“Πέταλα Και Στάχτες” της Dante

Η μόνη μου λύση ήταν εκείνος ο τόπος.

Εκείνο το σπίτι. Εκεί μπορούσα να ψάξω, μόνο, για απαντήσεις. Μόνο στάχτες θα βρίσκονται εκεί κατά πάσα πιθανότητα, αλλά και πάλι…Ίσως μέσα σε αυτές τις στάχτες να κρύβεται κάτι. Αν δεν βρω και εκεί κάποιο στοιχείο θα πρέπει να ψάξω κάποιον από την οικογένεια μου που να επέζησε. Και μόνο οι Δοξασμένοι ξέρουν πόσο δύσκολο μπορεί να είναι αυτό. Μόνο οι Δοξασμένοι ξέρουν πόσο πολύ δεν θέλω να δω εκείνο το κάστρο ξανά…

Έφυγα από εκείνη την ανθρώπινη καλύβα που είχα ανακαλύψει τυχαία στο τέλος της επαρχιακής πόλης οπού είχα ξαποστάσει, και πήρα τον δρόμο για το αρχοντικό των Βινσέντι. Πήρα έναν δρόμο που αλλιώς είχα αφήσει, και αλλιώς ήταν τώρα…Μπερδεμένη, στραγγισμένη από ελπίδα και με μοναδικό χάρτη το ένστικτο μου και τις πικρές αναμνήσεις μου.

Θυμάμαι εκείνη την εποχή…Την εποχή που κάθε μέρα βρισκόμασταν σε εκείνο το πανέμορφο αρχοντικό. Οι αγαπημένες τριανταφυλλιές της κυρίας Λαρίσας Βινσέντι, που την αποκαλούσα “θεία” καθώς αυτή και ο άντρας της ήταν οικογενειακοί φίλοι των γονιών μου, μυρίζανε σαν παράδεισος, μπορούσα να τις μυρίσω μέσα από την άμαξα μας, ενώ ήμασταν χιλιόμετρα μακριά από την έπαυλη. Η άμαξα σταματούσε στην πίσω αυλή του σπιτιού, οπού βρισκόταν ένα χωμάτινο δρομάκι, οδηγούσε σε μια μικρή πόρτα, η οποία έβγαζε κατευθείαν στην σάλα. Από εκεί  ήθελα να μπαίνουμε πάντα, γιατί ήταν κοντά στο κηπάκι με τις λευκές τριανταφυλλιές, δηλαδή τις αγαπημένες μου τριανταφυλλιές, και κοντά στην κρυψώνα παιχνιδιού μας με τον Ρόμπιν. Ο Ρόμπιν ήταν ο συνομήλικος γιος των Βινσέντι και παντοτινός μου έρωτας…Στο ίδιο κηπάκι είχα θάψει και την κούκλα που άρεσε περισσότερο στον Ρόμπιν, απ’ όλες τις υπόλοιπες που είχα. Εκείνη που μου έμοιαζε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Την είχα θάψει, για όταν κάνουμε την πρώτη μας κόρη, να την ξεθάψουμε και να της την δώσουμε, σαν κειμήλιο. Η κρυψώνα μας βρισκόταν ακριβώς στην καρδιά της λευκής τριανταφυλλιάς, έμοιαζε με λιλιπούτειο ξέφωτο…Ανάμεσα σε εκείνα τα αγκάθια φύτρωσαν τα τρυφερά συναισθήματα μας. Ανάμεσα σε εκείνα τα αγκάθια βλέπαμε ο ένας τον άλλον να μεγαλώνει, να αλλάζει, να μαθαίνει να αγαπάει. Γι’ αυτό λάτρευα να μπαίνουμε από την πόρτα κοντά σε εκείνο το κηπάκι. Γιατί κάθε φορά που περνούσα, έβλεπα όλη την ζωή μου να περνάει μπροστά από τα μάτια μου και γέμιζα ζεστασιά.

Και μόλις η πόρτα άνοιγε, μυρωδιές και εικόνες χτυπούσαν τις ευαίσθητες αισθήσεις μου. Κυρίαρχη μυρωδιά, ήταν η μυρωδιά της λεβάντας, η αγαπημένη της θείας Λαρίσας. Έλουζε το σπίτι με άνθη λεβάντας…Και μετά, μια γλυκιά, απόμακρη μελωδία πιάνου ακουγόταν, ήταν η πιανίστας του σπιτιού, που έπαιζε σχεδόν ασταμάτητα. Και το αρχοντικό… Ω, το αρχοντικό, το αγαπούσα πιο πολύ απ’ ο,τι αγαπούσα το κάστρο οπού έμενα. Οι καλοσμιλευμένες πέτρες που το κάλυπταν από έξω το έκαναν να μοιάζει σκοτεινό και τρανό, ενώ το σκούρο ξύλο και οι ζεστές ταπετσαρίες που εικόνιζαν άνθη γαρδένιας από μέσα, σε συνδυασμό με τα πολλά έπιπλα από σκαλιστό ξύλο κερασιάς και το αχνό φως των κεριών, ενέπνεαν την απόλυτη ασφάλεια.

Κάθε φορά βλέπαμε την θεία Λαρίσα και τον θείο Καστόλ, να κατεβαίνουν κομψοί και χαμογελαστοί από τις κεντρικές σκάλες της σάλας και να μας πλησιάζουν, και ορκίζομαι ότι μόνο τότε έβλεπα τους γονείς μου χαρούμενους. Και πίσω απο το φουσκωτό φόρεμα της θείας, ξεπρόβαλε ο Ρόμπιν. Με το μαύρο κουστουμάκι του και τα λαμπερά του γαλάζια μάτια γουρλωμένα…Τον ήξερα από μωρό, κι όμως, ήμουν ντροπαλή κάθε φορά, ακόμη και μέχρι την εφηβεία μας…Έσφιγγα στις γροθίτσες μου το φόρεμα μου και χαμογελούσα, με το βλέμμα μου ντροπαλά στραμμένο προς τα κάτω, στα λευκά μου μικροσκοπικά γοβάκια. “Βίκη!” με φώναζε με την παιδική του φωνή. Και σήκωνα το βλέμμα μου και τον κοιτούσα και ήμουν ευτυχισμένη.

Ήμουν ευτυχισμένη και ολοκληρωμένη

Και όλα αυτά κάηκαν. Κάηκαν, και η τελευταία ανάμνηση από αυτό το υπέροχο μέρος ήταν οι πεινασμένες φλόγες που έβγαιναν απο τα παράθυρα και γλείφαν με λύσσα την πέτρα. Και μισώ τον εαυτό μου γι’ αυτό. Έπρεπε να είχα κλείσει τα μάτια μου μπροστά σε αυτό το θέαμα, και να μου μείνουν μόνο οι τριανταφυλλιές και το φουσκωτό φόρεμα της θείας ως αναμνήσεις.

Και τώρα, 200 χρόνια μετά, ο δρόμος προς το αρχοντικό δεν ήταν τόσο χρωματιστός και δεν ένιωθα κανένα είδος ενθουσιασμού ή ανυπομονησίας. Δεν μύριζε λεβάντα, αντιθέτως, όσο πλησίαζα τόσο πιο έντονη ήταν η μυρωδιά του καμένου Περπατούσα σε έναν ατελείωτο χωματόδρομο, στην γνωστή ανηφόρα προτού το αρχοντικό…Τα δέντρα ήταν γυμνά, το τοπίο πρόσφερε μια ιδιότυπη ομορφιά, την ομορφιά της αποσύνθεσης. Έτσι όπως προχωρούσα, φοβήθηκα να κάνω το επόμενο βήμα γιατί συνειδητοποίησα πως είχα, πια, φτάσει στο τέλος της ανηφόρας.

Σήκωσα το βλέμμα μου. Ένιωσα την αναπνοή μου να κόβεται.

Το κηπάκι ήταν όλο καμένο Η αυλή αποτελούσε πλέον ένα επίπεδο, αποκρουστικό νεκροταφείο αναμνήσεων. Δεν υπήρχε ούτε μια σταλίτσα χλωρίδας εκεί πέρα, μόνο νεκρό χώμα. Νόμιζα πως ήμουν προετοιμασμένη να το δω σε αυτή την κατάσταση, αλλά τελικά δεν είχα προετοιμαστεί όσο καλά πίστευα. Προσπάθησα να γαληνέψω την καρδιά μου. Ένας κήπος ήταν απλώς, επαναλάμβανα μέσα μου. Ένας κήπος και τίποτα άλλο… Ήθελα τόσο πολύ να το πιστέψω αυτό…

Είδα όμως και κάτι που δεν περίμενα. Μια ξύλινη, ψηλή καλύβα ακριβώς στην θέση που ήταν η ανατολική σάλα. Με το ζόρι έπιανε 50 τετραγωνικά μέτρα, σε μέγεθος, μα σίγουρα είχε δύο ορόφους.

Ποιος…; Ποιος την έχτισε και ποιος μένει σε αυτή την καλύβα; Μήπως επέζησε κάποιος δικός μου…; Μήπως είναι η αδερφή μου η Κατερινέ;

Το αίμα μου κύλησε πιο γρήγορα μέσα στις φλέβες μου, πρώτη φορά από τότε που ξύπνησα από τον πολύχρονο λήθαργο μου ένιωσα τέτοια σύγχυση Έμεινα παγωμένη στην θέση μου, προσπαθώντας να αποφασίσω αν πρέπει να φύγω ή να χτυπήσω την πόρτα. Κάθε εκατοστό της ψυχής μου, μου έλεγε να πάω αλλά μια εξωτερική δύναμη προσπαθούσε να με κρατήσει κοντά της. Όχι…Πρέπει να πάω, είπα στον εαυτό μου. Κι αν δεν πάω και το μετανιώνω για την υπόλοιπη ζωή μου; Όταν είσαι αθάνατος, οι στιγμές δειλίας σου, σε στοιχειώνουν για πάντα. Γι’ αυτό τον λόγο, ο πατέρας μου έλεγε πως οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες είναι για τους θνητούς. Προχώρησα αργά. Η πόρτα βρισκόταν στην ίδια ακριβώς θέση. Έπιασα το στήθος μου, ένιωθα πως τα σπλάχνα μου θα σκίσουν την σάρκα μου και θα πεταχτούν έξω. Σε τούτη την καλύβα, έμενε κάποιος που γνώριζε καλά το παλιό αρχοντικό. Κάποιος που το θυμόταν στα μεγαλεία του. Η γροθιά μου ήταν βαριά. Χτύπησα αργά το νωπό ξύλο της πόρτας. Είχα λιγωθεί από την προσμονή.

Η πόρτα άνοιξε. Κοίταξα αυτόν που βρισκόταν απέναντι μου.

Και το σύμπαν σώπασε.

“Βικτώρια…”

“Ρόμπιν!”

Το όνομα του βγήκε ως ουρλιαχτό από τα χείλη μου, τόσο δυνατά, που πόνεσαν τα πνευμόνια μου και ένα κοπάδι από κοράκια σηκώθηκε στον αέρα, ρεκάζοντας. Έριξα το σώμα μου πάνω του, και τον αγκάλιασα. Ω Δοξασμένοι, δεν είχα αγκαλιάσει ποτέ ξανά πλάσμα τόσο δυνατά. Έμπηξα τα νύχια μου βαθιά μέσα στο δέρμα της πλάτης του, διαπερνώντας το φίνο ύφασμα της μπλούζας του, γραπώθηκα πάνω του. Και ενώ ήξερα ότι δεν πρόκειται να πάει πουθενά, δεν πρόκειται στα ξαφνικά να γίνει καπνός και να μου φύγει πάλι, δεν τον άφησα. Τον έσφιγγα πάνω μου, προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν θα εξαφανιστεί, αλλά δεν μπορούσα.

Νόμιζα ότι μόλις τον αφήσω, κάποιος θα τον πάρει μακρυά μου. Τον αγκάλιασα τόσο δυνατά, ήθελα να τον κολλήσω στην ψυχή μου για να μην μου φύγει ποτέ ξανά. Το ήξερα ότι δεν έπρεπε να αφήσω τα συναισθήματα μου να με νικήσουν, γιατί θα άνοιγα καινούργια κόλαση μετά…Αλλά ήμουν έρμαιο της στιγμής. Και άφησα τα δάκρυα μου να πέσουν. Έκλαιγα με όση δύναμη είχα, τα μάτια μου βροντούσαν και πετούσαν αστραπές. Τελευταία φορά που έκλαψα τόσο, ήταν η τελευταία φορά που τον είδα.

Ο Ρόμπιν…Ήταν ζωντανός. Ω Δοξασμένοι μου, ήταν ζωντανός. Είχε ξεφύγει από την φωτιά. Ήταν ζωντανός. Ήταν ζωντανός και στην αγκαλιά μου. Και ανάμεσα στα δικά μου αναφιλητά, άκουγα και τον δικό του ραγισμένο λυγμό…Τα χέρια του ήταν τυλιγμένα γερά στην μέση μου, και ήταν ο πιο γλυκός πόνος που είχα νιώσει ποτέ. Τον άφησα και άρπαξα με τα ματωμένα χέρια μου το πρόσωπο του. Τον κοιτούσα και δεν μπορούσα να το πιστέψω.

“Είσαι ζωντανός…Είσαι ζωντανός!”

Δεν μπορούσα να χορτάσω την μορφή του, τον κοιτούσα και τον ξανακοιτούσα…Και ήμουν σίγουρη πως όλα είχαν βρει την θέση τους.

Γονατίσαμε και οι δύο στο πάτωμα από την κούραση της έντασης. Άπλωσε το κεφάλι του στον ώμο μου, και συνέχισε να κλαίει. Αγκάλιασα το κεφάλι του και χάιδευα τα μαλλιά του και ξαναγεννιόμουν από την αρχή.

“Έλα αγαπημένε, σώπασε! Σώπασε φως μου, και όλα ήρθαν στο τέλος τους…όλα ήρθαν στο τέλος τους…”

Ήταν ακόμη νωρίς για να του πω, πως τώρα όλα ξεκινούσαν.

ου.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;