“Το ίνδαλμα” της Doctor

Καθώς τραντάχτηκε από το σκούντημα της μάνας του που προσπαθούσε ώρα τώρα να τον ξυπνήσει τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Μα γιατί δεν τον άφηνε στην ησυχία του. Ήθελε να έχει δικιά του αυτή τη στιγμή μεταξύ ξύπνιου και ονείρου, να συλλογιέται αυτό που επιθυμούσε. Έκλεινε τα μάτια του και αμέσως ορθωνόταν μπροστά του το ανάστημα του πατέρα του. ΄Ηταν ο ήρωας του, το ίνδαλμά του, αυτό που ήθελε να γίνει όταν θα μεγάλωνε. Αυτός ο κοινός άνθρωπος, ο αστός για τους άλλους, ήταν γι αυτόν ο καλύτερος σε ξηρά και σε θάλασσα.

Ακριβώς πότε είχε αρχίσει αυτό το παιχνίδι δεν μπορούσε να πει. Μάλλον από τότε που κατάλαβε ότι ο πατέρας του δεν θα ξαναγυρνούσε στο σπίτι. Και πώς; Από το βρισίδι που του πατούσε η γιαγιά του: « Κι εγώ της τόχα πει ότι δεν θα δει προκοπή με τον αχαΐρευτο.» «Την αφήνει μόνη να παραδέρνει, νέα γυναίκα με δυο μικρά παιδιά, το ένα, μάλιστα, της αγκαλιάς κι αυτός γυρνάει την οικουμένη με τις σουρλουλούδες και τις ξετσίπωτες.» Έκλεινε τα αυτιά του γιατί δεν ήθελε να ακούει τέτοια λόγια για τον ήρωά του. Ανασήκωνε τους ώμους του. «Δεν με νοιάζει» μουρμούριζε. «Εγώ του έχω εμπιστοσύνη.» Όμως, τα ταξίδια κρατούσαν περισσότερο, η αλληλογραφία αραίωνε και τα εμβάσματα γινόντουσαν όλο και πιο πενιχρά. Η μητέρα του κλείδωσε τα γράμματα του σ’ ένα συρτάρι και έψαχνε να βρει δουλειά, χωρίς να ξανακάνει κουβέντα για το ζήτημα. Τι είχε γίνει;

Βασικά δεν φαινόταν ότι είχε αλλάξει κάτι. Οι μέρες κυλούσαν σχεδόν οι ίδιες. Πρωινό εγερτήριο και τρέξιμο για να προλάβει το σχολικό, με τη μάνα του να τον σέρνει σχεδόν πίσω της, από τα άγρια χαράματα. Είχε κι αυτή τις αγωνίες της. Πώς να τα προλάβει όλα. Να τον βάλει στο λεωφορείο για να φύγει μετά για τη δουλειά της. Όταν ήταν μικρός και μάθαινε την ώρα, θυμόταν ότι σε όποιον τον ρωτούσε έδινε πάντα την ίδια απάντηση: «Τι ώρα είναι;» «Έξι και είκοσι» έλεγε, γιατί αυτή ήταν η ώρα που ήταν ρυθμισμένο να χτυπά το ξυπνητήρι, ώρα που έπρεπε να σηκωθεί και να βρεθεί στον αληθινό κόσμο. Αναπολούσε τότε τις στιγμές που τον έσφιγγαν τα μακριά χέρια του πατέρα του, τότε που νόμιζε πως έμπαινε στην αγκαλιά του γαργαντούα, ότι χωνόταν στη σπηλιά με τις χίλιες πηγές και τους σταλακτίτες, ότι ένα πολύχρωμο αερόστατο τον τραβούσε από τη γή και τον σήκωνε ψηλά στον αέρα φέρνοντας τον βόλτες γύρω – γύρω σε ένα στροβίλισμα χορού με δύνες και πηδήματα και ανεβοκατεβάσματα, μέχρι τα ουράνια και πάλι πίσω, έτσι που του κοβόταν η ανάσα και η καρδιά του χτυπούσε. Αυτό το γίγαντα είχε για πατέρα.

Κάθε φορά που γυρνούσε από τα μακρινά του ταξίδια του έφερνε δώρα που άλλο παιδί δεν είχε δει σε όλη του τη ζωή, τόσα πολλά που χρειαζόταν ένα δωμάτιο για να τα βάλεις, να τα χωρέσεις τακτοποιημένα, αλλά και πάλι όταν τα άπλωνε, τότε που γέμιζε το σπίτι από παιδιά της γειτονιάς για να παίξουν, νόμιζες πως πλημμύριζε όλο το ισόγειο, σαλονοτραπεζαρία, κουζίνα, διάδρομοι, ακόμη και το μπάνιο. Όταν έφευγε, πάλι για ταξίδι,  η ατμόσφαιρα στο σπίτι άλλαζε. Μια αβεβαιότητα πλανιόταν στον αέρα, όρεξη για πολλά – πολλά δεν υπήρχε, τα πράγματα γίνονταν μίζερα, τα λεφτά λιγόστευαν, βοήθεια δεν υπήρχε από πουθενά και η μαμά έτρεχε για δουλειά στα άλλα σπίτια, για να τα φέρουν βόλτα. «Όταν θα μεγαλώσεις θα καταλάβεις» του έλεγε. Σώπαινε τότε και δεν έκανε άλλες ερωτήσεις αλλά καταλάβαινε κι ας ήταν μικρός. Θύμωνε τότε και έριχνε στον πατέρα του το φταίξιμο. Γιατί ήταν δικό του λάθος που αναγκάστηκε να αλλάξει μεσοχρονίς σχολείο, να πάει στο δημόσιο, να χάσει τους φίλους του από το άλλο σχολείο, το ακριβό. Ήταν δικό του λάθος που άκουγε τις άγαρμπες παρατηρήσεις του νέου δασκάλου, τα χοντροκομμένα αστεία των συμμαθητών του, που κοκκίνιζε στους αδιάντροπους υπαινιγμούς τους, που σταμάτησε τα αγγλικά και έτσι δεν θα κατάφερνε ποτέ να μιλήσει σε ένα ξένο που θα συναντούσε όταν, μεγαλώνοντας θα ταξίδευε κι αυτός σε τόπους ξωτικούς. Ήταν δικό του το λάθος που η μαμά του δεν ήταν πια ευτυχισμένη. Ήταν δικό του το λάθος που την έβλεπε να κλαίει όταν έμαθε ότι το θέμα έκλεισε τελειωτικά και εγκατέλειψε την προσπάθεια, μετά εκείνες τις ατέρμονες και άχρηστες συζητήσεις με τη γιαγιά του, τις ξαδέρφες της και τους δικηγόρους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Εκείνο το απόγευμα θα έμενε μέσα να φυλάει το μικρό αδελφό. Δεν υπήρχε περίπτωση να ξεμυτίσει για λίγο παιχνίδι. Να μπορούσε τουλάχιστον να δει τι έκαναν τα παιδιά έξω. Έριξε μια ματιά από το παράθυρο και του φάνηκε ότι είδε μια ανδρική φιγούρα να βγαίνει από το γωνιακό σπίτι. «Α, νέος ιδιοκτήτης» σκέφτηκε. «Κάτσε δυο λεπτά ήσυχος μικρέ να δω καλύτερα» είπε στο μισοκοιμισμένο αδελφό του και με δυό δρασκελιές του ονείρου διέσχισε το δρόμο και βρέθηκε απέναντι να κοιτάζει τον ξένο. Ένα περίεργο συναίσθημα τον τραβούσε κοντά του, κάτι οικείο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς. Θες το παράστημά του, τα μαύρα του μαλιά, τα μακριά του χέρια; Ακόμα και ο τρόπος που τον κοίταξε του φάνηκε γνώριμος, θεέ μου πώς του έμοιαζε, ήταν ολόιδιος με αυτόν αλλά σε μεγαλύτερη, ώριμη ηλικία. Προσποιήθηκε ότι κάτι ξέχασε και ξαναγύρισε γρήγορα στο σπίτι. Άρπαξε και άνοιξε το άλμπουμ με τις φωτογραφίες. Σε πολλές πόζες ο άγνωστος θύμιζε τον πατέρα του. Καταπληκτικό! Όταν γύρισε η μητέρα του δεν της είπε τίποτε για να μην την ταράξει. Ήθελε να βεβαιωθεί πρώτα. Το σπίτι της γωνίας έγινε ο στόχος των επιθυμιών του. Τι είχε συμβεί; Είχε μετανιώσει ο πατέρας για τη συμπεριφορά του και γύρισε πίσω αλλά φοβόταν ακόμη να εμφανιστεί; Θα καθόταν για λίγο καιρό σε αυτό το σπίτι κρατώντας κάποια απόσταση και θα έβλεπε πώς έχουν τα πράγματα πριν προχωρήσει στο τελικό βήμα που θα τον έφερνε πάλι κοντά τους; Έπρεπε να μάθει οπωσδήποτε. Να βεβαιωθεί και μετά να ενημερώσει τη μητέρα του. Κι αν πάλι συνέβαινε το χειρότερο; Αν είχε κάνει καινούργια οικογένεια με μια άλλη γυναίκα; Αυτό το τελευταίο δεν ήταν απίθανο. Κάτι είχε πάρει το αυτί του από τα χαμηλόφωνα ψιθυρίσματα της μάνας του με τη γιαγιά του. «Αυτή η ξένη τον τύλιξε και τον κατάφερε. Του πήρε τα μυαλά η ξελογιάστρα.» Έτσι την έλεγαν. Πάσχιζε να βρει κάποια δικαιολογία για να εξηγήσει τη συμπεριφορά του αλλά όσο και αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να φανταστεί τον πατέρα του με μια άλλη γυναίκα να μένει στο απέναντι σπίτι. Τόσο κοντά τους; Αποκλείεται. Τραβούσε και ξανατραβούσε την κουρτίνα. Επόπτευε το στόχο του τις πιο περίεργες ώρες μήπως και δει κάποια κίνηση που θα του έλυνε το γρίφο αλλά μάταια. Έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να καταλάβει. Έπρεπε να πάει κοντά. Να ακούσει συζητήσεις, να δει τους υπολοίπους, αν υπήρχαν, να ψηλαφήσει με τα ίδια του τα χέρια, να εξιχνιάσει το μυστήριο, να εξηγήσει το γρίφο. Αλλά πώς να μπει στο ξένο σπίτι; Κι αν τον περνούσαν για κλέφτη και φώναζαν την αστυνομία; Τι ντροπή θεέ μου. Αυτό δα του έλειπε.

Η επόμενη ιδέα του φάνηκε καλύτερη. Από τη στιγμή που καρφώθηκε στο μυαλό του απέρριψε οτιδήποτε άλλο πίστευε ότι θα τον έφερνε πιο κοντά στο στόχο του. Πρώτα θα παρακολουθούσε τις κινήσεις προς και από το σπίτι, τα σούρτα-φέρτα, θα μάθαινε αν υπάρχουν κι άλλοι που μένουν μαζί του; Και μετά θα του έστηνε καρτέρι και θα προσπαθούσε να τον σταματήσει και να του μιλήσει. Να του πει: «Εγώ είμαι Εσύ. Με αναγνωρίζεις;» Αυτό ήθελε να του πει καταπρόσωπο και αυτό θα έκανε, πάει και τελείωσε.

Οι πρώτες μέρες κύλησαν χωρίς αποτέλεσμα. Πολλά πηγαινέλα δεν υπήρχαν. Μόνο στο μπροστινό δέντρο έβλεπε αυξημένη κινητικότητα από τα σάλτα των πουλιών που φώλιαζαν εκεί και αυτό ήταν το μόνο γεγονός που έσπαζε τη ρουτίνα της απραξίας. «Λες να έφυγε;» αναρωτήθηκε. Αλλά δεν το έβαλε κάτω. Στο όνειρο δεν υπήρχαν κανόνες που να τον δεσμεύουν, δεν μπορούσε να αποφασίσει πότε άρχιζε και πότε τελείωνε, δεν πίστευε ότι ξόδευε πολύτιμο χρόνο παιχνιδιού, σφηνωμένος ανάμεσα στον καναπέ και το παράθυρο καιροφυλακτώντας την ευκαιρία, υποβάλλοντας τον εαυτό του σε μέρες ανούσιας αναμονής, επαναλαμβανόμενες και άδειες.

Και ξαφνικά, τότε που σχεδόν αποκαμωμένος εγκατέλειψε, τον ξύπνησε ο θόρυβος του ταξί και πετάχτηκε έξω τρέχοντας, πριν ο άλλος προλάβει να ξεκλειδώσει. «Γεια σας, κύριε, του φώναξε». «Σας περίμενα μέρες. Είμαι το παιδί που μένει απέναντι». Καθώς ο άνθρωπος γύρισε και τον κοίταξε απορημένος, συνέχισε: « Λείπατε. Το κατάλαβα από τα κλειστά παντζούρια». Έτσι που τον κοίταζε καταπρόσωπο, περιμένοντας απάντηση, ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του μεγαλωμένο, σε είδωλο, μέσα από τον καθρέφτη. Σήκωσε το χέρι του και έκανε μια κίνηση για να τον χαιρετίσει. Ο άνθρωπος ανταπέδωσε το χαιρετισμό. «Ψάχνεις κάτι;» του είπε. «Ε..μας έπεσε η μπάλα στην πίσω αυλή» είπε το παιδί κοκκινίζοντας. «Στάσου να μπω και θα στην πετάξω» του είπε ο άνθρωπος.

 

Το παιδί έμεινε εκεί, κοκαλωμένο, περιμένοντας. Όταν βεβαιώθηκε ότι δεν ερχόταν κανείς, έστριψε απότομα και το έβαλε στα πόδια, διέσχισε το δρόμο και χώθηκε στο σπίτι. Κρυμμένο ακόμη πίσω από το παντζούρι του σαλονιού, ανοιγόκλεισε τα μάτια του και, κοιτώντας απέναντι, άνοιξε το στόμα διάπλατο από απορία όταν είδε τη γιαγιά που χρόνια έμενε εκεί να βγαίνει κούτσα – κούτσα από την είσοδο για να ταΐσει τη γάτα της.

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;