“Φυλακισμένη” της Γεωργίας Αγγελοπούλου

Στέκομαι μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη. Λοιπόν, έτσι θα είναι η ζωή μου από εδώ και πέρα. Θα παντρευτώ έναν άντρα για τον οποίο δεν γνωρίζω τίποτα, εκτός από το γεγονός ότι είναι πλούσιος και θα ξεπληρώσει τα χρέη της οικογένειας μου. Είναι με λίγα λόγια, κάποιος που μας λυπάται. Γιατί θέλει να με παντρευτεί, δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Αλλά θέλει κι αυτό είναι γεγονός. Θέλει κι αυτό καταπιέζει τα δικά μου θέλω και με κρατάει αιχμάλωτη στη δική του θέληση.

«Επαναστάτησε. Τρέξε. Δεν είναι αργά για να ξεφύγεις.» μου λένε οι φίλοι μου. Αλλά δεν ξέρουν, δεν μπορούν να έχουν άποψη. Οι ζωές τους είναι τέλειες και δεν χρωστάνε πουθενά. Δεν έχουν ιδέα πως  είναι να εξαρτάσαι από κάποιον άλλον για να επιβιώσεις. Οι γονείς μου με αγαπάνε πολύ, ποτέ δεν θα αμφισβητούσα την αγάπη τους. Με εμπιστεύονται σε αυτή την απόφαση αφού δεν υπήρχε άλλη διέξοδος αλλά κάθε λεπτό που περνάει προς τη στιγμή του γάμου μου, είναι ένα βέλος που μπαίνει όλο και πιο βαθιά στην καρδιά τους.

«Πώς μπορώ να προδώσω την εμπιστοσύνη τους;» σκέφτομαι. Ξέρω ότι αν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη ευκαιρία, οι γονείς μου δεν θα την είχαν αφήσει. Θα κάναν τα πάντα για να με γλυτώσουν, να με προλάβουν από το να θυσιάσω τον εαυτό μου. Αλλά δεν υπάρχει. Ο πατέρας μου είναι πια ανήμπορος να δουλέψει κι η μητέρα μου κάνει ό,τι μπορεί. Είναι μοδίστρα αλλά δεν μπορεί πια να ανταγωνιστεί τα φθηνά ρούχα που φέρνουν έμποροι από εξωτικές χώρες. Η αδερφή μου τη βοηθάει όσο μπορεί στο μικρό μαγαζάκι. Έχω προσπαθήσει κι εγώ να βοηθήσω όσο μπορώ. Εργάζομαι ως βοηθός φούρναρη αλλά τα χρήματα δεν είναι καθόλου καλά. Σίγουρα όχι, όσα θα χρειαζόμασταν για να αποπληρώσουμε τα χρέη μας.

Όχι ότι δεν αγαπάω τη δουλειά μου, κάθε άλλο. Η ιδιοκτήτης του φούρνου ήταν ευγενέστατη και με καθοδηγούσε σε ότι χρειαζόμουν. Έμαθα πολλά πράγματα όσο καιρό δούλευα στο πλάι της. Φτιάχναμε καθημερινά μεγάλες ποσότητες ψωμιού και τις μοιράζαμε σε όσους στο χωριό δεν μπορούσαν να ψήσουν ψωμί μόνοι τους. Το σιτάρι είναι περιορισμένο εδώ, όπως και πολλά άλλα υλικά. Ίσως εκεί να με είδε ο μέλλοντας σύζυγος μου.  Δεν νομίζω ότι έστρεψα ποτέ τα μάτια μου πάνω του σε ολόκληρη τη διάρκεια των δεκαέξι χρόνων μου. Πώς είναι δυνατόν να με γνωρίζει, δεν μπορώ καν να φανταστώ. Ποτέ δεν γνώρισα προσωπικά κανέναν άντρα εκτός της οικογενείας μου. Κι όμως τα έφερε έτσι η ζωή κι εδώ είμαι. Εδώ να παντρεύομαι έναν τελείως άγνωστο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Τι μπορώ να ελπίζω;» αναρωτιέμαι. Ίσως να είναι ευγενικός και να με σέβεται, να μου συμπεριφέρεται σαν ίση. Ίσως να μπορούμε να μιλάμε ο ένας στον άλλον για όλα τα θέματα και ποιος ξέρει μπορεί σιγά σιγά να τον συνηθίσω και να μάθω να τον αγαπώ. Ίσως να τον συγχωρέσω που δεν θέλησε να με γνωρίσει πρώτα και που κέρδισε το χέρι μου σε ένα συμβόλαιο με τους γονείς μου χωρίς τη συγκατάθεση μου. Αλλά αμφιβάλλω αν όλα αυτά θα συμβούν. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο αρραβωνιαστικός είναι ένας πλούσιος, κακομαθημένος άντρας που θα με χρησιμοποιεί σαν αντικείμενο, ένα έπαθλο που κέρδισε με την υπογραφή του. Αλλά καλύτερα να μην μένω σε αυτές τις σκέψεις. Το μόνο που καταφέρνω είναι να κλαίω για την κατάντια μου και δεν θέλω να δημιουργήσω κι άλλη θλίψη στους γονείς μου παραπάνω από αυτή που ήδη έχουν.

Οι γάμοι πρέπει να είναι συνήθως χαρούμενες περιστάσεις. Είναι ένα δείγμα της αληθινής αγάπης κι εμπιστοσύνης ανάμεσα σε ένα ζευγάρι. Σημειοδοτούν μια μεγάλη αλλαγή στις ζωές των δύο ανθρώπων. Κι ο δικός μου γάμος είναι μια τέτοια αλλαγή. Δυστυχώς όχι προς το καλύτερο. Ένας άντρας με κυριεύει, ικανός να ελέγχει την όποια κίνηση μου. Δεν πρέπει να κατακτηθώ. Αρνούμαι να κατακτηθώ.

Θα κατακτηθώ παρόλα αυτά.

«Δείχνεις υπέροχη» λέει η αδερφή μου. Της χαμογελάω. Είναι πραγματικά πολύ όμορφη αν και  μόλις δώδεκα χρονών. Χωρίς να το θέλω οι σκέψεις διαπερνάνε το μυαλό μου. «Γιατί να μην είναι αυτή στη θέση μου; Να παντρευτεί αυτόν τον άντρα, αντί για εμένα;» τρομαγμένη διώχνω αυτή την σκέψη. Παρατηρώ την αδερφή μου. Έχει μακριά, σγουρά ξανθά μαλλιά σαν αυτά που έχουν παραμυθένιες πριγκίπισσες μόνο. Τα γαλάζια μάτια της είναι μεγάλα και αθώα. Αθώα, όπως κι αυτή. Τη φιλάω στο μάγουλο κι εύχομαι ολόψυχα να παραμείνει για πάντα έτσι.

«Άφησε με, σε παρακαλώ.» λέω ήρεμα «Θέλω λίγο χρόνο να ετοιμαστώ για…αυτό.». Κουνάει καταφατικά το κεφάλι της και φεύγει.

Κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέπτη ξανά. Το κορίτσι μέσα από τον καθρέπτη με κοιτάει κι αυτό. Είναι ψηλή και το κορμί της πολύ λεπτό. Τα μαύρα μαλλιά της είναι πιασμένα ψηλά. Αλλά τα μάτια της είναι αυτό που με εξιτάρει περισσότερο. Δυο στοιχειωμένα, τρομαγμένα, γκρι μάτια.

«Στα αλήθεια μοιάζω έτσι;» αναρωτιέμαι. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Ή ίσως ήταν μια προσπάθεια να ωραιοποιήσω αυτό το δυσάρεστο παραμύθι. Δεν είναι παραμύθι. Ποτέ δεν θα γίνει. Αλλά ακόμα ελπίζω πως μια ματιά του πλούσιου αυτού άντρα προς εμένα θα τον κάνει να αλλάξει γνώμη. Να παντρευτεί κάποια άλλη. Δεν θα έπρεπε να το σκέφτομαι αυτό. Αν παντρευόταν κάποια άλλη, τι θα γινόταν με την οικογένεια μου; Θα μέναμε στο δρόμο. Θα ψάχναμε στα σκουπίδια περισσεύματα φαγητών για να φάμε. Θα λιμοκτονούσαμε. Για πάντα.

Όχι, πρέπει να συμμορφωθώ και να γίνω η καλύτερη γυναίκα που θα μπορούσα, η καλύτερη νύφη. Δεν έχει σημασία πια αν το θέλω ή όχι. Αυτό είναι πέρα από τη θέληση μου, τις επιθυμίες μου, εμένα. Δεν είναι θέμα τιμής, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Αν δεν ευχαριστήσω το σύζυγο μου, η οικογένεια μου θα βρεθεί έξω στο φριχτό χειμώνα και στο καυτό καλοκαίρι. Έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους πάνω μου για να αποκαταστήσω την περιουσία της οικογένειας. Υποθέτω ότι θα έπρεπε να αισθάνομαι αδικημένη, υποθέτω πως θα έπρεπε να κλαίω. Γιατί θα πρέπει να σηκώσω όλο αυτό το βάρος στους ώμους μου; Αλλά δεν μπορώ. Δεν μπορώ να παρακαλέσω. Δεν μπορώ να κλάψω. Δεν μπορώ να κατηγορήσω. Οι γονείς μου δώσαν ό,τι καλύτερο μπορούσαν όλη τους τη ζωή. Είναι σειρά μου να τους το ξεπληρώσω. Ήρθε η σειρά μου να παλέψω για αυτούς κι από αυτό κανείς δεν μπορεί να με σώσει.

Τώρα που το σκέφτομαι, είναι περίεργο. Σε όλη μου τη ζωή είχα κάποιον δίπλα μου, να με προσέχει, να με περιμένει, να με φυλάει. Ή τη μητέρα μου ή τον πατέρα μου. Το κάναν με ανιδιοτέλεια κι αγάπη. Αλλά τώρα που χάνεται αυτή η προστασία, νιώθω τρομαγμένη. Δεν ξεριζώνεται έτσι σε κάθε κορίτσι η ασπίδα προστασίας που αισθανόταν. Αλλά όλα τα πράγματα κάποια στιγμή τελειώνουν. Κι αυτό είναι το τέλος της παιδικότητας μου, της παιδικής μου ηλικίας. Και τίποτα δεν θα τα φέρει πίσω.

«Ήρθε η ώρα, αγάπη μου.» λέει η μητέρα μου μπαίνοντας στο δωμάτιο με τα χείλη τρεμάμενα. «Ο άντρας σου είναι πολύ όμορφος. Θα σου φερθεί καλά, είμαι σίγουρη.»

Της χαμογελάω για να ελαφρύνω τον πόνο της. Δεν την πιστεύω. Η αλήθεια δεν μπορεί να κρυφτεί στα μάτια της. Πώς μπορεί ένας άντρας που ζητάει από ένα κορίτσι, που δεν τον γνωρίζει καν, να τον παντρευτεί να είναι καλός άνθρωπος; Κλείνω τα μάτια μου και μαζεύω όλο μου το κουράγιο.

«Είμαι έτοιμη, μητέρα.»

Αρχίζει η μουσική που θα μας συνοδεύσει μέχρι το τέλος του διαδρόμου, που εύχομαι να ήταν ατελείωτος. Μια μουσική που σε κάθε βήμα ακούγεται στα αυτιά μου σαν επικήδειος ύμνος.

Πηγή φωτογραφίας:

εδώ


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;