μαλλιά και τα ματωμένα γόνατα…

Ένα απόγευμα του Αυγούστου καθόμουν στο μικρό μας μπαλκονάκι και περίμενα το Λενιώ να φανεί.Μόνο οι δικές της κουβέντες θα μ΄έκαναν να ξεχαστώ απ’ τις σκοτούρες της δουλειάς.Τραβολογιόμουν εκείνη τη περίοδο και με μια ζουρλοκανέλα κι είχα επιπλέον πονοκεφαλιάσει.Περνούσε η ώρα και το Λενάκι δεν έλεγε να φανεί.Θα ‘χει δουλειά σκεφτόμουν και έκαμα υπομονή, αν και σε τέτοιες περιπτώσεις έβγαινε συνήθως και μ’ ειδοποιούσε.Έτοιμος ήμουν να πάω να της χτυπήσω, είχα αρχίσει μάλιστα να ανησυχώ όταν άνοιξε η πόρτα κι είδα τον γαλίφη τον γιο του μανάβη να βγαίνει μετά των γονιών του.

«Τι δουλειά έχουνε δαύτοι στο σπίτι της Λενιώς μάνα;», ρώτησα με ένα κακό προαίσθημα ήδη να με κυκλώνει.

«Δε στα είπε η φιλενάδα σου;Μάλλον θα φάμε κουφέτα!Τη θέλει ο Μανωλάκης κι ήρθαν να τη ζητήσουνε…Βρες κι εσύ επιτέλους μια γυναίκα να δω και γω χαρά!».Καλύτερα να μου ‘χε καρφώσει μαχαίρι στη καρδιά, λιγότερο θα πονούσα.Το Λενιώ μου θα παντρευόταν;

«Μα είναι μικρό κορίτσι ακόμα..», ψέλλισα μες στη σαστιμάρα μου.

«Το μυαλό σου και μια λύρα!Στα εικοσιέννα κοντεύει, κι άργησε!Τόσα προξενιά έχει διώξει, μακάρι να πει ναι στο Μανώλη να’χει και το πιάτο της γεμάτο!».Τόσα προξενιά και μένα τίποτα δε μου είχε πει!Το μυαλό μου ήταν ένα κουβάρι.Γιατί ένιωθα τέτοια πικρία;Αν ήμουν σωστός φίλος θα ‘πρεπε να χαρώ, όχι να νιώθω τη καρδιά μου βαριά σα μολύβι.

Έξω είχε σουρουπώσει κι εγώ δεν είχα κουνήσει ρούπι απ’ τη θέση μου.Και τότε την είδα.Βγήκε και έμεινε μετέρωση να με κοιτάζει απ’ το απέναντι μπαλκόνι.Τα σγουρά μαύρα μαλλιά της σχημάτιζαν δαχτυλίδια κι έφταναν σχεδόν στη δαχτυλιδένια μέση της.Φορούσε ένα λευκό φόρεμα ως το γόνατο και το φουσκωμένο στήθος της ανεβοκατέβαινε στο ρυθμό της ανάσας της κάτω απ’ το ύφασμα.Με πλησίασε και τα κεχριμπαρένια μάτια της βυθίστηκαν στα δικά μου.

«Η μάνα μου θέλει να με παντρέψει με τον Μανώλη.», μου είπε κι έκατσε στη καρέκλα δίπλα μου.

«Κι εσύ;», τη ρώτησα θυμωμένος, πιότερο με μένα που τόσο καιρό δεν είχα καταλάβει πως η Λενιώ μου είχε γίνει γυναίκα πια και μάλιστα η πιο όμορφη που είχα δει.Που δεν είχα καταλάβει πόσο ερωτευμένος ήμουν μαζί της.Με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα τόσο απεγνωσμένο!Δε το σκέφτηκα άλλο.Σηκώθηκα και πήγα στο σπίτι της με κείνη να τρέχει ξοπίσω μου.

«Κυρά Μαρίκα θα μου δώσεις τη Λενιώ;», τη ρώτησα χωρίς περιστροφές κι έμειναν κι οι δυο να με κοιτάζουν αποσβολωμένες.

«Τον θες;», τη ρώτησε.

«Ναι μάνα!» αναφώνησε εκείνη κι έπεσε στην αγκαλιά μου.

Σ’ ένα μήνα μέσα παντρευτήκαμε και μέχρι σήμερα, τη τελευταία μου μέρα δεν έχω μετανιώσει στιγμή που την έκαμα γυναίκα μου.Απο τη μέρα που γεννήθηκε για κείνη ζούσα κι ύστερα όταν με έκανε πατέρα για κείνη πάλι και για τα παιδιά μας.Ο γιος μου είναι πλέον παλικάρι ολόκληρο και η κόρη  μου στην ηλικία της παντρειάς.Ο πρώτος προσπαθούσε πριν να συγκρατήσει τα δάκρυα του κι η μικρή μου έκλαιγε με λυγμούς.Καλύτερα να με σκοτώνανε μια ώρα αρχύτερα πριν τους δω.

Δε ξέρω αν υπήρξα καλός πατέρας.Το εύχομαι αλλά δε το ξέρω.Τα τελευταία χρόνια λίγο μ’ είδανε, λίγο τα είδα.Απ’ όταν μπήκαν οι Ιταλοί στην Ελλάδα μέχρι σήμερα, τα τέλη σχεδόν του 1949 ελάχιστα υπήρξα δίπλα τους.Έχασα το μεγάλωμα τους, τα ευαίσθητα χρόνια της εφηβείας τους.Ελπίζω τουλάχιστον όλες αυτές οι φρικαλεότητες που είδα κι έζησα στους πολέμους να κάνουν το δικό τους μέλλον καλύτερο, να μη ζήσουν κάτι παρόμοιο.Ελπίζω να ξέρουν πως όσα έκαμα, τα έκαμα γι’ αυτούς.

Στην αρχή είχαμε φτιάξει μια ομάδα μεταξύ μας και προσπαθούσαμε να σαμποτάρουμε τους οχθρούς.Ήταν όμως και δύσκολο κι επικίνδυνο.Ύστερα έγινα μέλος της ΕΑΜ κι αρχίσαμε οργανωμένοι πλέον να καλούμε το λαό σε ξεσηκωμό και να χτυπάμε Ιταλούς και Γερμανούς.Τότε έφυγα κι απ’ το σπίτι.Διέδωσα πως θα πήγαινα να δουλέψω σ’ έναν μπάρμπα μου στην Ήπειρο για να μη τους βάλω σε κίνδυνο.Δεν ήθελα να παιδιά μου να λένε ούτε «αριβεντρέρτσι» ούτε «αουφιντερζεν».Ήθελα να ζήσουν σε μια χώρα λεύτερη.Ήθελα την Ελλάδα λεύτερη όπως ήταν πάντα, κι ας ήταν και φτωχή.Κι ας χρειαζόταν να πεθάνω γι’ αυτό.Εκείνη την ημέρα είχα πλήρη συναίσθηση της απόφασης μου, δε λύγισα στιγμή.Έφυγα ξέροντας πως ίσως δε ξαναδώ την οικογένεια μου, αλλά και πως αν δεν τη ξανάβλεπα, είτε θα τους είχα προσφέρει με τη θυσία μου την ελευθερία, είτε πως δε θα ζούσα να τους δω συμβιβασμένους με τη σκλαβιά.Δε γύρισα σπίτι παρά μόνο όταν έφυγε κι ο τελευταίος Γερμανός, κι έκλαψα εκείνη την ημέρα σα μωρό παιδί.Ένας στρατιώτης της αντίστασης να κλαίει με λυγμούς!Τα παιδιά μου δεν ήταν πια παιδιά.Τα άφησα μωρά και τα βρήκα…

Τα χειρότερα όμως δεν είχαν έρθει ακόμα.Λίγους μήνες μετά άρχισε ο συμμοριτοπόλεμος κι έφυγα ξανά.Άκουσα πως τόσες απώλειες δεν έχει ξαναγνωρίσει χώρα απ΄ την ελληνική επανάσταση και μετά!Αντί να φιλιόσουμε τώρα που ‘μαστε λεύτεροι φαγωθήκαμε μεταξύ μας.Έλληνες σκοτώνουν Έλληνες!Δε πήγα απο Γερμανό κι Ιταλό και θα πάω απο το χέρι του αδερφού μου!Να μου πεις εσύ δε σκότωσες;Σκότωσα, αλλά τι σημασία έχει πια;Έχει έρθει η ώρα μου να φύγω, ουδάλλως θα τη γλίτωνα ξανά.

Ξημερώνει.Είναι Αύγουστος και ο ουρανός τόσο όμορφος τη χαρυγή.Ποτέ πριν δεν είχα αντιληφθεί τη μαγεία της ανατολής.Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει…Συλλογίστηκα αυθόρμητα.

Πρέπει να είναι περίπου εφτάμιση η ώρα.Ήρθαν να με πάρουν.Ακόμα ο ήλιος δεν έχει ζεστάνει κι η δροσιά του πρωινού με κάνει να αναριγώ.Προχωρώ περήφανα, δεν τους αφήνω να με σούρουν.Βλέπω τους άλλους δυο που θα εκτελεστούν μαζί μου ήδη στημένους στον τοίχο.Βλέπω και τη Λενιώ να με κοιτάζει αγέρωχα.Τι όμορφη που είναι!Ο γιος μου λίγο πιο πίσω κι η κόρη μου στην αγκαλιά του να κλαίει.Τα παιδιά μου!Τι περηφάνια νιώθω στη σκέψη πως αφήνω αυτά κληρονομιά στον κόσμο…Σηκώνω το χέρι και τους χαιρετώ χαμογελώντας περήφανα.

«Πυρ» ακούω να φωνάζει μια αντρική φωνή.

Πετάω…


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;