Athens
15°
few clouds
Υγρασία: 67%
Άνεμος: 8m/s Δ
Ανώτερη 17 • Κατώτερη 13
Weather from OpenWeatherMap
MAXMAG | Επικαιρότητα, Κόσμος, Πολιτισμός, Διασκέδαση, Ομορφιά

“Μα πού πήγαν όλα τα καλά αμάξια;” του Πάνου Παπαμιχάλη

Ο Δημήτρης Γ. έγινε Υπαστυνόμος Β’. Από μικρός του άρεσε να παίζει κλέφτες κι αστυνόμους, με ιδιαίτερη συμπάθεια στους δεύτερους. Μικρός – μικρός ήταν πολύ άτακτος, είχαν να το λένε οι πιο στενοί συγγενείς για τις αταξίες που είχε σκαρώσει. Μεγαλώνοντας όμως έγινε τυπικός και υπάκουος, δεν ταλαιπώρησε άλλο τους γονείς του. Μέτριος μαθητής, αλλά προσπαθούσε, το πάλευε. Του άρεσε το ψάρεμα, το κυνήγι –αθλητικός τύπος. Συνετό παιδί χωρίς πολλά προβλήματα και στενοχώριες, μέχρι πρότινος. Τα ούτε 1.100 ευρώ του μισθού του δεν επαρκούσαν για να εξυπηρετήσει τα είκοσι τέσσερα χιλιάρικα δάνειο που φεσώθηκε, μεσούσις της κρίσης, για να αγοράσει ένα αυτοκίνητο που δεν χάρηκε, αφού τον τράκαραν λίγο μετά τις μειώσεις μισθών και βγήκε άχρηστο τον δεύτερο μόλις χρόνο αφού το είχε αγοράσει, σπρωγμένος από τη σφοδρή επιθυμία να ικανοποιήσει τη μεγαλομανία της Λίτσας για «ακριβό αμάξι που θα το ‘χουμε για μια ζωή». Μα ούτε και η Λίτσα έμεινε «για μια ζωή», λίγο μετά την καταστροφή τον παράτησε κι αυτό που απόμεινε ήταν κάθε μήνα να πρέπει να δίνει σχεδόν το μισό του μισθού του για τέσσερα χρόνια. Το αυτοκίνητο που τον είχε τρακάρει ήταν ανασφάλιστο, η οδηγός δεν είχε στον ήλιο μοίρα και λίγο αργότερα έμαθε πως την είχαν κλείσει στο τρελάδικο. Δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να πάρει πίσω τα χρήματά του.

Τα ‘φερνε δύσκολα βόλτα από τότε, όλα φαίνεται είχαν αποφασίσει να πάνε σκατά, όμως κάτι φάνηκε ν’ αλλάζει τους τρεις τελευταίους μήνες, από τότε που ‘πιασε να βοηθάει, όποτε μπορούσε, στο Γραφείο Τελετών του θείου του του Μανώλη. Έτσι κι αλλιώς τον τελευταίο καιρό εκεί είχε πάντα δουλειά. Βοηθούσε κι έβγαζε «μαύρα» τα λεφτά της δόσης του αυτοκινήτου. Θα μου πεις «μαύρα» αστυνόμος πράμα; Δε βαριέσαι, άλλοι αναγκάζονταν να κάνουν χειρότερα. Εντωμεταξύ όμως ο θείος έλεγε πως θα του βγάλει ποσοστό για κάθε κηδεία που συμμετείχε κι έτσι όπως πήγαινε το πράγμα φαινόταν πως σύντομα θα μπορούσε να βγάζει περισσότερα λεφτά από κει παρά απ’ τον μισθό του της ΕΛ.ΑΣ.

Είχε μια παράξενη κινητικότητα στο Γραφείο Τελετών από τότε που μπήκε το καλοκαίρι. Αυτοκινητιστικά ατυχήματα γίνονταν καθημερινά. Ο θείος του δεν προλάβαινε να τους φυτεύει. Βέβαια η δουλειά είχε δυσκολέψει γιατί έπρεπε να σουλουπώνουν λίγο τα πολύ συχνά παραμορφωμένα πτώματα. Όμως οι κόποι του αμείβονταν. Κυκλοφορούσε τώρα με μια Πόρσε Καγιέν, είχε τρία κινητά και οχτώ υπαλλήλους. Τον περασμένο μήνα έθαψε 164, είχε τύχει το Γραφείο μέσα στο ίδιο απόγευμα να κάνει πέντε κηδείες. Είχαν να το λένε οι συμμετέχοντες για τις υποδειγματικές τελετές που διοργάνωνε ο κύριος Μανώλης.

Ο Δημήτρης αισθανόταν άσκημα κάθε φορά που τύχαινε να συναντήσει κάποιο συνάδελφο απ’ την Υπηρεσία ανάμεσα στους παρευρισκόμενους, ενώ εκείνος ντυμένος κοράκι κουβαλούσε κάποιο φέρετρο. Έβλεπε την αποδοκιμασία στα μάτια τους ή ακόμα και την ειρωνεία, μα τι να κάνει; Μέσα στο μεταχειρισμένο χιλιαράκι Subaru του 2007, ενώ οδηγούσε στην επαρχιακή οδό προς το Γραφείο μια σκέψη άστραψε στο μυαλό του. Έκανε το τιμόνι λίγο δεξιά και χωρίς να νιώσει το παραμικρό συνέχισε να την επεξεργάζεται. Σα να μην ήταν ο ίδιος που μόλις είχε γλυτώσει από βέβαιο θάνατο έτσι όπως τρέχαν. Τα τελευταία λίγα δευτερόλεπτα μία κόκκινη BMW απ’ το αντίθετο ρεύμα είχε μαγνητίσει το βλέμμα του, με το μυαλό άδειο είχε βάλει πλώρη κατά πάνω της, μέχρι που άστραψε εκείνη η παράξενη ιδέα, έκανε λίγο δεξιά και απέφυγε τη σύγκρουση.

Δεν το έψαξε την επομένη, αλλά τη μεθεπομένη το θυμήθηκε στη νυχτερινή βάρδια και το κοίταξε στον υπολογιστή στο Τμήμα. Από τον περασμένο χρόνο τα αυτοκινητιστικά ατυχήματα είχαν εικοσαπλασιαστεί, το ξέραν όλοι, βοούσαν οι τηλεοράσεις. Κάθε μήνα ολοένα και περισσότερα σοβαρά αυτοκινητιστικά ατυχήματα, θανατηφόρα, κυρίως συγκρούσεις μετωπικές. Το ‘ψαξε λίγο καλύτερα στα αρχεία της Τροχαίας κι επιβεβαίωσε την τρελή του ιδέα. Τουλάχιστον εννέα στα δέκα ατυχήματα αφορούσαν σε σύγκρουση ενός μικρού, οικονομικού αυτοκινήτου, καλή ώρα σαν το δικό του, με ένα ακριβής μάρκας, Μερσεντές, BMW, Audi τουλάχιστον. Έψαξε να βρει τις εθνικότητες των θυμάτων∙ αυτή η εκδοχή δεν οδήγησε πουθενά. Το μυαλό του άρχισε να παίρνει στροφές. Όσο προλάβαινε, γιατί η καθημερινότητά του ήταν κουρδισμένη σε μια άχαρη, προμελετημένη και αναγκαστική τρεχάλα για να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις.

Κατά κάποιον ασύνειδο, παράξενο τρόπο φαινόταν σα να είχαν βάλει στο στόχαστρο οι μικροί και μεσαίοι τους πλούσιους, αδιαφορώντας για τις συνέπειες και την πιθανή απώλεια και της δικής τους ζωής. Θυμήθηκε ότι όσο κατευθυνόταν προς την κόκκινη BMW το μυαλό του ήταν εντελώς άδειο, δεν σκεφτόταν τίποτα.

Με τα νοσοκομεία γεμάτα δε δυσκολεύτηκε να βρει μερικούς απ’ αυτούς τους «μικρούς» για να τους ρωτήσει. Κυρίως άντρες μετά τα τριανταπέντε, μέχρι πενήντα. Το βλέμμα τους κενό, πέρα από τους πόνους που τους προκαλούσαν τα τραύματά  τους είχαν να αντιμετωπίσουν το Ανακριτικό της Τροχαίας, τον ψόγο των συγγενών τους, καθώς ήταν ολοφάνερο ότι αυτοί έφταιγαν για το ατύχημα, την οικονομική τους καταστροφή –πολλοί από αυτούς οδηγούσαν οχήματα ανασφάλιστα. Όμως ήταν ατυχήματα; Γνωστός μεγαλοδικηγόρος κάποιας γόνου «καλής οικογενείας» μήνυσε έναν νεαρό που προκάλεσε παρόμοιο ατύχημα και προσπαθούσε να στοιχειοθετήσει κατηγορία απόπειρας δολοφονίας, παρότι είχε αποδειχθεί ότι ο νεαρός ούτε γνώριζε την ενάγουσα, ούτε είχε ποτέ κάποιες διαφορές μ’ εκείνη ή την οικογένειά της. Όλοι ήξεραν ότι ήταν μια κίνηση εντυπωσιασμού για να δημιουργήσει ντόρο και τροφή στα μεσημεριανάδικα, που άλλοτε εξύψωναν το θύμα σε οσιομάρτυρα και ενημέρωναν το κοινό τους πώς περνούσε κάθε στιγμή της στο νοσοκομείο, τί φορούσε όταν βγήκε, με ποιον έφαγε το βράδυ που βγήκε για να γιορτάσει την έξοδό της απ’ το νοσοκομείο, κλπ., κι άλλοτε έπαιρναν το μέρος του νεαρού, του «παιδιού του λαού» που άδικα είχε κατηγορηθεί από τους δικηγόρους εκείνων που είχαν το χρήμα και τη δύναμη, εκείνων που ποτέ δεν τους είχε λείψει τίποτε και η οικονομική κρίση ελάχιστα είχε αγγίξει, για απόπειρα δολοφονίας, ενώ ήταν ένα απλό ατύχημα.

Ο Υπαστυνόμος Β’ Δημήτρης Γ. δε δυσκολεύτηκε να βρει πρωταγωνιστές παρόμοιων περιστατικών, δυσκολεύτηκε όμως να τους πείσει να του μιλήσουν, τουλάχιστον εκείνους που ευθύνονταν για παρόμοια δυστυχήματα∙ είχαν φοβηθεί μετά από όσα είχαν δει στις τηλεοράσεις. Οι άλλοι, εκείνοι που είχαν υποστεί τη σύγκρουση φώναζαν ότι ενώ οδηγούσαν μια χαρά στη λωρίδα τους, τους είχαν πέσει πάνω τους και παραλίγο να τους σκοτώσουν. Τί προσπαθούσε να βρει, αφού τα ήξερε όλα από προσωπική εμπειρία και τί θα μπορούσε να αλλάξει; Τα παράτησε.

Τους μήνες που ακολούθησαν έγινε μάρτυρας μιας πανδημίας. Ακούσιοι δολοφόνοι-αυτόχειρες στην υπηρεσία της φτώχειας. Κανείς δεν τολμούσε να κυκλοφορήσει με καλό αμάξι πια. Ο Δημήτρης Γ. έζησε για να θάψει τον θείο του τον Μανώλη. Το Γραφείο Τελετών άτυπα, -πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει αλλιώς; ήταν υποχρεωμένος να δουλέψει ακόμη έξι χρόνια στην ΕΛ.ΑΣ.-, το Γραφείο λοιπόν πέρασε στην κατοχή του, το νοίκιασε από τη χήρα θεία του και της έδινε ένα καλό μηνιάτικο, στρωμένη δουλειά με πελατολόγιο το αφάν γκατέ της τοπικής κοινωνίας. Πλήρωσε, ξεχρέωσε, έβγαλε πολλά λεφτά τα επόμενα δυο χρόνια, μα αυτοκίνητο καλό δεν αγόρασε. Ήξερε αυτός.

Ώσπου άκουσε για τον φρικτό θάνατο της Λίτσας, τη βρήκαν απανθρακωμένη στο διθέσιο κουπέ του χλεχλέ που την είχε κλέψει από εκείνον. Της Λίτσας που της άρεσαν τα ωραία και ακριβά αυτοκίνητα. Της Λίτσας στην οποία είχε δώσει τα πάντα και την αγαπούσε ακόμη και δεν έλαβε ποτέ πίσω παρά μια σπασμένη καρδιά. Της πουτάνας της Λίτσας. Το γεγονός τον συγκλόνισε. Για μία ακόμη φορά η ζωή του δεν παρουσίαζε πια το παραμικρό ενδιαφέρον. Η φρενήρης τρεχάλα ανάμεσα στις διαδοχικές κηδείες και την υπηρεσία εξακολούθησε, μέχρι που παραιτήθηκε, για λόγους υγείας. Τα βράδια έβαζε Survivor στην τηλεόραση για ν’ αδειάζει το μυαλό του από τις έγνοιες που ελάχιστα τον συγκινούσαν πια.

Προπλήρωσε κι έβαλε και του έφεραν εισαγωγή ένα κατακόκκινο Hammer με ενισχυμένους προφυλακτήρες. Οι φτωχομπινέδες. Θα τους έδειχνε αυτός.

Πηγή εικόνας:

https://pixabay.com/el/%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%81-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BD%CE%B5%CF%86%CE%B1-855114/

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Το MAXMAG είναι το νέο περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Το MAXMAG είναι ένα νέο διαδικτυακό περιοδικό, που σκοπεύει να παρέχει ενημέρωση επάνω σε ζητήματα κοινωνικά, πολιτιστικά, αλλά και πολιτικά. Η κάθε στήλη μας αντιπροσωπεύει και ένα ξεχωριστό πεδίο, καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο ένα ευρύ πλαίσιο ενδιαφερόντων του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG