“Κουλουράκια Κανέλας” της Αναστασίας Κάτσικα

Οι γυναίκες της οικογένειάς μου, όταν πενθούν, δεν φοράνε μαύρα. Μπαίνουν στο σπίτι, κατεβάζουν τα ρολά, κλείνουν τα παντζούρια και κλειδώνουν την εξώπορτα. Βγάζουν από το μπαούλο τους χοντρούς, καφέ καμβάδες και πολλές, μάλλινες, χρωματιστές κλωστές που τις πλέκουν κοτσίδα. Μαζεύονται γύρω από την ασημένια λάμπα με το αμπαζούρ από χλωμό πάπυρο και κεντάνε με σκυμμένο το κεφάλι. Πιάνει η καθεμιά την άκρη του καμβά και κεντούν αμίλητες, χωρίς σχέδιο, μέχρι οι βελόνες τους να συναντηθούν στη μέση του πανιού. Σηκώνονται από τις ψηλές καρέκλες της τραπεζαρίας με το αλύγιστο κάθισμα, μόνο για να πάνε στην κουζίνα. Εκεί βάζουν πάνω στο τραπέζι όλο το αλεύρι κι όλη τη ζάχαρη που υπάρχει στο σπίτι, το μεγάλο μπουκάλι με το λάδι, τη σόδα και το βάζο με την τριμμένη κανέλα. Τα ρίχνουν όλα σε μεγάλες λεκάνες, προσθέτουν μπόλικο χυμό από τα πορτοκάλια του περιβολιού και ζυμώνουν απαλά. Δεν μπερδεύεται η μια με την άλλη, γλιστρούν απαλά πάνω στα ασπρόμαυρα πλακάκια της κουζίνας. Πλέκουν το λεπτό κορδόνι της ζύμης σε μικρές πλεξούδες και τις απλώνουν τη μια δίπλα στην άλλη σε ταψιά και λαμαρίνες. Φουρνίζουν και ψήνουν ατέλειωτες ώρες.

Το σπίτι μας, όταν υπάρχει πένθος, μυρίζει κανέλα.

Η μυρωδιά της  κρύβεται πίσω από τις κουρτίνες, κάθεται πάνω στα έπιπλα, φωλιάζει στα μαξιλάρια. Εκείνες τις μέρες δεν θυμάμαι να μυρίζει άλλο φαγητό. Κλειστές οι κατσαρόλες, άδεια τα ταψιά. Τα κουλουράκια τελικά στοιβάζονται σε γυάλινα βάζα και τσίγκινα κουτιά. Στο τραπέζι της τραπεζαρίας, που τα πόδια του καταλήγουν σε νύχια λιονταριού, ακουμπούν μια πιατέλα γεμάτη κουλουράκια και μια κανάτα με κρύο νερό. Συνεχίζουν το κέντημα, αναστενάζουν πού και πού κι όταν στεγνώνει το στόμα τους μασάνε αργά κι απολαυστικά ένα κουλουράκι. Εγώ κρυμμένος κάτω από το τραπέζι αγκάλιαζα το ένα πόδι του  με δύναμη και μετρούσα και ξαναμετρούσα τα νύχια του λιονταριού. Στο τέλος με έπαιρνε ο ύπνος.

Την πρώτη που θυμάμαι να πενθεί ήταν η γιαγιά, όταν έχασε τον κατά πολύ μεγαλύτερο παππού. Έξι μήνες κλείστηκε στο σπίτι και κέντησε το βαρύ κάλυμμα για το μεγάλο τραπέζι. Όταν κοιτούσες το κέντημα από κοντά έβλεπες τα χρώματα να μπερδεύονται το ένα με το άλλο δίχως σειρά. Αν απομακρυνόσουν λίγο, ξεχώριζες τα ελάφια με τα στριφτά κέρατα, τις τρομαγμένες αλεπούδες, τους λαγούς και τα αγριοκούνελα. Όλα κυνηγημένα και ματωμένα. Στον γκρίζο ουρανό στριμώχνονταν οι τσίχλες, τα ορτύκια και οι μπεκάτσες. Ανεβοκατέβαζαν τα φτερά τους με αγωνία. Μπορούσες να διακρίνεις και τις μαύρες σκιές των κυνηγών με το όπλο στο χέρι. Ο παππούς είχε δυο πάθη. Το κυνήγι και το κάπνισμα. Γνωστός σε όλους τους καπνέμπορους. Γνωστός σε όλη την Αρκαδία για το καρτέρι που έστηνε στα αγριογούρουνα. Ένα βράδυ που με είχε πάρει ο ύπνος κάτω από το τραπέζι, ξύπνησα από τη μυρωδιά του σβησμένου τσιγάρου που μπερδευόταν με τη μυρωδιά της κανέλας. Η γιαγιά, ακίνητη, είχε καρφώσει τα μάτια της στο αναμμένο καντήλι. Η φλόγα του σιγόκαιγε, έσβηνε για λίγο, άναβε πάλι ζωηρά και γέμιζε σκιές το δωμάτιο. Το κέντημα είχε γλιστρήσει στο πάτωμα. Η γιαγιά σηκώθηκε και περπατούσε πάνω- κάτω. Σταμάτησε μπροστά στον σκεπασμένο καθρέφτη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

-Πιστεύεις ότι χάρηκα όταν σε παντρεύτηκα;

-Μπορεί.

-Θυμάσαι πόσο σιχαινόμουνα τα όπλα σου, τα σκυλιά σου, τα σκοτωμένα ζώα που μου κουβαλούσες;

-Ναι.

-Θυμάσαι που με έβαζες να πλένω τα αίματα στην αυλή;

-Μπορεί.

-Τι πιστεύεις, γιατί το έκανα;

-Δεν ξέρω.

-Φύγε. Τώρα. Το πανί σου το τελείωσα.

-Θέλω να το χαϊδέψω.

-Όχι, δεν κάνει.

-Γιατί δεν κάνει;

-Γιατί δεν θα ξεχάσεις.

-Δεν θέλω να ξεχάσω.

-Φύγε. Τώρα. Θα ανοίξω τα παράθυρα.

Όταν ο γιος της αδερφής της γιαγιάς σκοτώθηκε με το μηχανάκι, οι δυο γυναίκες κλείστηκαν στο σπίτι και κέντησαν το κάλυμμα για τον τριθέσιο καναπέ του σαλονιού. Από κοντά τα χρώματα μπερδεύονταν το ένα με το άλλο, χωρίς σειρά. Από μακριά ξεχώριζες τις ρόδες με τα χοντρά λάστιχα, τη γκρίζα, πυρωμένη άσφαλτο, τον θυμωμένο ήλιο να εκτοξεύει τις ακτίνες του σαν κεραυνούς. Το κάτω μέρος του καμβά ήταν όλο κεντημένο με κόκκινες, χοντρές κλωστές. Εκείνη τη φορά η μυρωδιά της κανέλας πότισε τους τοίχους του σπιτιού, ανασήκωσε τα πλακάκια της κουζίνας και λέκιασε τα μάρμαρα.

Η μάνα μου ποτέ δεν τα κατάφερε να πενθήσει για μεγάλο διάστημα. Ξεχνούσε εύκολα. Δεν είχε μεγάλες απώλειες. Νόμιζε ότι δεν είχε μεγάλες απώλειες. Γι’ αυτό μόνο πετσετάκια προλάβαινε να κεντήσει. Τα σκόρπιζε στην τύχη στα τραπεζάκια και στα κομοδίνα του σπιτιού. Μόνο όταν έφυγε ο πατέρας για μακρινά ταξίδια δηλώνοντας ότι δεν θα ξαναγύριζε ποτέ πίσω, κέντησε το κάλυμμα για το μεγάλο, παλιό ραδιόφωνο που στόλιζε τον σκαλιστό μπουφέ. Όταν το κοίταζες από μακριά έβλεπες το χάρτη της νότιας Αμερικής να επιπλέει σε μια σκούρα θάλασσα γεμάτη καρχαρίες. Αργότερα χάθηκε και η ίδια ακολουθώντας τους δικούς της χάρτες και τις δικές της θάλασσες.

Έτσι τώρα έμεινα εγώ, μόνος, να περιπλανιέμαι σ’ ένα σπίτι σκεπασμένο με τα βαριά καλύμματα του πένθους και τυλιγμένο από το πέπλο της κανέλας. Έκανα λοιπόν αυτό που έβλεπα σε όλη μου τη ζωή. Μπήκα στο σπίτι, κατέβασα τα ρολά, έκλεισα τα παντζούρια και κλείδωσα την πόρτα. Μόνο που δεν άρχισα το κέντημα. Άρχισα το διάβασμα. Διάβαζα πολύ, χωρίς σύστημα, ό,τι έβρισκα στη βιβλιοθήκη. Με τα διαβασμένα βιβλία έφτιαχνα ψηλές στοίβες γύρω από το κρεβάτι μου. Κάθε βράδυ ακολουθούσα μια συγκεκριμένη διαδρομή για να φτάσω στο κρεβάτι  χωρίς να ξυπνήσω τα βιβλία. Συχνά στα όνειρά μου οι ήρωες των βιβλίων ζύμωναν τα κουλουράκια μαζί με τη γιαγιά, την αδερφή της και τις άλλες γυναίκες της οικογένειας. Οι άντρες στέκονταν παράμερα, κάπνιζαν κι ένα σύννεφο κανέλας τους ταξίδευε μακριά. Μια φορά το μήνα έβγαινα από το σπίτι για να γεμίσω τα ντουλάπια και το ψυγείο. Εκεί σε γνώρισα.  Στο ταμείο του μαγαζιού. Θαύμασες τα μακριά, ασημένια μου μαλλιά, με πείραξες, γέλασες μαζί μου. Άρχισα να βγαίνω πιο συχνά, να ψωνίζω πιο συχνά. Η ομίχλη της κανέλας έμεινε στο σπίτι. Δεν με ακολουθούσε πια. Γελούσα με τα αστεία σου και οι ρυτίδες στα μάτια μου βάθαιναν. Δίχτυ φτιαγμένο από χαμόγελα, τις έλεγες. Μια μέρα δε σε βρήκα στη θέση σου. Ρώτησα την κοπέλα που καθόταν στην ψηλή καρέκλα σου. Κάτι μου είπε για μια παρεξήγηση, για το σχέδιό σου να γίνεις ηθοποιός, για το αφεντικό. Γύρισα στο σπίτι, κατέβασα τα ρολά, έκλεισα τα παντζούρια, κλείδωσα  την πόρτα. Έβγαλα τους καφέ καμβάδες από το μπαούλο και έπλεξα τις μάλλινες κλωστές σε κοτσίδα. Κοίταξα γύρω μου. Όλα τα έπιπλα τα είχε καλύψει το πένθος κάποιου άλλου. Άναψα την ασημένια λάμπα με το αμπαζούρ από χλωμό πάπυρο. Το φως της σχημάτισε έναν κίτρινο κύκλο. Το φως της ημέρας που ερχόταν από ψηλά, χαλούσε τον τέλειο κύκλο. Σήκωσα το κεφάλι και είδα τον στρογγυλό φεγγίτη που ο παππούς είχε ανοίξει στο ταβάνι για να θυμάται τα ταξίδια του στη θάλασσα. Τα χέρια μου άρπαξαν τον καμβά και άρχισα το κέντημα. Οι γυναίκες της οικογένειας άλλες ξεσκούφωτες, άλλες με καπέλα, μερικές με μαντίλι ή τσεμπέρι, μου περνούσαν την χοντρή κλωστή στη βελόνα, μου έσπρωχναν το χέρι, μου έδειχναν το σχέδιο. Από κοντά έβλεπες μόνο τις κλωστές και τα χρώματα να μπερδεύονται, χωρίς σειρά. Όταν όμως απομακρυνόσουν έβλεπες τη μορφή της γοργόνας να ξεπηδάει μέσα από τα κύματα. Σηκώθηκα από την καρέκλα με την αλύγιστη πλάτη και πήγα στην κουζίνα. Έβαλα πάνω στο τραπέζι όλη τη ζάχαρη κι όλο το αλεύρι που υπήρχε στο ντουλάπι, τη σόδα και το βάζο με την τριμμένη κανέλα. Έστιψα τα πορτοκάλια από το περιβόλι. Ζύμωσα απαλά μέσα στη μεγάλη λεκάνη. Πολλά γυναικεία χέρια ζύμωναν μαζί με τα δικά μου, έκαναν τη ζύμη λεπτό κορδόνι κι έπλεκαν μικρές πλεξούδες. Φούρνιζα κι έψηνα πολλή ώρα. Γέμισα τα γυάλινα βάζα και τα τσίγκινα κουτιά. Πήρα την πιατέλα με τα κουλουράκια και πήγα στο σαλόνι. Σήκωσα το κεφάλι ψηλά.

Η γοργόνα θα σκεπάσει το φεγγίτη. Θα απαγορέψει στο φως να μπαίνει μέσα. Θα σβήσω τη λάμπα. Θα βάλω τα κουλουράκια το ένα δίπλα στο άλλο γύρω από τον καναπέ. Θα φτιάξω έναν κύκλο, μια σπείρα, ένα κουκούλι. Θα ξαπλώσω στον καναπέ. Θα σκεπαστώ με το κάλυμμα με τον κίτρινο ήλιο και το ματωμένο τελείωμα. Η μυρωδιά της κανέλας θα με ζαλίσει. Θα περιμένω να τελειώσει ο αέρας του δωματίου.

Θα σβήσω τη λάμπα. Θα κρύψω τη γοργόνα κάτω από το πουκάμισό μου. Θα βάλω στο πάτωμα το ένα κουλουράκι δίπλα στο άλλο. Θα φτιάξω έναν ολόισιο διάδρομο. Από τον καναπέ μέχρι την πόρτα. Θα πατήσω πάνω τους. Θα κολλήσουν στα παπούτσια μου. Θα ανοίξω την πόρτα. Το σύννεφο της κανέλας θα ανέβει ψηλά. Θα σκουπίσω δυνατά τα παπούτσια  στα χαλίκια. Θα ψάξω να σε βρω. Θα.

 

Πηγή εικόνας:

http://www.eatbetter.gr/wp-content/uploads/2015/02/IMG 2418.jpg


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;