“Το κουτί της γιαγιάς πανδώρας” της Ελένη Δεμερτζή

Η γιαγιά Πανδώρα ήταν μια πολύ γλυκιά γυναίκα, όλοι την αγαπούσαμε.

Ήταν ανοιχτόκαρδη, διασκέδαζε με κάθε ευκαιρία. Έκανε σοβαρές συζητήσεις, ωστόσο δε μιλούσε ποτέ για τα χρόνια στη Σμύρνη και για πολιτική, το μόνο που ξέραμε ήταν οτι γεννήθηκε και έμεινε στην κοσμοπολίτικη αυτή Μικρασιατική πόλη μέχρι τα δεκαέξι της.

Η γιαγιά δεν ήταν μυστικοπαθής , όμως είχε υποσχεθεί στον εαυτό της πως θα μιλούσε για όλα αυτά όταν θα έφτανε η κατάλληλη στιγμή.

Μια φορά που την είχα ρωτήσει γιατί δε μας χαρίζει τις ιστορίες της, μου είχε πει χαρακτηριστικά “Είδα τον πόνο στα μάτια εκατοντάδων ανθρώπων , τον έζησα και εγώ , γι’ αυτόν το λόγο αποφάσισα να μην τον αναπαράγω…Υπάρχουν τόσα όμορφα πράγματα για να θυμάσαι, να ονειρεύεσαι και να συζητάς. Ξέρεις συχνά πονάς ακόμα και με την ανάμνηση του πόνου, κάποια πράγματα δύσκολα τα ξεπερνάς. Υποσχέθηκα έτσι να πάψω να μιλάω για ό,τι κάνει το στομάχι μου να δένεται κόμπος, θεώρησα πως ήταν καλύτερο να βάλω περισσότερο χαμόγελο στη ζωή μου.”

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μια μέρα πριν μπει στο νοσοκομείο μου έδωσε ένα τετράδιο , μου είπε ότι ήταν κάτι σαν ημερολόγιο , εκεί είχε κρύψει κάποιες ‘σκοτεινές μέρες’, με παρακάλεσε να το διαβάσω μόνο όταν εκείνη θα είχε ήδη φύγει . Επίσης μου επισήμανε οτι στο σπίτι στο χωριό μέσα σε ένα κουτί που έγραφε το όνομά της είχε και άλλα τέτοια τετράδια που μου επέτρεπε να τα διαβάσω.

Εννέα μέρες λοιπόν μετά το θάνατο της γιαγιάς άνοιξα το τετραδιάκι της. ‘Όταν αφήσαμε το σπίτι μας στη Σμύρνη ,μισούσα όλους αυτούς που με ανάγκασαν να φύγω από εκεί, όμως οι ‘κακοί ‘ δεν είχαν πρόσωπο, ήταν απλά ‘αυτοί’ , οι ‘άλλοι’. Αργότερα όμως όταν πια ηρέμησα κατάλαβα πως δε μου ταιριάζει το μίσος. Είχα το χρόνο να παρατηρήσω τους ανθρώπους που μισούν , τους θεώρησα λοιπόν ιδιαιτέρως δυστυχείς, το μίσος χαλά τη διάθεση και την καρδιά αυτού που μισεί. Εγώ ήθελα να γεμίσω την καρδιά μου με όμορφα πράγματα ,ίσως και αυτός να ήταν και ένας λόγος που μπόρεσε να χτυπά για πάρα πολλά χρόνια’.

“’Ήμουν τυχερή αφού η οικογένεια μου και εγώ φύγαμε από τη Σμύρνη νωρίς, πήραμε το πλοίο μαζί και αρκετά από τα υπάρχοντα μας και ξεκινήσαμε για τον Πειραιά. Πραγματικά δε θυμάμαι πόσες μέρες πέρασαν μέχρι να φτάσουμε, νόμιζα πως ήταν αμέτρητες! Κατεβαίνοντας στο λιμάνι ένιωθα πως είχα γεράσει αν και ήμουν μόλις δεκαέξι ετών, θεωρούσα πως δε θα μπορούσα ποτέ να ξαναβρώ το κέφι και τη ζωντάνια μου. Όλα μου φαίνονταν άοσμα, άνοστα , ανούσια. Εκτός από την κούραση του ταξιδιού , με κούραζε και η σκέψη πως μου είχαν κλέψεις τις πιο όμορφες αναμνήσεις μου, το δωμάτιό μου, τον κήπο με τα όμορφα δέντρα, τις φίλες μου, τις μυρωδιές από τη Σμύρνη…”

“Είχα δυο αδελφές και ξαφνικά έμεινα μόνη, το κακό ήρθε αθόρυβα και απρόσμενα λες και το έκανε με αυτόν τον τρόπο για να προκάλεσε ακόμα πιο μεγάλο πόνο!

Η μία αδελφή μου ήταν η Μέλπω ,που ήταν και βιολογική μου αδελφή, η άλλη ήταν η Τετέρ , ήταν Αρμένισσα, ο πατέρας μου εργαζόταν μαζί με τον δικό της ,εμείς λοιπόν με την Τετέρ μπορεί να μην είχαμε το ίδιο αίμα όμως από δυο χρονών ήμασταν αχώριστες. Τα μεσημέρια τρώγαμε στο σπίτι μας και το βράδυ πηγαίναμε στο δικό της. Μαζί σχολείο, εκδρομές, βόλτες…

Όταν ανατινάχτηκε το ’22 η Αρμενικη εκκλησία του Αγίου Νικολάου η Τετέρ

ήταν μέσα, το τραγικό μάλιστα ήταν πως πήγε εκεί μαζί με άλλες γυναίκες και παιδιά για να προστατευτούν από την πολιορκία και αντί για να προστατευτούν , πέθαναν, έτσι χωρίς λόγο, χωρίς να έχουν κάνει κάτι, μόνο και μόνο γιατί βρέθηκαν στο λάθος σημείο , τη λάθος χρονική στιγμή, μόνο και μόνο γιατί κάποιοι οργισμένοι έπρεπε να δείξουν πόσο ‘δυνατοί ‘ ήταν!

Το καλοκαίρι του 1923 η Μέλπω, η μικρή μου αδελφή αποφάσισε να πάει μαζί με τις ξαδέλφες και τους θείους μας στην Κέρκυρα, να δει και τη νονά της που είχε εγκατασταθεί εκεί μετά την καταστροφή, το επαγγελματικό ταξίδι του θείου ήταν καταπληκτική ευκαιρία για τη Μέλπω, έτσι οι γονείς μου της έκαναν τη χάρη να της επιτρέψουν να ταξιδέψει.

Ήταν πάλι Αύγουστος , με το νέο ημερολόγιο,31 Αυγούστου του 1923 , ενώ λοιπόν όλοι πιστεύαμε ότι η Μέλπω διασκέδαζε ανέμελη στο νησί του Ιονίου, ο Μουσολίνι είχε καταλάβει την Κέρκυρα , ζητώντας αποζημίωση από την ελληνική κυβέρνηση ως απάντηση στη δολοφονία του Ιταλού Ενρίκο Τελλίνι στα ελληνοαλβανικά σύνορα, αφού θεωρούσε πως οι Έλληνες ήταν υπεύθυνοι για το θάνατό του. Μπαίνοντας στο νησί σκότωσε 15 πολίτες , ως αντίποινα, μία από αυτούς ήταν και η Μέλπω μας.’

“Τον Μάρτιο του 1942, ήρθε και μας βρήκε ο Κωστής ,ο ξάδελφος μου , τρόμαξα πραγματικά να τον γνωρίσω , δεν ήταν πια το όμορφο ,γεροδεμένο αγόρι , που θαύμαζαν όλα τα κορίτσια, αν και μόλις 28 ετών έμοιαζε ηλικιωμένος. Ήταν στο μέτωπο , ωστόσο τον Δεκέμβριο του1940 επέστρεψε στην Αθήνα , επειδή σε μια μάχη έχασε το ένα του χέρι, όμως τα πράγματα εκεί αποδείχτηκαν δυστυχώς ακόμα πιο δύσκολα για αυτόν.

Εγώ είχα φύγει με τα παιδιά στη Σαλαμίνα, δε γνωρίσαμε τη μεγάλη πείνα, τρώγαμε χόρτα, ψαρεύαμε, είχαμε και λίγες κότες, έτσι καταφέραμε να τρώμε καθημερινά ένα πιάτο φαγητό.

-Ξαδέλφη, εσείς εδώ καταφέρατε το πιο σημαντικό, δε σε ζηλεύω που δεν πείνασες, σε ζηλεύω όμως που δεν έχασες την ανθρωπιά σου.

Ο Κωστής έβαλε τα κλάματα κάποια στιγμή νόμιζα πως θα λιποθυμούσε από τους λυγμούς. Μετά από κάμποση ώρα σταμάτησε το κλάμα και συνέχισε τη συζήτηση, φαίνεται ήταν αναγκαίο για αυτόν να μιλήσει για όλα όσα τον βασάνιζαν , θαρρείς πως αν τα μοιραζόταν θα λύτρωνε την ψυχές του από ένα τεράστιο βάρος.

– Εγώ έχασα την ανθρωπιά μου ,Πανδώρα μου, την έχασα…Χάνοντας το χέρι μου νόμισα πως ήμουν μίσος άνθρωπος, όμως όχι, και με ένα χέρι άνθρωπος είσαι. Ξέρεις πότε παύεις να λογαριάζεσαι άνθρωπος;

Ο Κωστής χαμήλωσε το βλέμμα του και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, συνέχισε με τρεμάμενη φωνή.

-Γυρνώντας από το μέτωπο πήγα στο πατρικό μου στο Μεταξουργείο βρήκα εκεί τη μάνα μου και τις αδελφές μου, τα Χριστούγεννα δεν είχαμε να φάμε ούτε μπομπότα, πήγα μαζί με δυο φίλους μου στον βασιλικό κήπο, κλέψαμε ένα ελάφι, γλιτώσαμε από τους Γερμανούς, όμως από το υγρό βλέμμα αυτού του ζώου η ψυχή μου δε θα γλιτώσει ποτέ. Για λίγες μέρες χορτάσαμε, μετά πάλι τρέχαμε στο Μοσχάτο μπας και βρούμε καμιά λαχανίδα.

Ο χειμώνας του ’41 ήταν πολύ βαρύς εκτός λοιπόν από την πείνα είχαμε να τα βάλουμε και με το κρύο. Περπατούσα στην Ομόνοια και έβλεπα δεκάδες πτώματα και ξέρεις τι έκανα Πανδώρα μου; Τίποτα, τίποτα! Καμία αντίδραση, λες και έβλεπα μύγες σκοτωμένες. Άνοιγα μονάχα το βήμα μου, φοβούμενος πως αν κοντοστεκόμουν θα με έβρισκε και εμένα το θανατικό.

Όταν αρρώστησε η Λένα η μάνα μου με έστειλε στον Πειραιά που είχε έρθει το βαπόρι από τη Μικρασια για βοήθεια, μπας και βρω λίγο γάλα ή κάτι τέλος πάντων για να στυλωθεί η μικρή. Γύρισα και εγώ χαρούμενος γιατί κάποιος εκεί μου έδωσε λίγο γάλα, ο συγκεκριμένος όμως δεν ήταν από αυτούς που είχαν βάλει να βοηθούν, αλλά με αυτόν τον τρόπο κάνοντας του τον αχθοφόρο μονάχα, κατάφερα να πάρω λίγο γάλα γρηγορότερα, χωρίς χαρτιά και αναμονή. Με ένα χέρι του κουβάλησα ένα τεράστιο μπαούλο μέχρι τα Λεμονάδικα !

Δώσαμε έτσι το γάλα στη Λένα, ωστόσο μετά από λίγο το κορίτσι άρχισε να σφαδάζει, πήγαμε φέραμε ένα γιατρό, ώσπου να γίνουν όλα αυτά βέβαια πέρασαν περίπου πέντε ώρες. Ο γιατρός μας είπε οτι μέσα στο γάλα είχε κόλλα, συνήθιζαν να το κάνουν αυτό κάποιοι άθλιοι για να κερδίζουν σε βάρος απελπισμένων ανθρώπων. Η κατάσταση της μικρής ήταν πολύ σοβαρή έπρεπε άμεσα να βρούμε λίγο ρύζι μήπως και τη σώσουμε. Έφυγα πάλι για να βρω ρύζι, όμως όταν επέστρεψα η μικρή είχε ήδη πεθάνει.

Ήταν από τις σπάνιες φορές που δε μπορούσα να αρθρώσω λέξη, για κάποια δευτερόλεπτα ένιωσα ένοχη που ήμουν ακόμα ζωντανή. Κούνησα απλά συγκαταβατικά το κεφάλι και περίμενα από τον Κωστή να συνεχίσει την εξομολόγησή του.

-Η Μαργαρίτα είχε χάσει πολλά κιλά, φοβόμουν οτι θα πέθαινε και αυτή, έτσι είπα στη μάνα μου να κρατήσουμε το δελτίο της Λένας για να παίρνουμε δυο μερίδες από τα συσσίτια μήπως καταφέρναμε τουλάχιστον να σώσουμε το άλλο το κορίτσι, τι να έκανε και εκείνη, συμφώνησε. Αφήσαμε τη Λένα άκλαυτη, να καταλήξει σε ομαδικό τάφο, την αφήσαμε στο δρόμο και τη μάζεψε ένα καμιόνι, τη φόρτωσαν σαν τσουβάλι στην καρότσα που είχε ακόμα καμιά τριανταριά νεκρούς. Κατάλαβες τώρα γιατί δεν είμαι άνθρωπος! Τα μάτια του Κωστή είχαν μπει ακόμα πιο μέσα και το αποστεωμένο πρόσωπό του είχε σκοτεινιάσει

-Οι γυναίκες δε θα τη βγάλουν στην Αθήνα, δεν έχει μείνει τετράποδο στην

πόλη.

Έτσι παραχώρησα ένα δωμάτιο στον Κωστή και στην οικογένειά του, χωρίς

άλλες κουβέντες, το χρωστούσα εξάλλου στη μάνα του που μας είχε βοηθήσει πολύ τις πρώτες μέρες που είχαμε έρθει στην Ελλάδα”

***

Καλό ταξίδι Πανδώρα μου, σε ευχαριστώ που μου χάρισες ένα μέρος από τους θησαυρούς σου και που το δικό σου “κουτί” έκρυβε μόνο δώρα.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;