“Μεταξύ μας” του Γερακόπουλου Αθανάσιου

Το όπλο έμοιαζε βαρύ στα χέρια του. Με προτεταμένη την κάνη,ο άντρας σάρωσε το σκοτεινό χώρο, ψάχνοντας για οποιαδήποτε κίνηση ανάμεσα στα στιβαγμένα κιβώτια. Το μόνο που άκουγε ήταν η καρδιά που σφυροκοπούσε στα αυτιά του.

Που είσαι ανάθεμα σε;

Ένα ελαφρύ θρόϊσμα πίσω του ήταν η μοναδική προειδοποίηση που είχε. Αντανακλαστικά βούτηξε προς τα  μπροστά, αλλα όχι αρκετά γρήγορα. Κάτι βαρύ προσγειώθηκε πίσω του και εκείνος έπνιξε μια κραυγή, νιώθωντας την πλάτη του να ανοίγει απο άκρη σε άκρη. Πέφτοντας άγαρμπα στο έδαφος, ο άντρας προσπάθησε να γυρίσει ανάσκελα.

Ένα πόδι μαλακό, με σκληρά νύχια έπεσε πάνω του, καρφώνοντας τον εκει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Νιώθοντας την πλάτη του να φλέγεται, ο άντρας προσπάθησε να αντισταθεί. Αλλά δεν μπορούσε. Τα άκρα του ήταν βαριά, η ανάσα δεν έβγαινε.

Ένα πρόσωπο βρέθηκε λίγους πάντους πάνω απο το κεφάλι του. Κάτι υγρό ακούμπησε τα μαλλιά του και τον μύρισε έντονα, συνοδευόμενος απο ήχο σαγονιών που ανοιγοκλείνουν.

«Άφησε τον ήσυχο, κοπρόσκυλο!», ακούστηκε μια βαριά φωνή πίσω του. Ένας πυροβολισμός αντήχησε και το βάρος υποχώρησε απο πάνω του.

Αποκαμωμένος, ο πληγωμένος άντρας έμεινε εκεί, νιώθωντας τις αισθήσεις του να τον εγκαταλλείπουν.

«Ράϊαν; Είσαι καλα;». Ο άντρας που τον έσωσε βρέθηκε απο πάνω του.

« Τζόν… λυπάμαι», ψέλλισε ο Ραϊαν. « Ήμουν αργός».

«Μη μιλάς. Κράτα τις δυνάμεις σου»

«Ακόμα δεν ξεκινήσαμε και πεθαίνω», είπε ο Ράϊαν.

«Μην τολμήσεις και πεθάνεις, Καινούριε! Ακούς;»

Εκείνος όμως δεν άκουγε πλέον.

«Επιθεωρητής Ράϊαν Γκόρντον. Είμαι ο καινούριος επιθεωρητής», είπε ο άντρας και χαμογέλασε στην κοκκινομάλλα πίσω απο τον πάγκο.

«Μάλιστα» απάντησε εκείνη κατεβάζοντας την κούπα που κρατούσε.

« Τα διαπιστευτήρια σας;»

Βιαστικά ο άντρας έβγαλε έναν λεπτό φάκελο από την τσάντα του και τον ακούμπησε πάνω στον πάγκο.

Η γυναίκα ξερόβηξε.

«Συγγνώμη», είπε ο άντρας και σήκωσε τον φάκελο από το μεταλλικό καρτελάκι στον πάγκο.

Λίλιθ Άμπερ-Γραμματεία.

Όσο εκείνη διάβαζε το περιεχόμενο του φακέλου, ο Ράιαν έριξε μια ματιά στον χώρο.Παρότι το ρολόι πάνω από την είσοδο έλεγε οτι ήταν μόλις δέκα και μισή, στο αίθριο επικρατούσε ησυχία. Κανένα φώς δεν ήταν αναμμένο, παρά τα σύννεφα που είχαν μαζευτεί έξω.Τα περισσότερα γραφεία ήταν άδεια και κλειστά, ενώ σε πολλά σημεία οι τοίχοι φαινόταν σπασμένοι και καλυμμένοι πρόχειρα με μουσαμάδες με την ένδειξη ‘ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ’

 Δυσμενής μετάθεση με τα όλα της.

« Όλα φαίνονται εντάξει, κε Γκόρντον», ακούστηκε η γραμματέας

«Του επέστρεψε τον φάκελο».

«Τα διαπιστευτήρια σας;», ξαναρώτησε.

Από μια εσωτερική τσέπη, ο άντρας έβγαλε ένα μικρό κρυστάλλινο φιαλίδιο και έριξε μερικές σταγόνες στο λαιμό του. Μια στυφή μυρωδιά απλώθηκε στο χώρο.Εκείνη κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε.

«Νεορλεανίτες. Πάντα…πρωτότυποι» , πρόσθεσε κοιτώντας τον. «Πρώτος όροφος, τελευταία πόρτα στα αριστερά. Επιθεωρητής Μαχάνον», έδειξε με το δάχτυλο της. «Καλωσήρθατε», πρόσθεσε.

«Ευχαριστώ», είπε ο Ράιαν και έφυγε βιαστικά.

Όπως και στο αίθριο, ο πρώτος όροφος είχε μόνο κλειστές πόρτες και μισοσκόταδο. Ο ήχος μιας γραφομηχανής από το βάθος του διαδρόμου έσπαγε την ησυχία. Προσεκτικά ο Ράϊαν πλησίασε προς τα εκεί.. Μια απλή μεταλλική επιγραφή ήταν καρφωμένη επάνω στην πόρτα.

Επιθεωρητής  Τζόναθαν Μαχάνον

Ο Ράϊαν χτύπησε την πόρτα. Όταν δεν πήρε απάντηση, την έσπρωξε προσεκτικά και μπήκε.

Το δωμάτιο ήταν απλό, με μια λιτή βιβλιοθήκη και ένα γραφείο από λουστραρισμένο ξύλο με δύο καρέκλες. Το μοναδικό παράθυρο ήταν κλειστό. Έντονη μυρωδιά τσιγάρου βάραινε την ατμόσφαιρα.

Πίσω από το γραφείο, χωμένος ανάμεσα σε στοίβες ανοιγμένων φακέλων, ήταν καθισμένος ένας  μελαμψός ηλικιωμένος άντρας, με τα δάχτυλα του να χορεύουν πυρετωδώς πάνω στην γραφομηχανή μπροστά του.

«Κλείσε, κλείσε» είπε,  χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του. Διστακτικά, ο Ράιαν υπάκουσε.

Έπειτα απο λίγο ο άντρας σταμάτησε και οσφρίστηκε τον αέρα. Το πρόσωπο του σφίχτηκε.

«Πάλι χάλασε ο υπόνομος; Θα…». Το βλέμμα του έπεσε στο νεαρό μπροστά του.

«Ποιός είσαι εσυ;»,  είπε ισιώνοντας τα γυαλιά του.

«Κα-Καλημερα. Επιθεωρητής Γκόρντον. Είστε ο Τζόναθαν Μαχάνον; Μου είπαν να έρθω σε σας».

«Λέγε με Τζόν. Είσαι ο καινούριος ε;», είπε ο Μαχάνον και άπλωσε το χέρι του.

Ο Ράϊαν πλησίασε και άπλωσε το δικό του.

«Τον φάκελο», ξεφύσηξε ο Μαχάνον. Τα ρουθούνια του συσπάστηκαν.

«Φϊλτρο επιτυχίας; Αλήθεια; Περίμενα κάτι καλύτερο»,  πρόσθεσε και κούνησε το κεφάλι. « Ασε με να μαντέψω. Νέα Ορλεάνη;»

«Μάλιστα. Που το…»

«Πέρασα ένα φεγγάρι  και εγώ από εκεί», είπε και άναψε ένα τσιγάρο. Έπειτα έγειρε στην καρέκλα του, πήρε τον φάκελο και τον άνοιξε.

«Όλα εντάξει», είπε τον πέταξε στην κορυφή μια στοιβας. Έγνεψε στον Ράϊαν να καθίσει.

Την προσοχή του Ράϊαν τράβηξε μια μικρή λευκοκίτρινη πέτρα μεσα σε μια διάφανη προθήκη.

«Θειάφι; Χρήσιμο, αν και δεν νομίζω να βοήθησε ιδιαίτερα», πρόσθεσε ο Ράιαν.

«Τί εννοείς;»

«Τρύπες στους τοιχους. Άδεια γραφεία. Κάτι άσχημο πέρασε από εδώ. Ποντάρω σε πνεύμα», πρόσθεσε ο Ραϊαν ανασηκώνοντας ενα φρύδι. «Ανακαίνιση; Περίμενα κατι καλύτερο απο τα Κεντρικά».

Ο Μαχάνον σταύρωσε τα χέρια και τον κάρφωσε με τα μάτια. Ο μόνος ήχος ήταν η καύτρα του τσιγάρου.

Έπειτα ξέσπασε σε γέλια.

«Μου αρέσεις μικρέ!» , είπε και σηκώθηκε όρθιος. «Εμείς οι δυο θα τα πάμε πολύ καλα» πρόσθεσε και πλησίασε τη βιβλιοθήκη. Πίσω απο τα βιβλία έβγαλε ενα γυάλινο μπουκάλι με ενα καστανό υγρό και δύο ποτήρια.

Ο Ράϊαν γούρλωσε τα μάτια.

«Αυτό είναι…»

«Ναι. Ουίσκι».

«Μα…απαγορεύεται!» είπε ο Ράιαν.

«Πίστεψε με, αν εκεί έξω ηξέραν γιατί είμαστε εδώ, το τελευταίο που θα τους πείραζε θα ήταν το ουίσκι», είπε ο Μαχάνον και γέμισε τα ποτήρια.

«Δεν εχεις άδικο» πρόσθεσε ο Ράιαν και ύψωσε το ποτήρι του. «Σε όλα αυτά που κάνουμε για να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο».

«Στις ωράιες γυναίκες», συμπλήρωσε ο Μαχάνον και κατέβασε το ποτό του μονορούφι.

«Καλό πράμα. Λοιπόν», είπε και εγειρε προς τον Ράιαν , «επειδή φαίνεσαι εντάξει τύπος, θα σου πώ μια ιστορία. Αλλά δεν την άκουσες απο εμένα. Σύμφωνοι; »

«Έγινε».

«Ξέρεις ποιός είναι ο Αρχηγός εδώ, έτσι;»

«Φυσικά.. Άντριου Πάλμερ. Θρύλος στο Σώμα»

«Ισχύει. Ξέρεις οτι έπασχε από Αλτσχάϊμερ;»

Ο Ραίαν έγνεψε αρνητικά.

«Κι όμως. Και προσπάθησε να το θεραπεύσει μόνος του. Βρήκε μια κούκλα απο τα μέρη σου και ήθελε να περάσει την αρρώστια εκεί».

«Τα κατάφερε;» ρώτησε ο Ράιαν και ρούφηξε μια γουλιά από το ποτό του.

« Ω ναι», είπε ο Μαχάνον πνίγοντας ένα γέλιο «Και όχι μόνο αυτό. Δεν πρόλαβε βλέπεις να ολοκληρώσει σωστά την τελετή»

«Γιατί;»

«Γιατί η Λίλιθ αποφάσισε να μπεί στο γραφείο εκείνη την ώρα. Είναι βλέπεις πολύ στενοί συνεργάτες οι δυό τους», πρόσθεσε κλείνοντας το μάτι του.

«Σε κάθε περίπτωση, οι φήμες λένε οτι η τελετή χάλασε και ενώ η αρρώστια έφυγε από πάνω του, ένα κομμάτι του μπήκε στη γραμματέα. Οπότε ο Αρχηγός πλέον τα βλέπει και τα νιώθει όλα από δύο πλευρές »

«Για όνομα… Μπορεί να γίνει αυτό;» είπε ο Ραίαν.

«Από ό,τι φαίνεται, μπορεί. Ο ίδιος λέει οτι δεν συνέβη κάτι, αλλά αν ήξερες την γυναίκα πρίν και μετά θα καταλάβαινες την διαφορά. Και το χειρότερο είναι ό,τι η μεταξύ τους σχέση… δεν άλλαξε καθόλου, αν με πιάνεις», πρόσθεσε χαμογελώντας ύπουλα.

«Απαίσιο!» είπε ο Ραίαν και κατέβασε το ουισκι μονορούφι.

«Όντως. Το καλύτερο βέβαια είναι…»

 

Ένα καμπανάκι ήχησε τρείς από κάπου στο ταβάνι, κόβωντας την πρόταση του στη μέση.

Ο Μαχάνον αναστέναξε και σηκώθηκε.

« Μας καλεί το καθήκον», είπε και τράβηξε ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη. Εκείνη υποχώρησε και έδωσε τη θέση της σε ένα σιδερένιο ανελκυστήρα.

« Τί αντιμετωπίζουμε;» ρώτησε ο Ράϊν τρέχοντας να προλάβει τον άντρα στον ανελκυστήρα.

« Λύκος μάλλον. Θυμάσαι το πρωτόκολλο έτσι;» φώναξε ο Μαχάνον για να ακουστεί πάνω από το τρίξιμο του μετάλλου καθώς ο ανελκυστήρας κατέβαινε.

« Περίστροφο Ρέμινγκτον, ασημένιες σφαίρες και μαχαίρια, και έναν πάπυρο Επιβράδυνσης γιατί τρέχουν σαν διάολοι» απάντησε μηχανικά ο Ράϊαν.

Ο Μαχάνον χαμογέλασε.

«Πολύ σωστά, Καινούριε».

Με έναν τριγμό, ο ανελκυστήρας σταμάτησε και ο Μαχάνον άνοιξε την καγκελόπόρτα. Τους υποδέχτηκε ένας μεγάλος χώρος, ο οποίος έσφυζε απο κίνηση: Άντρες και γυναίκες κινούνταν βιαστικά, διαλέγοντας οπλισμό απο παραταγμένους οπλοβαστούς και δίνοντας οδηγίες ο ένας στον άλλο.

Ο Μαχάνον έβαλε τα χέρια στη μέση και κοίταξε γύρω του. Έπειτα στράφηκε στον Ράιαν, που κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια τον κόσμο.

«Δεν είμαστε τοσο άδειοι τελικά, έτσι;»

Γύρισε και άπλωσε το χέρι του. Ο νεαρός το έσφιξε.

«Καλωσήρθες στο Σώμα ».

«Ράϊαν!»

Κάποιος φώναζε το όνομα του. Η φωνή έμοιαζε να έρχεται απο πολύ μακριά. Με δυσκολία ο άντρας άνοιξε τα μάτια του. Τον υποδέχτηκε ένα γνώριμο πρόσωπο, αυλακωμένο απο την ανησυχία. Στα χέρια του κρατούσε ένα κορδόνι, στην άκρη του οποίου ήταν περασμένη μια ξεραμένη ρίζα. Προσπάθησε να μιλήσει αλλα το στόμα του ήταν γεμάτο με κάτι πικρό. Με κόπο το έφτυσε.

«Γειά σου Τζόν», είπε, τρομαγμένος από το πόσο αδύναμη ακούστηκε η φωνή του.

«Γειά σου Καινούριε. Μας άγχωσες για λίγο».

«Φοβήθηκες μην πεθάνω; Συγκινητικό», είπε ο Ράϊαν.

« Ούτε καν. Απλά δεν χτυπάει καλα στο βιογραφικό μου αν ο συνεργάτης μου πεθάνει την πρώτη μέρα».

«Δεν έχεις άδικο», αποκρίθηκε ο Ράϊαν. «Το πιάσαμε το κτήνος;»

«Ναι. Η εκπληκτική τεχική σου να κάνεις το δόλωμα απέδωσε »

Ο Ράϊαν  προσπάθησε να γελάσει, αντι γι αυτό όμως πνίγηκε. Ένιωθε εξαιρετικά αδύναμος.

« Ξεκουράσου», είπε ο Τζόν. «Και φάε και την υπόλοιπη ρίζα. Αυτή η πληγή δεν θα κλείσει μόνη της ξέρεις».

«Μάλιστα!», αποκρίθηκε ο Ράϊαν και έφερε το πικρό φυτό στα χείλη το


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;