“Λαβωμένοι άγγελοι” της Χρυσορρόη

Κάποιες αθώες ψυχούλες ορκίζονται πως βλέπουν τα βράδια «στου Τζαμάλ τη γωνιά», όπως έχουν ονομάσει τον τόπο πίσω απ’ το σχολείο, έναν μικρό άγγελο να ‘χει σκεπασμένο το πρόσωπό του με τις παλάμες και να κλαίει βουβά, παραπονεμένα. Και να ‘ναι οι μικρές λευκές φτερούγες του πεσμένες στο πλάι, σα φτερά πληγωμένου πουλιού, που ο πόνος τα ακινητοποίησε.

Ένα προσφυγόπουλο είχε έρθει πριν δυο χρόνια σ’ εκείνο το σχολείο. Ένα από ‘κείνα τα παιδιά, που ο πόλεμος τούς στέρησε τα αθώα παιδικά χρόνια και την ανεμελιά. Το ξεχώριζες εύκολα. Καθόταν πάντα μόνο στην άκρη της σχολικής αυλής, με μάτια που ταξίδευαν μακριά. Ποιος ξέρει πού. Σε ποια ερημωμένα τοπία, σε ποια φρικιαστικά σκηνικά. Άλλοτε, παρακολουθούσε το παιχνίδι των συμμαθητών του, που, όμως, δεν τού έδιναν καμιά σημασία. Όπως δεν έδιναν σημασία στ’ άδεια παγκάκια δίπλα του ή στο φανοστάτη που δέσποζε έξω απ’ τη σχολική μάντρα. Άλλοτε πάλι, μελαγχολικό απ’ την αναγκαστική μοναξιά, στην οποία το είχαν καταδικάσει, έσκυβε στο παγκάκι όπου καθόταν και λάξευε σ’ ένα ξύλο που κρατούσε, πότε ένα καραβάκι, πότε ένα πουλί, ή κάτι που έμοιαζε με μικρό πνευστό μουσικό όργανο. Μικρά αριστουργήματα, που τα καταφρονούσαν όμως κι αυτά, τ’ άλλα παιδιά. Μάλιστα το ταλέντο του αυτό, ίσως να ερέθιζε και τη ζήλεια τους και του πετούσαν μαζί με το απαξιωτικό τους βλέμμα και κάποια λόγια χλευαστικά, όπως:

-Για δες! Ο “βρωμιάρης” πάλι δεν έχει με τί ν’ ασχοληθεί και θυμήθηκε τις πρωτόγονες ασχολίες της φυλής του…

Και ήθελε τόσο να τους πει πως ευχαρίστως θα ‘παιρνε μέρος στο παιχνίδι, αν τον προσκαλούσαν. Πως ευχαρίστως θα γινόταν φίλος τους, αν τό ‘θελαν και τού έδιναν την ευκαιρία! Γιατί τη φιλία ο Τζαμάλ την είχε ψηλά. Δε ξεχνά το κλάμα που έκανε για μερόνυχτα, όταν αντίκρισε το κομματιασμένο, από βομβαρδισμό, κορμάκι του φίλου του, του Μουσταφά. Μια φορά, σ’ έναν προηγούμενο από αυτόν βομβαρδισμό, είχε πέσει πάνω του κι είχε καλύψει με το κορμί του εκείνο του φίλου του, σε μια προσπάθεια να τον προστατεύσει. Είχαν σταθεί κι οι δυο τυχεροί, γιατί οι βόμβες δεν έπεσαν κοντά τους. Κι άλλοι φίλοι του είχαν σκοτωθεί σ’ αυτό τον καταραμένο πόλεμο. Άλλοι πάλι, είχαν πάρει το δρόμο της προσφυγιάς, όπως κι αυτός, αναζητώντας λίγο ελεύθερο ουρανό και μια ανάσα μακριά απ’ το καθεστώς του τρόμου και του ολέθρου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μα πώς να χαρεί την ειρήνη, όταν η καθημερινότητά του ήταν και πάλι ένας διαρκής πόλεμος; Ένα πόλεμος ανηλεής, που σκότωνε τη ψυχή του την ίδια κι οι θύτες της ήταν παιδιά! Πώς να χαρεί τον ήλιο, όταν καταδίκαζαν τη ψυχή του στο σκοτάδι της μοναξιάς και της καταφρόνιας; Αλλά, ο ήλιος έβγαινε για όλους. Για αυτούς που έχουν τα πάντα, αλλά και για κείνους που τα ‘χουν χάσει όλα. Για όλους τους ανθρώπους, για όλα τα παιδιά του κόσμου. Κι ήθελε να τους το φωνάξει αυτό. Να τους φωνάξει:

-«Ο κόσμος ανήκει σε μας, τα παιδιά. Ελάτε όλοι μαζί, μονοιασμένοι να τον κάνουμε καλύτερο! Να εξαλείψουμε τον πόλεμο από προσώπου Γης. Δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα. Μόνο να ενώσουμε. Τα παιδικά μας όνειρα, τα σχέδια για τη ζωή. Κι εγώ ονειρεύομαι, όπως κι εσείς. Κι εγώ είμαι ένα παιδί, όπως κι εσείς. Μόνο την αγάπη σας διεκδικώ! Που δεν κοστίζει τίποτα κι ας είναι αυτή το πιο ακριβό πράγμα στον κόσμο». Μα οι προσβολές κι οι ύβρεις τού μούδιαζαν τη γλώσσα μαζί με τη ψυχή και δεν έλεγε τίποτα. Μόνο τους κοιτούσε με παράπονο στα μάτια. Στα σπρωξίματα και το ξύλο άνοιγε μόνο διάπλατα τα δικά του, από έκπληξη περισσότερο για όλα αυτά, παρά από πόνο.

-Εσάς εκεί κάτω, σας καταράστηκε ο Χριστός, γιατί τον σταυρώσατε! τού ‘λεγαν κάποιοι. Κι εκείνος ήθελε να τους πει, πως εκείνος δεν σταύρωσε κανέναν, πως ο Χριστός γεννήθηκε, περπάτησε κι έζησε “εκεί κάτω”. Πως δίδαξε την αγάπη, πως ήταν ο ίδιος Αγάπη, την οποία δεν έβλεπε ο Τζαμάλ στους ανθρώπους που τον πίστευαν. Πως κι ο ίδιος o Χριστός γνώρισε την προσφυγιά, όταν, βρέφος ακόμη, κατέφυγε με την οικογένειά του στην Αίγυπτο, για να γλυτώσει απ’ το μένος του Ηρώδη. Πως πάντα θα υπάρχει κάποιος “Ηρώδης”, που θα υποχρεώνει σε αναγκαστικό εκπατρισμό αθώους και πως η κάθε “Αίγυπτος” θα πρέπει να είναι φιλόξενη κι ανθρώπινη!…

-Ο δικός σας Θεός είναι αιμοδιψής. Δίδαξε τον πόλεμο και τη σφαγή! συνέχιζαν κι ήταν σαν να τού επέρριπταν προσωπική ευθύνη γι’ αυτό. Μα εκείνος ήθελε να φωνάξει πως είχε δει ποτάμια αίμα και σιχαινόταν τη μυρωδιά του! Πως τού έφερνε ναυτία και του προκαλούσε φρίκη. Πως, να, τώρα αυτοί, δίχως όπλα, τον μάτωναν!

Ένας καινούργιος μαθητής ήρθε στο σχολείο ένα χρόνο μετά τον Τζαμάλ. Ο Λευτέρης. Κι έγινε ο νέος στόχος των συμμαθητών του! Αυτό παραξένεψε τον Τζαμάλ. Τα παιδιά αυτά μιλούσαν την ίδια γλώσσα με το Λευτέρη, πίστευαν στον ίδιο Θεό μ’ αυτόν κι εκείνος δεν είχε τη μελαμψή επιδερμίδα του Τζαμάλ, που τους έκανε να τον περιφρονούν. Κι όμως, τον έσπρωχναν δήθεν κατά λάθος στη σκάλα, του πετούσαν ένα “χοντρέ!” και τον έδιωχναν όταν πλησίαζε να παίξει μαζί τους. Ο Λευτέρης ήταν πράος σαν αρνί κι είχε χρυσή καρδιά. Το υπερβολικό του βάρος, όμως, που τον έκανε ν’ ασθμαίνει κάθε φορά που έπαιζε μπάλα ή ανέβαινε τις σκάλες γινόταν η αιτία του εμπαιγμού του. Ήταν κοντός κι ο πλαδαρός κορμός του ήταν δυσανάλογος με τα αδύνατα πόδια του και γι αυτό κάποια παιδιά τον φώναζαν “βάτραχο” και “χοντρό κοντορεβιθούλη”. Πολλές φορές, σε αντίθεση με τον Τζαμάλ, έβαζε τα κλάματα με τα πειράγματα και ζάρωνε σα τρομαγμένο ζώο σε κάποια γωνιά της αυλής, όπου έμενε για ώρα με τα γόνατα στο στήθος, το κεφάλι ακουμπισμένο πάνω τους και τα χέρια τυλιγμένα σφιχτά γύρω τους, σα να έγλυφε τις πληγές της ψυχής του!

Ο Τζαμάλ παραχώρησε στο Λευτέρη τη θέση δίπλα του στο θρανίο και μια μεγαλύτερη στην καρδιά του, απ’ την πρώτη στιγμή. Τού πρόσφερε πάντα απ’ το κολατσιό του και του μάθαινε να σκαλίζει σιγά σιγά το ξύλο και να του δίνει μορφή. Τον ενθάρρυνε για τα πρωτόλεια, αδέξια δημιουργήματά του και τού ‘σφιγγε το χέρι. Κι όταν έβλεπε τη χαρά στα μάτια του Λευτέρη για όλα αυτά, ο Τζαμάλ χαιρόταν διπλά. Μα κι ο Λευτέρης βοηθούσε το Τζαμάλ στα μαθήματα, κυρίως στη γλώσσα και προσπαθούσε να τού μάθει όσες περισσότερες λέξεις μπορούσε.

-Θα μπορούμε και να συνεννοούμαστε καλύτερα! τού’ λεγε ο Λευτέρης. Μα κι αν δυσκολεύονταν να επικοινωνήσουν και να συνεννοηθούν με τη γλώσσα, τά’ λεγαν όλα με τα μάτια!… Γιατί αυτός είναι ο πιο εύγλωττος τρόπος επικοινωνίας…

-Μη τους φοβάσαι! Εγώ είμαι εδώ, τού ‘λεγε ο Τζαμάλ και το εννοούσε.

Στις προσβολές των παιδιών κατά του Λευτέρη, απαντούσε με ένα αγριεμένο, προειδοποιητικό βλέμμα, πράγμα που δεν είχε κάνει ποτέ, προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Τα παιδιά άρχισαν να τον μισούν περισσότερο τώρα. Τους ενόχλησε που ύψωσε ανάστημα και που τους χαλούσε τη διασκέδαση με το Λευτέρη, που όσο περνούσε ο καιρός, έδειχνε να μην τους υπολογίζει τόσο. Τα απογεύματα ο Τζαμάλ έπαιρνε το Λευτέρη και πήγαιναν βόλτα με τα ποδήλατα. Ένα απόγευμα αποξεχάστηκαν και νύχτωσε. Όταν το συνειδητοποίησαν, βιάστηκαν να επιστρέψουν και θέλησαν να “κόψουν” δρόμο μέσα από το οικόπεδο, πίσω από το σχολείο. Εκεί, όμως, τους περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Παιδιά του σχολείου μεγαλύτερης ηλικίας και κάποιοι εξωσχολικοί που γνώριζε ο Τζαμάλ, πετάχτηκαν εμπρός τους με ξύλα και σίδερα στα χέρια και τους έκλεισαν το δρόμο.

-«Τι θέλετε»; φάνηκε με το βλέμμα να ρωτά ο Τζαμάλ ωχρός, κάνοντας ένα βήμα μπροστά από τον Λευτέρη, έτσι που εκείνος να καλύπτεται πίσω του. Εκείνοι δεν απάντησαν. Έσφιξαν μόνο αυτά που κρατούσαν στα χέρια και κινήθηκαν εναντίον τους απειλητικά.

-Τι θέλετε, επιτέλους; άρχισε ο Τζαμάλ στη γλώσσα του.

-Ποιοι είστε που νομίζετε πως μπορείτε ατιμώρητοι να κάνετε το κέφι σας; Σε τί υπερέχετε, που αντιμετωπίζετε τους άλλους ως υποδεέστερους; Οι άνθρωποι ξεχωρίζουν μόνο για το ήθος και την ανθρωπιά τους! Γιατί δε μας αφήνετε ήσυχους; Τί σας φταίξαμε; Θέλαμε μόνο να είμαστε φίλοι σας κι εσείς μας οχτρεύεστε! Θέλαμε να σας πιάσουμε απ’ το χέρι κι εσείς μας προτάσσετε αντί γι’ αυτό όπλα! Γιατί; Εμένα κάντε με ό,τι θέλετε, αυτόν, όμως, δεν θα τον πειράξετε! Ελάτε, λοιπόν! είπε και έσφιξε τις γροθιές και τα δόντια του.

Δεν κατάλαβαν τίποτα απ’ όσα τους είπε. Δεν θα καταλάβαιναν ακόμα κι αν τους μιλούσε στη γλώσσα τους. Είδαν μόνο την πρόκληση στα μάτια του. Είδαν αυτό, που ήθελαν να δουν. Και τους ήταν αρκετό…

Την επόμενη μέρα, όσοι περνούσαν από εκεί, μπορούσαν εύκολα να διακρίνουν το σημείο, όπου ξεψύχησε ο Τζαμάλ… Μια λίμνη αίματος είχε ποτίσει το χώμα. Μια λίμνη αίματος, όμως, που προς έκπληξη πολλών που το αισθάνθηκαν, ευωδίαζε! Ο Λευτέρης διακομίστηκε στο νοσοκομείο με αρκετά κατάγματα. Ήταν, όμως, ευτυχώς εκτός κινδύνου. Ο Τζαμάλ, που έβαλε το σώμα του ασπίδα μπρος στο Λευτέρη, δέχτηκε τα περισσότερα χτυπήματα. Και μεταξύ αυτών, ένα μοιραίο χτύπημα στο κεφάλι…Από τότε, κάποια πολύ μικρά παιδιά, αθώα σαν άγγελοι, γιατί μόνο αυτά μπορούν να δουν, ισχυρίζονται πως κάποιες νύχτες ένας μικρός άγγελος κάθεται εκεί, σ’ εκείνο τον τόπο, σκυφτός, με κρυμμένο στα χέρια το πρόσωπο, και κλαίει με παράπονο! Σε εκείνο τον τόπο που μοσχοβολάει!.

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;