«ΚΑΛΗ ΜΟΥ ΜΑΝΑ…» της Χάιδω Χρηστακίδου

         

Η κυρά Κατίνα έμεινε με καρφωμένο το βλέμμα της στο παράθυρο. Είχαν περάσει δύο μέρες από τότε που είχε μιλήσει με τον κανακάρη της. Ο Μιχάλης της θα  ερχόταν από τα ξένα. Ήταν παλικαράκι όταν έφυγε. Τώρα θα τον έβλεπε πια άνδρα.  «Όπου νά ΄ναι θα χτυπήσει η πόρτα», μονολογούσε. Σαν λιοντάρι στο κλουβί πηγαινοερχόταν ασθμαίνοντας, υποβασταζόμενη από το μπαστούνι της.

Είχε  τελειώσει με την λάτρα του σπιτιού – άνω κάτω το είχε φέρει για να  λαμποκοπάει παρόλο που η ηλικία της ήταν προχωρημένη. Είχε ετοιμάσει δύο χορτόπιτες από αυτές που αγαπούσε το μοναχοπαίδι της. Άνοιξε το φύλλο με ευλάβεια και τις σταύρωνε ξανά και ξανά, για να της πετύχουν. Λαχταρούσε να τον ευχαριστήσει. Τις είχε ψήσει προσεκτικά. Ροδοκόκκινες-ροδοκόκκινες ήταν έτοιμες εδώ και δύο ημέρες. Τον περίμεναν μέσα στα ταψιά καλυμμένες με αλουμινόχαρτο και πάνινες πετσέτες κουζίνας. Όμως ο γιόκας της ακόμη δεν έλεγε να φανεί…

Η κυρά Κατίνα είχε χάσει τον άνδρα της πριν από ενάμιση χρόνο, αλλά μόνη της τον είχε κηδέψει. Τα έξοδα μετακίνησης του γιου της από την Αυστραλία στην Ελλάδα υπέρογκα. Αβάσταχτα υπέρογκα. Αβάσταχτη και η λύπη της που δεν είχε ένα χέρι να σφίξει εκείνες τις δύσκολες ώρες…

«Αυστραλία. Η άλλη άκρη του κόσμου», σκέφτηκε. Μόνο ότι ήταν μια χώρα με πολλά καγκουρό ήξερε. Μόνο το γεγονός ότι ο μονάκριβός της κατοικούσε εκεί την καθιστούσε στα μάτια της την πιο όμορφη χώρα του κόσμου. Πανέμορφη ήθελε να τη φαντάζεται. Για να περνάει ο γιος της όμορφα… και ας μη της ομολογούσε εκείνος τις δυσκολίες του και με τι πόνο καρδιάς της μιλούσε στο τηλέφωνο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το κουδούνι χτύπησε και η καρδιά της σκίρτησε. Με την βοήθεια του μπαστουνιού της περπάτησε ως την εξώπορτα. Η παλιά ξύλινη πόρτα άνοιξε τρίζοντας. Απογοητεύτηκε όταν αντίκρισε αντί για τον γιο της τρία τσιγγανάκια που ζητιάνευαν φαγητό: «Έλα καλέ κυρία… Ντόσε κάτι… Ντεν έχουμε να φάμε», τα άκουσε να λένε παρακαλώντας την για ένα κομμάτι ψωμί. Έκλεισε την πόρτα και τρεκλίζοντας μπήκε μέσα. Επέστρεψε με το ταψί της πίτας στα χέρια της. «Έτσι και αλλιώς έχω άλλο ένα ταψί. Και θα ξεραθεί μέχρι να έρθει ο Μιχάλης μου. Θα του φτιάξω φρέσκια. Μόνο να έρθει σύντομα Θεέ μου!», μουρμούρισε.

Ήταν πολύ πονόψυχη η ηλικιωμένη γυναίκα και βοηθούσε το πλησίον της σε κάθε ευκαιρία. Όλους τους καλομεταχειριζόταν. Ψυχούλα αληθινή. Φερόταν, όπως θα ήθελε να της φερθούν. Όπως θα ήθελε να φερθούνε στο παιδί της. Πίστευε πως ό,τι δίνεις παίρνεις σε αυτή τη ζωή…

«Αυτό είναι για εσάς», είπε απλώνοντας το χέρι. Μια αστραφτερή σπίθα ευγνωμοσύνης πετάχτηκε από τα μάτια των παιδιών. Δεν τους είχε ξανατύχει τέτοια έκπληξη. Ήξεραν ότι η κυρά Κατίνα δεν θα τους άφηνε με άδεια χέρια, αλλά ένα τόσο μεγάλο δώρο δεν το περίμεναν. Την ευχαρίστησαν χίλιες φορές και έφυγαν λέγοντας πως θα της επιστρέψουν το ταψί.

 

Ο χρόνος απουσίας του νεαρού άνδρα από το πατρικό του ήταν ατελείωτος. Είχε ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του, η αλήθεια είναι. Ένας μακρινός του ξάδελφος προ δεκαετίας περίπου τον είχε παροτρύνει να αναζητήσει καλύτερη ζωή εκεί στα ξένα. Και όντως του πήγαν όλα κατ΄ ευχή. Δεν δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά, καθώς ήταν υπέρ του δέοντος εργατικός. Σαν σκυλί δούλευε. Δεκατρείς ώρες το εικοσιτετράωρο χωρίς διαμαρτυρία. Έξι ημέρες την εβδομάδα επί δέκα συνεχόμενα χρόνια.

Επιτέλους είχε έρθει η άγια εκείνη ημέρα που θα επέστρεφε στο σπίτι του… Του είχε λείψει τόσο το χωριουδάκι του… Μα πιο πολύ απ΄ όλα η μάνα του… Αυτά τα μελιά μάτια που πάντα τον στήριζαν… Αυτά τα χέρια που πάντα τον αγκάλιαζαν… Αυτή η φωνή που πάντα τον παρηγορούσε… «Α ρε μάνα πόσο σε πεθύμησα», σκεφτόταν ότι θα της έλεγε σφίγγοντάς την στην αγκαλιά του, μόλις την έβλεπε και βούρκωναν τα μάτια του από συγκίνηση. Έντεκα χρόνια μόνο τη φωνή της άκουγε στο τηλέφωνο. Βάλσαμο και αγαπημένη μελωδία για τα αυτιά του.

Στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» εισέπνευσε μια γερή δόση Ελλάδας. Πήρε μια τόσο βαθιά ανάσα που του κόπηκε η αναπνοή. «Επιτέλους βρίσκομαι στη μαμά πατρίδα! Ξαναπατάω στα πάτρια εδάφη!», σκέφτηκε με ανακούφιση. Το επόμενο αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη ήταν σε μία ώρα. Τριγύρισε στο αεροδρόμιο χαζεύοντας τα καταστήματα. Πόσο οικεία και όμορφα του φαινόταν όλα! Ο κόσμος μιλούσε ελληνικά και το άκουσμά τους τον έκανε να αισθανθεί ακόμη πιο άνετα. Ξαφνικά είχε αποκτήσει ελληνικό αέρα στο περπάτημά του…

“Φτάνω Θεσσαλονίκη και από εκεί με το λεωφορείο σε είκοσι λεπτά θα είμαι σπιτάκι μου” αναλογίστηκε και ένιωσε ένα δυνατό φτερούγισμα στην καρδιά. Έφτασε στη Θεσσαλονίκη και πήρε ταξί για το σταθμό των λεωφορείων. Βλέποντας τα δρομολόγια στον πίνακα διαπίστωσε ότι είχε στη διάθεσή του σαράντα πέντε λεπτά για να αναχωρήσει το μεταφορικό του μέσο. Διψούσε και πήγε στο κυλικείο να πιει έναν καφέ πριν βγάλει το εισιτήριό του.

Εκεί που χαλάρωνε ρεμβάζοντας τα λεωφορεία και τον κόσμο να πηγαίνει και να έρχεται διαπίστωσε έντρομος ότι του έλειπε η βαλίτσα του. Δεν είχε προλάβει καλά καλά να τελειώσει τον καφέ του. Δεν είχε καν προλάβει να βγάλει το εισιτήριό του. «Μα ολόκληρη βαλίτσα πως χάθηκε!», αναρωτήθηκε. Παρατήρησε ότι ήταν φευγάτοι και οι τύποι από το διπλανό τραπέζι, που του είχαν φανεί κάπως περίεργοι. Καταστροφή! Η βαλίτσα αυτή περιείχε όλη την περιουσία του, χρήματα που μάζευε για να διευκολύνει τη ζωή της μητέρας του, διαβατήριο, κινητό, τα πάντα. Έμεινε αποσβολωμένος και σαστισμένος από την αναπάντεχη εξέλιξη. Δεν είχε στη τσέπη του ούτε ένα ευρώ. Τώρα; Πως θα κατάφερνε να φτάσει στο χωριό;

Ο νεαρός ένιωθε να καλπάζουν χίλια άλογα στο στήθος του κόβοντάς του όχι μόνο την ανάσα αλλά και δυσκολεύοντας ακόμη και την ομιλία του. Αμφέβαλε αν θα τα καταφέρει. Είχε μία ολόκληρη μέρα να φάει. Κεφτεδάκια, σουβλάκια και πολλά καλούδια χοροπηδούσαν στο μυαλό του. Όμως, μόνο στο μυαλό του… Στην τελική και ένα κομμάτι ψωμί δεν θα τον χαλούσε. Όμως δεν είχε τα χρήματα ούτε καν αυτό να  αγοράσει. Είχε μείνει ταπί με ταπί.

Είχε περάσει τη νύχτα του σε ένα παγκάκι στο σταθμό λεωφορείων μέχρι να ξημερώσει. Είχε περπατήσει πάνω από δεκαπέντε χιλιόμετρα μέσα στο λιοπύρι προσπαθώντας πεζός να προσεγγίσει το χωριό του. Πίεζε εδώ και ώρα τον εαυτό του να υπερβεί τις δυνάμεις του. Το πρόσωπό του είχε ροδίσει. Το κεφάλι του είχε βαρύνει. Τα πόδια ακολουθούσαν το κορμί μετά βίας. Είχε ταλαιπωρηθεί από το μακρινό ταξίδι αλλά και από την πεζοπορία. Κάθισε να ξαποστάσει δίπλα στον επαρχιακό δρόμο στο πρώτο σκιερό δέντρο που βρέθηκε στο διάβα του. Ένιωθε τέτοια σωματική κατάρρευση, που και ένα επιπλέον βήμα φάνταζε άθλος. Ήξερε ότι πλησίαζε στο χωριό του, όμως δεν άντεξε και έγειρε το ταλαιπωρημένο από το περπάτημα κορμί του και έμεινε εκεί να κοιμάται για τρεις ώρες μέχρι που άκουσε από τον δρόμο ένα τρίκυκλο μηχανάκι να κορνάρει.

«Έι… Κύριος… Είσαι ζωντανός; Χρειάζεσαι τίποτα;», άκουσε κάποιον να φωνάζει πλησιάζοντας. Άνοιξε τα μάτια του και απέναντι στον δυνατό ήλιο αντίκρισε μια παρέα από τσιγγάνους με μικρά παιδιά, που ερχόταν προς το μέρος του. Ήταν οι μόνοι που γύρισαν να τον κοιτάξουν. Από τον σταθμό των λεωφορείων είχε νιώσει την αδιαφορία του κόσμου στο πετσί του. Ένιωσε επαίτης παρακαλώντας ακόμη και στο γκισέ να τον βοηθήσουν εξηγώντας την περιπέτειά του. Εις μάτην! Κανένας δεν ανταποκρίθηκε…

Τα μόνα άτομα που αναρωτήθηκαν αν ζει ή αν έχει πεθάνει ήταν η παρέα με το τρίκυκλο! Αυτοκίνητα πολλά πήγαιναν και ερχόταν, όμως κανένα δεν είχε σταματήσει. Κανένας δεν αναρωτήθηκε τι έκανε κάποιος ξαπλωμένος στο πλάι του δρόμου. Αν χρειάζεται βοήθεια… Αν είναι πληγωμένος… Αν….      ΚΑΝΕΝΑΣ!

Είχε ανακτήσει κάπως τις δυνάμεις του από τον ύπνο, όμως διψούσε τρομερά. Το στομάχι του γουργούριζε σα μοτέρ. Ήπιε χωρίς δεύτερη σκέψη από το μπουκάλι νερού που του πρόσφεραν οι τσιγγάνοι. Ένα από τα παιδιά του έδωσε ένα κομμάτι πίτας. Πόσο δελεαστική πρόταση! Έχωσε με βουλιμία την πίτα μέσα στο στόμα του και την καταβρόχθισε απολαμβάνοντας τη γεύση της. Νοστιμιά περίσσια. Η πιο νόστιμη πίτα του κόσμου του φάνηκε! Ξεροψημένο φύλλο με γέμιση από διάφορα χόρτα. Η αγαπημένη του πίτα!

Παιδικές θύμισες ξύπνησαν στο μυαλό του… Θύμισες γιορτής και χαράς στο πατρικό του. Ξαφνιάστηκε και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του ακούγοντας τους τσιγγάνους να αναφέρουν μεταξύ τους το όνομα της καλόψυχης και γενναιόδωρης κυρα-Κατίνας!!!

Πηγή εικόνας:

εδώ


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;