“Οικογενειακή Υπόθεση” του Κωνσταντίνου Τσίμα

Ψιχάλιζε. Στην πύλη, κοντοστάθηκα και άφησα τη µατιά µου να γλυστρίσει στο µαρµαρόστρωτο πλάτωµα. Οι πλάκες ήταν υγρές και γυαλιστερές. Το πόδι µου λες και δεν ήθελε να πατήσει το µαρµάρινο δάπεδο που απλωνόταν µπροστά µου. Όλες οι πλάκες ήταν λευκές µα όχι ακριβώς κατάλευκες ―περιείχαν µια ιδέα γκρίζου που «έσπαγε» ελαφρά το χρώµα της επιφάνειας και έκανε την τεράστια έκταση λιγότερο κουραστική στο µάτι. Όσο να το πάρω απόφαση και ν’ αρχίσω να περπατάω πάλι, µια µαυροφορεµένη γυναίκα µεγάλης ηλικίας πέρασε βιαστικά δίπλα µου και, χωρίς να διστάσει στιγµή, έστριψε απότοµα δεξιά και κινήθηκε προς το πρώτο δροµάκι που άνοιγε ανάµεσα σε δυό πανύψηλα κυπαρίσσια. Κρατούσε µια σκούρα πάνινη τσάντα στο δεξί χέρι, πολύ φουσκωµένη, κι ένα µικρό µπουκέτο άσπρα λουλουδάκια στο αριστερό. Πρόλαβα να καταγράψω πως το ένα τακούνι της ήταν άσχηµα γδαρµένο στο πίσω µέρος. Ίσως να µη το είχε αντιληφθεί, σκέφτηκα. Αµέσως όµως την προσοχή µου τράβηξε ένα σµήνος µεγαλόσωµα µαυριδερά πουλιά που χαµήλωσαν κρώζοντας ακριβώς µπροστά µου, σα να ήθελαν να προσγειωθούν στο κέντρο του πλατώµατος, αλλά την τελευταία στιγµή άλλαξαν γνώµη και σηκώθηκαν κάθετα ψηλά, πολύ ψηλά. Σήκωσα το κεφάλι µου να τα παρακολουθήσω, εντυπωσιασµένος. Λίγες σταγόνες βροχής προσγειώθηκαν στα µάτια µου και µ’ έκαναν να χαµηλώσω το βλέµµα. Τα πουλιά είχαν ήδη εξαφανιστεί. Αργά αργά, κίνησα προς το εσωτερικό του νεκροταφείου.
Η εκκλησία έστεκε βουβή στ’ αριστερά µου. Τέτοιαν ώρα δε φαινόταν κανείς, ούτε άλλωστε είχα προσέξει κάποιο αγγελτήριο κηδείας στην είσοδο. Η βαρειά πόρτα ήταν ορθάνοιχτη· κοντοστάθηκα να ρίξω µια µατιά περισσότερο από περιέργεια παρά από ενδιαφέρον. Οι πάγκοι για τους επισκέπτες στοιχηµένοι δεξιά κι αριστερά του διαδρόµου, µια κατασκευή ξύλινη όπου προφανώς ακουµπούσαν τα φέρετρα έστεκε κενή ακριβώς στο κέντρο, δυό µεγάλες ανθοστήλες, µόνιµο ντεκόρ, εκατέρωθεν της Ωραίας Πύλης, δύο µικρόφωνα µπροστά ακριβώς στο ιερό. Μια εκκλησία εκατό τα εκατό χρηστική, συνόψισα. Γέµιζε για λίγα λεπτά για την τέλεση κάθε κηδείας, όποτε είχε κηδεία στο νεκροταφείο. Μετά, σιωπή. Ψυχή. Χαµογέλασα µέσα µου µε τη λέξη που µου ήρθε, αφού εδώ µόνο ψυχές κατοικούσαν. Σίγουρα όµως δε θα είχε καθηµερινή θεία λειτουργία, εσπερινό ή όρθρο, συνέχισα µέσα µου. Άραγε γιόρταζαν την ηµέρα του αγίου
που’χε τ’όνοµά του; Συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα ποιόν άγιο τιµούσε η συγκεκριµένη εκκλησία. Η πρόσοψη ήταν λιτή, καµιά αναθηµατική επιγραφή δε στεφάνωνε την κεντρική είσοδο όπως συνηθίζεται στις περισσότερες εκκλησίες που θυµόµουν. Αποφάσισα να µπω µέσα να ερευνήσω. Ανεβαίνοντας τα τρία µεγάλα σκαλιά το δεξί µου πόδι γλίστρησε σε νερά, ταρακουνήθηκα αλλά κατάφερα να σταθώ όρθιος. Τα µάρµαρα των σκαλοπατιών ήταν άλλης ποιότητας απ’ αυτά της αυλής και γλιστρούσαν. Μπήκα επιτέλους µέσα.
Δεν υπήρχαν οι µεγάλες εικόνες αγίων που περίµενα να βρω µπροστά ακριβώς στην είσοδο, τίποτα εκτός απ’ το ξύλινο διαχωριστικό όπου ήταν τακτοποιηµένα τα προς πώληση κεριά. Είχα την ελπίδα να καταλάβω τον τιµώµενο άγιο απ’ αυτές τις εικόνες. Υπήρχε µόνο ένα ξύλινο κουτί, µε σχισµή και κλειδαριά. Πάνω του κάποιος είχε στηρίξει, εντελώς στραβά, µια µικρή εγχάρακτη πινακίδα «Υπέρ Πτωχών». Δεν σκέφτηκα να τσεκάρω το τέµπλο, δεν κοίταξα καν προς την Ωραία Πύλη. Αναστέναξα και γύρισα να φύγω· τότε τον πρόσεξα. Ένας µεσήλικας µαυροντυµένος άντρας, σκουρόχρωµος και εντελώς φαλακρός, λαγοκοιµόταν στο χώρο των επιτρόπων. Το κεφάλι του ακουµπούσε στον τοίχο. Είχε γείρει το κορµί του ελαφρά, τα χέρια του κρεµόταν άνευρα. Το πρόσωπό του ήταν απολύτως ήρεµο, τον άκουγα πως ανέπνεε κανονικά. Πλησίασα δυό βήµατα και συνειδητοποίησα πόσο µικρόσωµος ήταν όταν είδα πόσος χώρος περίσσευε απ’ το φαρδύ ξύλινο στασίδι που είχε καταλάβει. Να’ταν ο καντηλανάφτης; Δεν είχα ιδέα. Ξερόβηξα δυνατά κι αµέσως άνοιξε τα µάτια του και µ’ αντίκρυσε. Το βλέµµα του, όλο απορία, ήταν ζωηρότατο. Σηκώθηκε αµέσως, ίσιωσε το σακκάκι του και µου µίλησε καθαρά χωρίς να προηγηθεί ο θόρυβος καθαρισµού του λαιµού που περίµενα. “Τον κύριο Άρη θέλετε;” Έριξε µια µατιά στο ρολόι του. “Ήρθατε νωρίς. Δεν θ’αργήσει ασφαλώς, δεν θ’ αργήσει…” Η φωνή του έσπασε, σα να µην ήταν απολύτως σίγουρος τι έπρεπε να µου πει. “Ο µαρµαροτεχνίτης, ασφαλώς, από την Ένωση, από τη Μητρόπολη!” Δεν κατάλαβα τι εννοούσε, αλλ’ ανταπάντησα χωρίς καθυστέρηση µε την ερώτηση που µ’ έκαιγε. “Ποιανού είναι αυτή η εκκλησία;” Αµέσως, το βλέµµα του σκούρηνε. “Η εκκλησία… η εκκλησία; Του Κοιµητηρίου ασφαλώς!” απάντησε το αυτονόητο. Χαµογέλασα. “Εννοώ… εννοώ ποιανού αγίου…” άρχισα να λέω µα είχε ήδη ξεκινήσει άλλο ποίηµα. “Ανήκουµε στην Ιερά Μητρόπολη Νέας Χαλκηδόνος!” δήλωσε µε στόµφο. “Γνωρίζετε ασφαλώς τον Παναγιώτατο Μητροπολίτη Αγάπιο; Μα, ασφαλώς!” Ξαφνικά τα µάτια του
έλαµψαν. Κούνησα το κεφάλι µου καταφατικά. Δεν θα έβγαζα άκρη. Γύρισα προς την έξοδο. “Ο κύριος Άρης θα είναι εδώ σε λίγα λεπτά. Ασφαλώς.” Δεν είπα τίποτα και συνέχισα να περπατώ. “Αν προτιµάτε να τον περιµένετε στο γραφείο, είναι ανοικτά!” Σχεδόν φώναζε. Τον λυπήθηκα, χωρίς να µπορώ να εξηγήσω γιατί. Γύρισα και του µίλησα πολύ αργά. “Σας ευχαριστώ. Θα κάνω έναν µικρό περίπατο, να δω τα µνήµατα.” “Ωωω, ασφαλώς. Η δουλειά σας. Ασφαλώς.” Ηρέµησε ακαριαία. Είχα ήδη βρεθεί έξω και κατέβαινα προσεκτικά τα σκαλιά. Η ψιχάλα είχε σταµατήσει, τα πάντα όµως ήταν βρεγµένα. Άκουσα τη φωνή του πίσω µου. “Υπάρχουν εξαιρετικά αγάλµατα στη δυτική πτέρυγα. Στους οικογενειακούς τάφους!” Έβγαλα απ’ την τσέπη του σακκακιού µου ένα µικρό χαρτάκι και διάβασα τις οδηγίες που µου είχε γράψει η Περσεφόνη στο γραφείο: “Διαδρ. Ζ, σειρά 2-1, Δυτ. Πτερ.” Ωραία σύµπτωση, σκέφτηκα. Να θυµηθώ να θαυµάσω τα αγάλµατα.
Προχώρησα κάπου διακόσια µέτρα προτού εντοπίσω µια µικρή, λευκή πινακίδα µε το γράµµα “Ζ”. Μέχρι εκείνο το σηµείο δεν είχα δει κάποιον αξιοσηµείωτο τάφο εκτός από ένα-δυό παλαιών πολιτικών ανδρών. Τη στιγµή που έκανα το πρώτο βήµα στον διάδροµο “Ζ” άκουσα πνιχτές οµιλίες κοντά µου! Κοκκάλωσα και στράφηκα προσεχτικά. Βρισκόµουν µπροστά σ’ ένα παµπάλαιο εντυπωσιακό κτίσµα, ολόκληρο από παλιοκαιρισµένο µάρµαρο, µε δύο κίονες που κατέληγαν σε πολυποίκιλτα κιονόκρανα και µια ξύλινη πόρτα γεµάτη λειχήνες. Διάβασα τη χαραγµένη επιγραφή “ΟΙΚΟΣ ΔΕΜΕΣΤΙΧΑ”. Μερικά γράµµατα ήταν αλλοιωµένα απ’ το χρόνο. Δίπλα ακριβώς στην επιγραφή, αχνοφαινόταν η αρίθµηση «2-1», προσθήκη χειρόγραφη µε κάποτε ασπριδερή µπογιά. Ανάµεσα στους κίονες, πρόβαλλε µια γυναικεία µορφή, µια µαρµάρινη προτοµή. Η βροχή που είχε προηγηθεί της έδινε µια απόκοσµη στιλπνότητα. Μια σταγόνα κρεµόταν σαν δάκρυ τεράστιο µπροστά στο πρόσωπό της. Περιεργάστηκα τη µορφή µε δέος, έχοντας ταυτόχρονα τ’ αυτιά µου τεντωµένα µήπως εντοπίσω την προέλευση των οµιλιών. Μ’ ένα τρίξιµο, η πόρτα άνοιξε λίγα εκατοστά και µπόρεσα να διακρίνω καθαρά µια γυναικεία φωνή. “Δεν είναι σωστό, Άρη. Σου λέω, δεν είναι σωστό.” Έκανα δυό βήµατα στο πλάι, έτσι ώστε να µην είµαι ακριβώς µπροστά στην πόρτα. Η καρδιά µου χτυπούσε λίγο πιο γρήγορα ξαφνικά. “Τελευταία φορά που εµφανίστηκε συγγενής εδώ ήταν λίγο µετά τη χούντα. Η χήρα του καθηγητή… Μετά ξαναπαντρεύτηκε. Όχι θα τον περίµενε ―σου λέω, ήταν γυναικάς,
κυνηγούσε τον ποδόγυρο. Σε µπουρδέλο πέθανε, λέγανε πως ήταν µε τρεις τέτοιες µαζί.” Η φωνή του κυρίου Άρη είχε χροιά αντιπαθητική αλλά και γλυκερή ταυτόχρονα. Η πόρτα άνοιξε λίγα εκατοστά ακόµη µ’ ένα τρίξιµο στριγκό. Ήταν φανερό πως όποιος την έσπρωχνε, δυσκολευόταν. “Α µάλιστα. Και διάλεξες να δώσουµε εδώ παράσταση προς τιµήν του; Ωραία το σκέφτηκες Άρη µου!” Δεν ήµουν σίγουρος αν το εννοούσε ή κορόιδευε. Πήρα βαθειά ανάσα. Επρόκειτο να είµαι µάρτυς σε συνταρακτικές αποκαλύψεις! Ένα “κρακ-κρακ” κι η πόρτα του οικογενειακού τάφου άνοιξε αρκετά ώστε να προβάλλει µια αναψοκοκκινισµένη καστανή γυναίκα. Ήταν µάλλον κοντή αλλά καλλίγραµµη. Φορούσε σκούρα µάλλινη µπλούζα και στενή φούστα. Κρατούσε ένα τσαντάκι µαύρο και µια καπαρντίνα που άρχισε να φοράει µόλις ανέβηκε το πρώτο σκαλί. Καθώς γύρισε να βάλει το δεξί µανίκι, το βλέµµα της καρφώθηκε πάνω µου και η κίνησή της πάγωσε. Έµεινε στήλη άλατος, µε το χέρι τεντωµένο και την καπαρντίνα µισοφορεµένη χωρίς να µπορεί ν’ αποφασίσει τι να κάνει. Πίσω της εµφανίστηκε η σιλουέτα ενός υψηλόσωµου άντρα να βγαίνει µε την πλάτη τραβώντας ταυτόχρονα την πόρτα ώστε να την ξανακλείσει. Δεν είχε φυσικά αντιληφθεί την παρουσία µου. “Κανένα πρόβληµα µωρό µου… Στο εγγυώµαι, εγώ είµαι ο τελευταίος εκ πλαγίου κληρονόµος! Μόνο θέλω να µου υποσχεθείς ότι θα έρθεις και αύριο! Μου το υπόσχεσαι;”

Πηγή φωτογραφίας:

http://www.spookyisles.com/2013/02/rainy-day-tour-in-brompton-cemetery/#prettyPhoto

Κράτα το

Κράτα το

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Κράτα το


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;