“Το Μηχανάκι” της Γεωργίας Μαμά

     Με το κλειδί του σπιτιού στο χέρι μπαίνει στο ασανσέρ, πατάει το κουμπί για το υπόγειο κρατώντας την αναπνοή του. Δε θα χρειαστούν πάνω από μερικά δευτερόλεπτα για να φτάσει στο υπόγειο παρκινγκ της πολυκατοικίας.

Πατάει το διακόπτη έξω από το ασανσέρ και ένας χαμηλός φωτισμός τον βοηθάει να κινηθεί με ευκολία στο υπόγειο με τα αυτοκίνητα των ενοίκων. Το παρκινγκ είχε στοιχίσει ακριβά. Τα χρήματα δεν έφταναν, καλύτερα να τα διέθεταν για την κουζίνα είχε επιμείνει η  Βάσω και κείνος είχε υποχωρήσει. Κλαίγοντας είχε τηλεφωνήσει στον κολλητό του το Στέλιο, το λογιστικό του γραφείο έβγαζε αρκετά, δε θα πάθαινε και τίποτε να δώσει ένα ποσό στο φίλο του, στον αδερφό του.

« Δεν αξίζω ούτε λίγα χρήματα για σένα; Τα έχεις διαγράψει όλα όσα έχουμε περάσει;».

Το κοινό παρελθόν- το τελευταίο χαρτί. Του είχε στείλει όσα χρειάζονταν μέσα σε μία εβδομάδα. Τότε προχώρησαν οριστικά στα συμβόλαια. Άνετο διαμέρισμα, αποθήκη, κλειστό γκαράζ, μπαλκόνι που έβλεπε σε κήπο. Φανταζόταν τα παιδιά τους να παίζουν έξω μπάλα- ονειρευόταν αγόρια. Δύο, τρία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Κάνει μάταια το γύρο του παρκινγκ, άφαντο το μηχανάκι. Ένα μικρό παπί, τίποτε σπουδαίο. Το μαστορεύει μόνος του, το πλένει, το γυαλίζει, επιμένει ιδίως στη σέλα. Αψεγάδιαστη, ούτε χαρακιά. Μόνο η άδεια κυκλοφορίας προδίδει την ηλικία του. 1995. Φθαρμένη-  το όνομά του έχει πάρει να ξεθωριάζει. Με το που έμπαινε η άνοιξη το έσκαγαν με το Στέλιο από το σχολείο, πάνω στο παπάκι, να πάνε να βουτήξουν. Έπεφταν με τη μία σε ένα νερό διάφανο, ανεπεξέργαστο κρύσταλλο, που τους έκοβε την αναπνοή. Έτρεμαν αλλά δεν το ομολογούσαν. Παρέβγαιναν για λίγο στις βουτιές κι έπειτα προφασίζονταν τη γκρίνια των γονιών τους για να τρέξουν σπίτι να βγάλουν τα βρεγμένα ρούχα. Κάθε χρόνο τα ίδια, ώσπου μεγάλωσαν, έφυγαν.

Έπειτα ήρθε η απομυθοποίηση της Αθήνας. Δούλεψε σε συνεργείο, δούλεψε και σερβιτόρος. Πάντα βρισκόταν κάποια πρόφαση για να τον διώξουν. Μην τρελαίνεσαι, τον παρηγορούσε ο Στέλιος, όσο έχουμε ο ένας τον άλλο δεν χρειάζεται να φοβόμαστε.

Δεύτερη φορά το γύρο του παρκινγκ. Σίγουρα δεν έχει χαζέψει, το παπάκι δεν είναι εκεί.  Μπαίνει και πάλι στο ασανσέρ. Αυτή τη φορά κλείνει τα μάτια για τα λίγα δεύτερα που χρειάζεται ο ανελκυστήρας ως το ισόγειο. Στην είσοδο αντιλαμβάνεται για πρώτη φορά ότι  βρέχει μία δυνατή βροχή που σκάει λες στο τσιμέντο της πυλωτής. Κοιτώντας έξω το βλέπει με τη μία. Εκεί μπροστά σε ακάλυπτο σημείο, απροστάτευτο, του’ ρχεται να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο. Τότε θυμάται. Το βράδυ πόναγε ολόκληρο το σώμα του από την κούραση, φύλακας σε εργοστάσιο, πολύ περπάτημα, συνεχές.

Έψαχνε ευκαιρία να αράξει, όμως οι κάμερες δεν τον άφηναν να πάρει ανάσα.

«Η κατάλληλη δουλειά για σένα, θα σε βοηθήσει να χάσεις και βάρος»  είχε σχολιάσει ο Στέλιος, κάνοντάς τον να θυμώσει στιγμιαία με το υπονοούμενο για τα παραπανίσια κιλά του. Στη δουλειά πάντως είχε πάει.

Το είχε παρατήσει το παπάκι με το που πέρασε την πόρτα του κήπου της πολυκατοικίας. Τουλάχιστον το είχε κλειδώσει. Έπειτα ξεράθηκε στο κρεβάτι με τα ρούχα. Ξύπνησε κάθιδρος γύρω στις 3 τα χαράματα να ψάχνει μάταια τη γυναίκα του στην άλλη άκρη του κρεβατιού, με το υπέρδιπλο πάπλωμα ρολό γύρω του. Εκείνη άφαντη εδώ και μήνες.  Του δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι είχε παγιδευτεί, το τίναξε από πάνω του με δυνατές κλωτσιές και απέμεινε να το κοιτάζει να κείτεται στο πάτωμα. Σηκώθηκε και πάτησε το διακόπτη να ανοίξει τη θέρμανση. Κρυάδες, ρίγη, πώς να τα ονοματίσει αυτά τα κύματα ψύχους που τον ταλαιπωρούσαν ακόμη και κάτω από τα σκεπάσματα. Απέδωσε το κρύο σε κάποιο ξεχασμένο ανοικτό παράθυρο και γύρισε όλο το σπίτι αναζητώντας το. Και τις τρεις κρεβατοκάμαρες, και το σαλόνι, και την κουζίνα, και το μπάνιο. Τίποτα.

Τώρα κοίταζε το μηχανάκι και σκεφτόταν τι να κάνει. Σε άλλες εποχές θα έφευγε, θα την έκανε με τα πόδια, θα έπαιρνε το λεωφορείο. Στο παπάκι πάντως δε θα ανέβαινε. Επικίνδυνα πράγματα. Άσε που θα λερωνόταν και το μηχανάκι από τις λάσπες, τα λάστιχα θα ήθελαν μετά διπλή δουλειά. Η βροχή βέβαια την έκανε τη ζημιά της, κι ήταν καθαρά απερισκεψία του αλλά δεν ήταν το ίδιο. Άλλο τα χώματα και οι λάσπες κι άλλο το νερό της βροχής, προσπάθησε να παρηγορηθεί. Στο νησί τους έβρεχε σπάνια και όταν συνέβαινε έλεγαν όλοι ότι καθάριζε ο τόπος.

Μάρτης. Περίεργος μήνας. Κάποτε τον αγαπούσε γιατί ήταν ο μήνας της γιορτής του- 17 του Μάρτη η μητέρα του έφτιαχνε μελαχρινή και κείνος έτρωγε τα πιο πολλά κομμάτια- το τελευταίο το φύλαγε για το Στέλιο. Έπειτα χάθηκαν και οι γονείς, ο ένας μετά τον άλλο.

«Πρέπει να βγεις από την κοσμάρα σου», τον συμβούλευε ο Στέλιος. «Να ασχολείσαι περισσότερο με τη Βάσω, να μη τη θεωρείς δεδομένη. Σου το λέω, αν συνεχίσεις έτσι, θα τη χάσεις».

«Βασούλα, Βάσω, καρδούλα μου».

Εκείνη δεν τον είχε προετοιμάσει. Με μία κουβέντα είχε διαλύσει την κοινή τους ζωή.

«Αλέξη, δεν πάει άλλο».

Για μήνες κυκλοφορούσε μόνος και χαμένος.

Πόσο δίκιο είχε τελικά ο Στέλιος, την είχε προβλέψει τη συνέχεια αλλά δεν έζησε να δει να επιβεβαιώνονται τα λόγια του.

Η βροχή είχε αρχίσει να μαλακώνει, θα το έκοβε με τα πόδια, ούτε ταξί, ούτε τίποτε. Δε βιαζόταν, ευτυχώς ήταν βραδινός, του είχε κάτσει καλά η βάρδια εκείνη την ημέρα.

Είχε επιλέξει να περπατάει δίπλα στη λεωφόρο όπου τα πεζοδρόμια ήταν μεγαλύτερα.

 

Δεν είχε υπολογίσει τα αυτοκίνητα που θα τον κατέβρεχαν, περνώντας με φόρα πάνω από λακκούβες γεμάτες νερό. Σύντομα ήτανε μούσκεμα, όμως δεν σταματούσε, ανέπτυσσε έναν σταθερό ρυθμό. Φορούσε βέβαια μπουφάν αλλά αυτό δε δικαιολογούσε τη ζέστη που ένιωθε στα πόδια και στο στήθος, κάτω από το πουκάμισο. Για λίγο χάθηκε. Έστριψε ένα στενό νωρίτερα και έπεσε σε αδιέξοδο.

Ξαναβγήκε στον κεντρικό. Δεν άργησε να δει τα πρώτα μαρμαράδικα. Το νεκροταφείο ήταν στην επόμενη γωνία. Το μυαλό του πήγε στο μηχανάκι, που το είχε αγοράσει πάλι με δανεικά από το Στέλιο κι ένιωσε ανακάτεμα στο στομάχι. Δεν είχε πιει καφέ, ούτε νερό καν. Τα είχε κάνει όλα αυτόματα.

Κοίταξε το ρολόι του. Σαράντα πέντε λεπτά. Όχι κι άσχημα. Ήξερε ότι ο Στέλιος θα συμφωνούσε.

«Όχι κι άσχημα για κάποιον που έχει ξεχάσει να περπατάει, για κάποιον που κινείται πάντα με δίτροχο».

Στην είσοδο του νεκροταφείου είπε να γυρίσει πίσω, στο τέλος επιτάχυνε το βήμα.

Επίθεση. Αυτό που δεν είχε κάνει στη ζωή του.

Κοιμόταν και ξυπνούσε πιστεύοντας ότι όλα ήταν εντάξει.

«Σαν τα πετεινά του ουρανού», τον κορόιδευε ο Στέλιος.

Δουλειά, βόλτες με το μηχανάκι, καφενείο για τα ματς και πάλι πίσω. Στη γυναίκα. Κοιμόταν στην αγκαλιά της χωρίς να υποψιάζεται. Δεν φανταζόταν ότι δεν ήταν αρκετό να ξυπνάει, να τρώει, να κοιμάται, να αναπνέει για να την κάνει ευτυχισμένη.

Ο Στέλιος το έλεγε: «Φίλε, η αταραξία σου με φτάνει κάποτε στα όρια μου. Δεν αρκεί η καλή καρδιά για να τη βγάλεις καθαρή σε αυτή τη ζωή».

Ο Αλέξης δεν καταλάβαινε.

«Ποια αταραξία;»

Ο Στέλιος τότε γελούσε και του έλεγε ότι η φιλία τους ήταν η δύναμή τους.

Χάνεται στα δαιδαλώδη μονοπάτια του νεκροταφείου, γυρίζει δύο και τρεις φορές ολόγυρα και, προτού προλάβει να απελπιστεί, τον βλέπει. Το μεγάλο πλάτανο, εκείνον που είχε βάλει σημάδι την ημέρα της κηδείας.

Δεύτερη σειρά αριστερά, τρίτος από δεξιά. Ο τάφος. Μάρμαρο. Λευκός σταυρός. Κυπαρισσάκια, βιολέτες- γυαλίζουν τα φυλλώματά τους κάτω από τη βροχή. Δεν είχε έρθει άλλη φορά. Είχε δειλιάσει. Έναν ολόκληρο χρόνο να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής και να μην έχει πλησιάσει. Ο Στέλιος δεν κατοικεί εκεί, δικαιολογεί τον εαυτό του, αλλά και πάλι ντρέπεται. Ήταν απών- όπως πάντα.

Κοιτάζει το καντήλι και το θυμιατό. Δε γνωρίζει πώς ανάβουν, ούτε στον τάφο των γονιών του στο νησί δεν είχε πατήσει.

Κοιτάζει την επιγραφή πάνω στο μάρμαρο.

«Στυλιανός Κ…… Ετών……….»

Τι σύμπτωση, ίδια ημερομηνία γέννησης και να γίνουν αχώριστοι.  Είχαν να το λένε στο νησί. Στα όρια της φαντασίας και της πραγματικότητας φοβάται ξάφνου ότι όλα ήταν ψέμα.

Κοιτάζει τα γράμματα- αχνά, ένα όνομα που σβήνει. Όχι, δεν είναι σωστό. Κάνει μερικά βήματα να δει καλύτερα, τα πόδια του βυθίζονται στα λασπόνερα.

Ψάχνει μέσα στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν. Κάπου θα πρέπει να βρίσκεται το μαύρο μαρκαδοράκι, εκείνο που χρησιμοποιούσε η Βάσω για τις λίστες της. Το πιάνει ανακουφισμένος. Τραβάει το καπάκι, ευτυχώς η βροχή έχει κοπάσει, σκουπίζει το χέρι του, νιώθει το μαρκαδόρο να  ρέει απαλά στο δέρμα του.

Σκύβει πάνω από την επιγραφή. Σκουπίζει το μάρμαρο με το μανίκι του.

Αρχίζει από το Σ… Πατάει με δύναμη την άκρη του μαρκαδόρου πάνω στα χαραγμένα γράμματα, ενώ επαναλαμβάνει από μέσα του τον κάθε φθόγγο- αναλφάβητος ενήλικος έκπληκτος μπροστά στη δεξιότητα της ανάγνωσης.

Σ.Τ.Υ.Λ.Ι.Α.Ν.Ο.Σ… Κ……………….                                                    .                                            Μία σταγόνα πέφτει στο δεξί του μάτι, έπειτα στο αριστερό, πάλι από την αρχή. Βάζει το μαρκαδόρο στην τσέπη και ρίχνει μία τελευταία ματιά στη φρεσκοβαμμένη πινακίδα με το όνομα του φίλου του.

Όλα εντάξει – ένας χρόνος χωρίς το Στέλιο αλλά γιορτάζουν όπως πάντα τα γενέθλια τους μαζί. Για λίγο ακόμη στέκεται ακίνητος κάτω από τη βροχή, έπειτα παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Περπατάει πιο γρήγορα, σχεδόν τρέχει, σκέφτεται ότι θα πρέπει να επιστρέψει το συντομότερο σπίτι, να βάλει το μηχανάκι στο υπόγειο παρκινγκ.

 

Πηγή εικόνας:

https://pixabay.com/en/street-sidewalk-vintage-old-1284362/


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;