Κι όμως μπορεί! της Ε.Χ.

Στα καταγάλανα νερά της θάλασσας έχτισα ολόκληρη τη ζωή μου. Δεν είμαι απ’ τους ανθρώπους που υπερβάλλουν και θα το καταλάβετε στην συνέχεια. Μία βόλτα στη θάλασσα δεν αποτελεί κάτι το ιδιαίτερο για τους περισσοτέρους, εκείνη η βόλτα, όμως, στα μέσα του Αυγούστου σήμανε την έναρξη της ζωής μου. Ας, γνωριστούμε, λοιπόν. Το όνομα μου είναι πολύ συνηθισμένο. Λενιώ με φωνάζουν, εδώ στο νησί. Ένα κορίτσι χαρούμενο και γεμάτο ζωντάνια, όχι πολύ όμορφο, αλλά με κάτι διαφορετικό. Πώς μπορεί να αλλάξει, έτσι, ο άνθρωπος; Γιατί πρέπει να περάσει τα πάνδεινα για να εξασφαλίσει την ηρεμία του; Πώς μπορεί να κερδίσει τη ζωή, κι όχι να υπομένει την επιβίωση;

Επιβίωση… αυτή είναι η λέξη που θα χρησιμοποιούσα για την ζωή μου απ’ τα 12 έως τα 22 χρόνια. Πήγαινα σχολείο και πριν προλάβω να αφήσω το σακίδιο μου, έτρεχα στα χωράφια για το μεροκάματο. Δεν κέρδιζα πολλά, αλλά με βοηθούσαν να αγοράζω τα απαραίτητα τόσο για το σχολείο όσο και για την καθημερινότητα μου. Δεν είχα κανέναν να με φροντίζει. Οι γονείς μου είχαν πεθάνει σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Μόνο τον δαίμονα είχα, που ζούσε ακριβώς στο διπλανό σπίτι. Ένα σπίτι σκοτεινό σαν την ψυχή του. Ο δαίμονας αυτός ή όπως τον αποκαλούσα μπροστά στους άλλους «ο παππούς μου», δεν είχε λόγο ύπαρξης σ’ αυτό τον κόσμο. Όχι, ψέματα, κάτι έκανε και μάλιστα, πολύ επιτυχημένα. Ταλαιπωρούσε, βασάνιζε, εξευτέλιζε, μείωνε και γενικά, εκδικούνταν εμένα για τα νιάτα και την ζωή που δεν έζησε. «Είσαι μια άχρηστη και ηλίθια», μου έλεγε, «πάλι καλά, που οι γονείς σου έφυγαν νωρίς, για να μην βλέπουν πως κατάντησες, κρίμα στους κόπους τους». Το ξύλο μπορούσα να το ανεχτώ, τα λόγια του, όμως, αυτά ήταν που με έκαναν να σπαράζω μπροστά στην φωτογραφία των γονιών μου. «Συγγνώμη, αν δεν είμαι η κόρη που θέλατε». Μερικές φορές θυμώνω, «γιατί μ’ αφήσατε μόνη;». Πόσο δύσκολο είναι για ένα παιδί να ανέχεται όλα αυτά… Πολλές ήταν οι φορές, που παρακαλούσα να φύγει ο δαίμονας απ’ τη ζωή μου. Κάθε μέρα, έβλεπα τις μελανιές στο σώμα μου να πολλαπλασιάζονται, και ας μην μιλήσω καλύτερα για τα ψυχικά τραύματα. Οι μελανιές, κάποια στιγμή, θα σβήσουν, η ψυχή; Πώς μπορεί να γιατρευτεί;

Δεν είχα κανέναν να μιλήσω. Όλοι με συμπαθούσαν, αλλά κανείς δεν ήθελε να κάνει παρέα με το φτωχό, ορφανό κορίτσι. Νομίζω, ότι απλά με ανέχονταν. Μπορεί και εγώ, να ανεχόμουν την ίδια μου την ζωή, αν αυτό που ζούσα μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι. Μόνη μου παρέα ήταν η θάλασσα. Στον βράχο καθόμουν και μιλούσα είτε με τους πελαργούς είτε με τα κύματα. Αυτές οι στιγμές πόσο με γαλήνευαν. Θα μ’ άρεσε να ζω εκεί. Απομακρυσμένη απ’ τους πάντες. Μόνο εγώ κι η θάλασσα. Κουβεντιάζαμε συνέχεια. Της έλεγα για τα σχέδια μου, για τις σπουδές μου. «Δασκάλα θέλω να γίνω», της είχα εκμυστηρευτεί, «ότι αγάπη δεν πήρα εγώ, θα την δώσω στα παιδιά. Αχ, πόσο τ’ αγαπώ αυτά τα σκανδαλιάρικα πλασματάκια». Ποτέ δεν μαρτυρούσε τα μυστικά μου. Με άκουγε χωρίς να παραπονιέται, και σάμπως αυτή δεν είχε προβλήματα; Πολύ συχνά ήταν φουρτουνιασμένη, άραγε τι καημούς είχει κι αυτή…

Όταν έπεφτε ο ήλιος επέστρεφα στην πραγματικότητα. Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν κτίσει έναν δικό τους κόσμο, στην φαντασία τους. Έχουν βρει έναν τρόπο να δραπετεύουν απ’ τα προβλήματα, να νοιώθουν χαρούμενοι στη δυστυχία τους. «Βρήκες τον δρόμο;», με ρώτησε μόλις γύρισα, «νόμιζα ότι σε περιμάζεψε κανένας βραδιάτικα». Το βλέμμα μου καρφώθηκε πάνω του, «είναι άνθρωπος, αυτός;», αναρωτήθηκα. Δεν του απάντησα, τον άφησα να μονολογεί, άνοιξα την πόρτα του σπιτιού και χάθηκα στο σκοτάδι του δωματίου. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν, αδιάκοπα, εμένα, τους γύρω μου, τη ζωή μου… απογοητεύτηκα. Γιατί δεν μπορώ να φύγω; Τι με κρατάει αλυσοδεμένη σε έναν κόσμο που με θεωρεί παρείσακτη; Πώς μπορώ να απαλλαγώ; Αν ζούσαν οι γονείς μου, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα; Δεν είναι εδώ, όμως. Δώστε μου δύναμη να συνεχίσω. Το πρόσωπό μου έγινε ένα με το μαξιλάρι. Σε λίγα λεπτά, είχε μουσκέψει απ’ τα δάκρυα. Η καρδιά μου δεν σταματούσε να χτυπά δυνατά. Δεν κατάλαβα πως με πήρε ο ύπνος.

Την άλλη μέρα, δεν είχα όρεξη για τίποτα. Καθόμουν συντετριμμένη στο κρεβάτι. Μόνο η φωνή του διαβόλου αντηχούσε στα αυτιά μου. Σηκώθηκα το απόγευμα. Το μόνο πράγμα που ήθελα ήταν να συναντήσω την φίλη μου, να της πω ότι δεν αντέχω άλλο. «Αν την παρακαλέσω να με πάρει μαζί της, θα δεχθεί;». Αυτή η σκέψη είχε μπει στο μυαλό μου και δεν έφευγε για κανέναν λόγο. «Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αγάπη. Εμένα δεν μου δίνει κανείς αγάπη. Άρα, ποιος ο λόγος να υπάρχω».

Στον βράχο καθόμουν. Φευγαλέα, το βλέμμα μου έτρεξε σε μια φιγούρα στην ακροθαλασσιά. Εκσφενδονίστηκα, χωρίς να το σκεφτώ. Τα βήματά μου όλο και πολλαπλασιάζονταν. Σταμάτησα, για μια στιγμή. Κοιτούσα, εξονυχιστικά, την μορφή μπροστά μου. Ένας άντρας ξαπλωμένος στην άμμο. Πλησίασα γρήγορα κοντά του. Ίσα ίσα που ανέπνεε. Άρχισα να του κάνω μαλάξεις. Δεν έφεραν κάποιο αποτέλεσμα. Αμέσως, κόλλησα τα χείλη μου με τα δικά του. Άνοιξε τα μάτια του. Ήρθε η σειρά μου να λιποθυμήσω. Όλες οι θάλασσες μαζί δεν θα είχαν τέτοια ομορφιά. Τι γλυκά που με κοιτούσαν αυτά τα μάτια. «Ευχαριστώ που ήρθες, δεν θα μπορούσα να πεθάνω, χωρίς να γνωρίσω αυτό το υπέροχο χαμόγελο», μου είπε. Τον κοιτούσα σαν χαζή. Το χαμόγελο δεν έφευγε απ’ το πρόσωπο μου, είχε καρφιτσωθεί εκεί. Ένας άντρας γύρω στα 34, μελαχρινός με καταγάλανα μάτια. Πόσο ωραία ανεμίζουν τα μαλλιά του απ’ το βραδινό αεράκι.

– «Με έσωσες», μου χαμογέλασε.

– «Κάνεις λάθος», του είπα με ένα περιπαιχτικό γελάκι.

– «Τι εννοείς; Αφού ήμουν εδώ, μπροστά σου, έτοιμος να πεθάνω και ήρθες εσύ σαν το ουράνιο τόξο μετά την βροχή και μου χάρισες ζωή», με κοιτούσε με ένα απορημένο βλέμμα, αλλά ταυτόχρονα τόσο γλυκό.

– «Δεν λέω το αντίθετο. Δεν ξέρεις, όμως, γιατί βρέθηκα εδώ απόψε. Θα ήθελα, όμως, να σου πω την ιστορία μου και να μάθω την δική σου. Αν θέλεις μπορούμε να πάμε σπίτι μου, να κάνεις μπάνιο και να ξεκουραστείς. Εκεί θα τα πούμε όλα», του χαμογέλασα.

– « Τώρα σε γνώρισα, κι όμως δεν μπορώ να αποχωριστώ αυτό το χαμόγελο. Θέλω τόσο πολύ να σε γνωρίσω, κι απ’ ότι βλέπεις δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω, οπότε πάμε. Θα ήθελα, όμως, πρώτα, να μου πεις το όνομα σου. Να ξέρω, πως λένε την ηλιαχτίδα που με έσωσε. Το δικό μου είναι Ορέστης».

– «Λενιώ, με λένε Ορέστη. Μην θαρρείς και εγώ σου χρωστάω πολλά και θα το καταλάβεις αργότερα».

– «Δεν θα μπορούσε να σε έλεγαν αλλιώς. Αυτό είναι το όνομα που σου ταιριάζει. Η ωραία Ελένη. Η Ελένη της καρδιάς μου».

Πάλι καλά, δεν μας κατάλαβε ο δαίμονας, όταν γυρίσαμε σπίτι. Του έδωσα πετσέτα και ρούχα, που είχα φυλάξει απ’ τον πατέρα μου. Μέχρι να τελειώσει το μπάνιο, ετοίμασα ένα γρήγορο φαγητό. Και οι δυο πεινούσαμε. Ανυπομονούσα να τελειώσουμε, για να αρχίσει, επιτέλους, η συζήτηση.Τον παρατηρούσα καθ’ όλη τη διάρκεια του φαγητού. Κι αυτός, έριχνε κάτι ξαφνικά βλέμματα προς εμένα, κι εγώ αμέσως, κατέβαζα κατακόκκινη το κεφάλι μου.

  • «Μην ντρέπεσαι», μου λέει. «Έλα να καθίσουμε στον καναπέ, έχουμε να πούμε πολλά».

Υπάκουη, τον ακολούθησα στο σαλόνι. Ένιωθα, τόσο αμήχανη και τόσο ευτυχισμένη, που βρισκόμουν μαζί του, στο ίδιο δωμάτιο.

  • « Θα ξεκινήσω εγώ. Ξέρεις το τέλος της ιστορίας μου,οπότε δεν θα πάρει πολύ να σου διηγηθώ και την αρχή. Το επάγγελμά μου είναι ψαράς. Το νησί μου δεν είναι μακριά απ’ το δικό σου. Απέναντι είναι σχεδόν. Η βάρκα μου με πρόδωσε. Μεσοπέλαγα άρχισε να μπάζει νερά. Η θάλασσα με είχε παγιδέψει στα κύματα της, δεν μπορούσα να ξεφύγω. Έτσι, βρέθηκα ετοιμοθάνατος στην ακρογιαλιά. Λενιώ, αν δεν ήσουν εσύ…»
  • « Μην τα σκέφτεσαι αυτά. Το σημαντικό είναι ότι βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή εδώ, ζωντανός, μαζί μου. Ορέστη,εσύ έκανες πολύ περισσότερα για μένα. Συγγνώμη, για τα δάκρυα μου, αλλά δεν μπορώ… όσο το σκέφτομαι τόσο πιο πολύ απογοητευμένη απ’ τον εαυτό μου είμαι. Μην με διακόψεις, σε παρακαλώ. Οι γονείς μου σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό, όταν ήμουν 12 ετών. Δεν έχω κανέναν στον κόσμο. Ο μόνος απ’ τους συγγενής μου, αν μπορώ να τον αποκαλώ έτσι, είναι ο ‘παππούς μου’. Αυτός ο άνθρωπος μου έχει κάνει πολύ κακό. Ζει για να με δει να πεθαίνω. Αν δεν ήσουν εσύ, εκείνη τη στιγμή στο βράχο… αχ, πως τα φέρνει η ζωή θα συναντιόντουσαν τα κορμιά μας στην θάλασσα.»
  • «Γλυκό μου Λενιώ, η ζωή δεν είναι δίκαιη για όλους. Χαίρομαι που ήμουν εγώ, αυτός που θα χρωστάς τη ζωή σου. Άλλη οικογένεια, δεν έχω εκτός απ’ τον γέρο πατέρα μου. Αν ήθελες… να πώς να στο πω… θέλω να έρθεις μαζί μου στο νησί, να ζήσουμε σαν οικογένεια. Όση αγάπη δεν πήρες, θα στην δώσω απλόχερα εγώ».
  • «Ορέστη, το πρώτο πράγμα που πρόσεξα σε σένα είναι τα μάτια σου. Αυτοί οι ωκεανοί ήξερα ότι θα με πάρουν μαζί τους. Γαλανά σαν την θάλασσα, βαθειά σαν τον βυθό της. Το μόνο,που θέλω, είναι να πνιγώ στις θάλασσες σου. Το πρώτο μου φιλί, ήταν το φιλί της ζωής σου. Υποσχέσου μου, ότι θα είναι και το τελευταίο».
  • «Το υπόσχομαι».

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το


SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG