“Μικρές Κυκλάδες” του Θανάση Τσιλιγγούδη

SHARE

Παντού πόρτες. Ξύλινες ή σιδερένιες, σκουριασμένα απομεινάρια μιας εποχής που πέρασε και χάθηκε για πάντα αφήνοντας μόνο δυσεύρετα χνάρια που αργοσβήνουν σαν πατήματα σε νοτισμένη άμμο. Άλλοτε στιβαρές και άπαρτες σωστές καστρόπορτες.  Άλλοτε πάλι γερτές, στηριγμένες σε έναν καημένο μεντεσέ πάσχιζαν μάταια να κρύψουν τα μυστικά τους από επιπόλαιες, περαστική, ξένες  ματιές.

Ψηλοί τοίχοι από τσιμεντογωνιές, ροζιασμένο πολυκαιρισμένο ξύλο, κοτετσόσυρμα και άδεια καφάσια άφηναν στην περιέργεια περισσότερα από αυτά που μπορούσαν να κρύψουν. Κι εγώ απρόσκλητος επισκέπτης έλυνα με αναίδεια τα μάνταλα- απλό σύρμα αγκιστρωμένο σε καρφί, άνοιγα, έριχνα ένα βλέμμα πρόσκαιρο, έκλεινα και μετά πάλι τα ίδια. Σωστός λαβύρινθος. Ούτε δρόμοι ούτε πλακόστρωτα, τίποτα! Πού και πού κάποιες μοναχικές μαυροφορεμένες σιλουέτες φαίνονταν να περνούν φευγαλέα και να χάνονται. Αναρωτιόμουν αν ήταν άνθρωποι ή πλάσματα της ώρας και της φαντασίας που εξαπατά τους κουρασμένους μοναχικούς ταξιδιώτες.

Στα μισά του δρόμου μου στάθηκα ανάμεσα σε τέσσερα πορτάκια, ένα σε κάθε κατεύθυνση, με τα βαριά μποτάκια βουτηγμένα στη φρέσκια κατσικίσια κοπριά, μέχρι ψηλά στους αστραγάλους. Αποφασιστικά έσπρωξα στα βόρεια και βρέθηκα φάτσα με φάτσα με ένα γκέκα στην πιο ακατάστατη αυλή. Έκπληκτοι και οι δυο σταθήκαμε άφωνοι μέχρι που σηκώθηκε από τη γούρνα του με τη λάσπη και άρχισε να αλυχτά μάλλον συγχυσμένος που του χαλάσανε τη σιέστα του, παρά εξαγριωμένος με την απρόσμενη παρουσία μου. Μια γριά βουτηγμένη στα μαύρα, με τα μαλλιά λυτά και μεταξένια, ξεπρόβαλε από την πόρτα του αχερώνα. Σαν παιδί που το πιασαν με το χέρι στο γλυκό μουρμούρισα μια καλημέρα και πισωπάτησα αναποφάσιστος.

Με τη δεύτερη προσπάθεια βρέθηκα ανακουφισμένος στην έξοδο του οικισμού. Κοίταξα από πάνω μου την πλαγιά που έπρεπε να σκαρφαλώσω. Γύρω στα 400 μέτρα απότομη ανάβαση, χωρίς σκιές, χωρίς χώμα, Μόνο βράχος και φρύγανα. Τσιτώθηκα για να αισθανθώ το πελαγίσιο αεράκι. Μάταια,

«Σαν το καζάνι της κόλασης» μουρμούρισα τη συνηθισμένη μου ατάκα που ανάλογα με την περίσταση τη διάνθιζα με διαφορετικές βρισιές και κατάρες, προς τα γνωστά και άγνωστα που αποφασίζουν για μας.

Advertisement

Στα μισά της ανηφοριάς και δεν άντεχα άλλο. Ένιωθα στους κροτάφους μου το αίμα να χτυπά σαν σφυρί. Ο ιδρώτας ποτάμι. Πόση ζέστη να χει άραγε; Στάθηκα, έβγαλα το καπέλο μου, άνοιξα αργά το μπουκάλι, ήπια μια – δυο γουλιές και έριξα άφθονο νεράκι στα μαλλιά μου. Μεμιάς αισθάνθηκα να ξαναβαφτίζομαι. Δρόσισαν τα μάγουλα και τα χείλη τραβήχτηκαν σε μια υποψία χαμόγελου. Έπιασα τους σφυγμούς μου και τους βρήκα πολλούς, πάρα πολλούς. Έπεσα στα τέσσερα σαν το ζο και μπουσουλώντας σύρθηκα αγκομαχώντας κάτω από φρύγανα μισό μέτρο αψηλά. Δεν μ’ ένοιαζε κι ας άνοιγα τα γόνατα, κι ας έμπαιναν στα ρουθούνια μου κλαράκια, ζουζουνάκια ή άλλοι τέτοιοι διάολοι. Ξάπλωσα και περίμενα. Το ένστικτό μου με προειδοποιούσε. Έπρεπε να περιμένω.

Χαλάρωσα και ένιωσα και τους σφυγμούς να πέφτουν. Στη μύτη έντονη μυρωδιά από ρίγανη ή θυμάρι- δεν μπορώ ακόμα και τώρα να τα ξεχωρίσω.

…Ανασηκώθηκα, τίναξα τα αγκάθια από τα γόνατα και τους αγκώνες μου και πήρα τον ανήφορο. Προσπάθησα να σιγοσφυρίξω έναν σκοπό αλλά τα χείλη μου ήταν ξερά.

Στον αυχένα στάθηκα. Επιτέλους εδώ φυσούσε. Άδειασα νερό στο κεφάλι μου και το ένοιωσα να κατρακυλά αργά χιλιοστό – χιλιοστό, σωστό δροσερό ποτάμι, στο φλογισμένο μου σβέρκο, στην ιδρωμένη πλάτη, μέχρι τα σφυρά. Τέντωσα πόδια και χέρια κόντρα στο ρεύμα και απόλαυσα την αίσθηση δροσιάς. Κάτω μου, πολύ χαμηλά, οι λαμαρίνες του οικισμού αστραποβολούσαν στο απομεσήμερο και πράσινα νερά αγκάλιαζαν αχόρταγα τις λευκές παραλίες και τους κάβους.

Αριστερά το μικρό καΐκι άφηνε το μικρό αραξοβόλι και έπαιρνε το ταξίδι του γυρισμού. Πώς ν’ αντέξεις τέτοια ομορφιά, ψιθύρισα…

Ο Φώτης έπεσε πάνω μου σαν τρένο και μ’ έριξε καταγής.

-Πιάστονε τον αφιλότιμο, πιάστονε!

Μια φιγούρα βιβλική ξεπρόβαλε από το βράχο στα ζερβά και άρχισε να χτυπά το Φώτη με μια μαγκούρα φαρδιά όσο δυο μου δάχτυλα.

Advertisement

Ο έρμος τύλιξε τα χέρια γύρω από το κεφάλι και υπέμενε καρτερικά το σύντομο μαρτύριο.

Πλησίασα. Προσπάθησα να πιάσω το μαυρισμένο λιανό χέρι. Τραβήχτηκε σαν να τον χτύπησε ρεύμα.

-Εσύ ποιανού είσαι; Βάβισε.

Δεν απάντησα, ως συνήθως. Ακούμπησα σε έναν βολικό βράχο και έσπρωξα το καπέλο στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου ώστε να βλέπω καλύτερα.

Με είδε που κοιτούσα το Φώτη.

– Δεν παθαίνει τίποτα, διάολος είναι, σκληρός σαν την πέτρα, μονολόγησε απολογητικά.

Γύρισα τσαντισμένος την πλάτη μου και άρχισα να ροβολώ τον κατήφορο. Τους άκουγα πίσω να ακολουθούν. Πατέρας και γιος; Θείος και γιος; Κάτι τέτοιο.

Το μονοπάτι κακοπατημένο, σηκώναμε σύγνεφα σκόνης που πασπάλιζαν τα μαλλιά και τα γένια μας.

Άρχισα να απαγγέλω δυνατά στίχους από την Αινειάδα:

Ὁ βασιλέας ο Αίολος σε μια σπηλιά μεγάλη

κει τους ανέμους μ’ εξουσιὰ βαραίνει, που παλεύουν,

και τες φορτούνες που βροντούν και τους αλυσοδένει

και φυλακίζει τους και αυτοὶ ‘ς τα κλείσματά τους γύρου

με τρανά βόγγο του βουνού βουΐζουν βαργομώντας

.-Τι βρήκε και σταμάτησε εδώ ο Αινείας ; Μην μας ξεγέλασε ο Βιργίλιος; φώναξα δυνατά φουρκισμένος.

Δεν ήθελα παρέα. Τώρα, δεν ήθελα παρέα!

Με πρόφτασε με μεγάλες ελαφίσιες δρασκελιές και με τράβηξε από το χέρι μαλακά.

-Να με συμπαθάς πατριώτη, δάσκαλος είσαι;

Έκοψα ταχύτητα και κοντοστάθηκα.

Έγνεψα καταφατικά. Σε λίγο μας πρόφτασε βαριανασαίνοντας και ο Φώτης. Θα ‘ταν δε θα ταν καμιά τριανταριά χρονιών. Τα μαλλιά σγουρά και ακατάστατα έπεφταν στα μάτια του μισοκρύβοντας ένα άγριο βλέμμα χωρίς πάτο, χωρίς όριο. Παντελόνι λερό, με ένα σκληρό πανί αντίς για ζώνη. Σχεδόν ξυπόλητος.

– Δάσκαλε, το παιδί, ο Φώτης δεν είναι στα καλά του, ξέρεις… Είναι χαζό, δεν καταλαβαίνει τίποτις και με το δάχτυλο χτύπησε το δεξί του κούτελο κάνοντας την χαρακτηριστική χειρονομία. Και χτύπησε άσχημα στο χέρι, συμπλήρωσε και μολύνθηκε ο διάολος. Θεό τον έκανα να πάμε κάτω στη Χώρα να τονε φορτώσω στο σκαρί να πάει καλιά του.

Advertisement

Έριξα μια ματιά στο καΐκι, στο καΐκι μου, που καβάτζαρε έναν μεγάλο κάβο μακριά στα δυτικά του νησιού. Θα έπαιρνε ώρα ακόμα να δέσει στη Χώρα, αναλογίστηκα.

Σαν να ακολούθησε τη ματιά μου.

-Εκεί είναι η καπετάνισσά σου δάσκαλε; με ρώτησε ο μπάρμπας.

Δεν απάντησα. Άνοιξα το μπουκάλι και ήπια δυο γουλιές χλιαρό νερό.

Ξαφνικά τον κοίταξα στα μάτια και του φώναξα εκνευρισμένος:

-Χτύπησες το Φώτη, μπάρμπα, χτύπησες το Φώτη!

Αιφνιδιάστηκε.

Ο Φώτης άρχισε να φωνάζει κι αυτός τα ίδια λόγια και να χοροπηδάει γύρω μας ακολουθώντας τα βήματα ενός φανταστικού δικού του χορού.

-Χτύπησες τον Φώτη, επέμεινα ξανά και ξανά.

-Σταμάτα μωρέ, μου φώναζε ο μπάρμπας και προσπαθούσε να μου κλείσει το στόμα με τα δάχτυλά του. Μια ορμούσε σε μένα, μια στον έρμο τον Φώτη που χοροπηδούσε γύρω μας σαν εξωτικό πουλί επαναλαμβάνοντας ρυθμικά:

«Χτύπησες τον Φώτη», «χτύπησες τον Φώτη»!

Του πιασα το χέρι σφιχτά.

-Δεν υπάρχει μυστικό μπάρμπα, δεν υπάρχει μυστικό!

Εδώ πάνω δεν υπάρχουν αυτιά μπάρμπα γι αυτό και δεν υπάρχουν μυστικά!

Μέρεψε. Παραιτήθηκε και έγειρε στο πλευρό μου.

-Γιατί δεν παίρνεις το Φώτη να κατέβετε στα χαμηλά μπάρμπα; Δεν είναι ζωή εδώ πάνω στις ερμιές, θα αγριέψτε κι εσείς. Θεριά θα γένετε.

Άργησε να απαντήσει. Φύσηξε με μανία τη μύτη του.

-Εδώ είναι ο τόπος μου πατριώτη….

Ξαφνικά ο Φώτης πήρε τον κατήφορο τρέχοντας ολοταχώς…. Από πίσω του κι ο Μπάρμπας αλαλάζοντας , κραδαίνοντας τη μαγκούρα και εκστομίζοντας στον πυρωμένο αγέρα τέτοιες λέξεις που αν τις κατέγραφα εδώ, θα κοκκίνιζε η σελίδα.

Κοίταξα το καΐκι, το δικό μου καΐκι να στρίβει προς τα νοτιοανατολικά.

Βήχοντας άσπρη σκόνη συνέχισα αργά προς τα κάτω. Το τραγούδι έβγαινε πια αβίαστα από τα χείλια μου.

Φτάνοντας στην λευκή παραλία της Χώρας έβγαλα τα αρβυλάκια και τις μαδημένες κάλτσες και έχωσα τα ταλαιπωρημένα πόδια μου στα πράσινα νερά, εκεί δίπλα στους λιγοστούς τουρίστες που έπαιζαν βόλεϊ.

…………..

Το καΐκι μου, το δικό μου καΐκι ξεπρόβαλλε καβαλώντας το κύμα. Πήρα το πλακόστρωτο για το λιμανάκι. Περνώντας από το ταβερνείο άκουσα μια γνώριμη φωνή:

-Να σε τρατάρω δάσκαλε μια ρακή;

Γύρισα ευγενικά το κεφάλι: Τους είδα πλάι – πλάι αγαπημένους να κουτσοπίνουν και να τσιμπολογούν.

-Μια άλλη φορά μπάρμπα. Έδειξα το καΐκι μου, το δικό μου καΐκι. Πάω να πάρω τις καπετάνισσές μου, του φώναξα….

Κράτα το

Κράτα το

SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG