“Η φόνισσα” του Μάριου Θρασυβούλου

Παράδοση της ιστορίας από τον πρωταγωνιστή όπως αυτή ανευρέθηκε:

 

“Κάποτε γεννήθηκα, δεν το θυμάμαι αλλά μου το είπαν, και υποθέτω πως αλήθεια θα ‘ναι. Σημαδιακή ημέρα στη ζωή ενός ανθρώπου, η γέννηση της αθωότητος, μα δεν άργησα να καταλάβω πως η αθωότητα ετούτη φθείρεται με το πέρασμα του χρόνου.

Χρόνια αργότερα ανέπτυξα τον λόγο, και μιας και μιλάμε γι’ αυτό, είχα την τύχη και ευλογία να διδαχθώ σε νεαρή ηλικία το ιερό βιβλίο, από το “εν αρχήν ην ο Λόγος” ως τα έσχατα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μεγάλωνα αργά και σταθερά, διδάχθηκα αγάπη, σεβασμό, πειθαρχεία, τάξη, ηρεμία και καλοσύνη από τους γονείς μου. Τόσο ευγνώμων για τη ζωή, η έκσταση όταν βρίσκομαι μόνη απέναντι στο σταυρό, απερίγραπτη και ειλικρινής. Αυτό, αυτό ήταν το μέγιστο μάθημα μου, η αυτοθυσία.

Καθώς μικρή εγώ και σχολείο πήγαινα ακόμη, μια μέρα πέρασε απ’ το μυαλό μια φευγαλέα σκέψη: τι θα γινόταν αν πέθαινε ένα παιδί ή ένα βρέφος; Η απάντηση ξεκάθαρη: ο Κύριος θα το δεχόταν με ανοιχτές αγκάλες,  το αναμάρτητό του αδιαμφισβήτητο. Και πώς θα κρινόταν ένας φονιάς που δεν μετανοεί για το αμάρτημα του, ανεξαρτήτως κινήτρου; Η απάντησης ακόμα απλούστερη: θα ζούσε στο αιώνιο σκοτάδι.

Τα χρόνια περνούσαν και οι ιδέες αυτές με παρατηρούσαν καθώς μεγάλωνα, δεν επενέβαιναν. Το σχολείο τελείωσε και από την αγκαλιά μητέρας βρέθηκα σε αγκαλιά συζύγου και δεν άργησε ο καιρός που την δική μου αγκαλιά παιδίον νέον γέμισε. Πρώτα κόρη και στη συνέχεια ένας υιός.

Τα παιδιά εξαιρετικά και εμείς κάναμε τα πάντα να τους διδάξουμε τη Χριστιανική Αλήθεια.

Τα χρόνια πέρασαν και στην αντίληψή μου υπέπεσε πως ο υιός μου είχε σχέση με μία γυναίκα, ολοκληρωμένη φοβούμαι, πριν τη θεία δέσμευση. Ως μάνα δεν μπορούσα να μην τον συμβουλέψω, μα αυτός δεν άκουγε. Ένα χρόνο μετά ήρθε ένας χωρισμός. Βρέθηκε μόνος. Μέρα με τη μέρα το στόμα του άνοιγε με θαυμαστά μικρότερη συχνότητα για να μιλήσει. Τα μάτια του άπατα. Προσευχόμουν, προσευχόμουν νύχτα μέρα, νύχτα μέρα για τον υιό. Ο πατέρας του του έλεγε πως πρέπει να αλλάξει τη διάθεση του. Σταμάτησε και να έρχεται στην Εκκλησία. Μια μέρα τον βρήκαμε νεκρό. Θεώρησε πως κύριος του εαυτού του είναι και μέσα στη λύπη του έθεσε τέλος στη ζωή του.

Ο σύζυγος μου πρότεινε να πούμε πως επρόκειτο για ατύχημα, ώστε να κηδευτεί κανονικά ο υιός μας, μα εγώ προτίμησα να είμαστε ειλικρινείς ενώπιων Θεού και ανθρώπου, έτσι τελετή κηδείας δεν έγινα ποτέ, παρά μόνο ενταφιασμός, αφού οι αυτόχειρες δεν χρήζουν ίδιας μεταθανάτιας αντιμετώπισης όπως οι υπόλοιποι Χριστιανοί.

Τα επόμενα χρόνια τα έζησα σε θρήνο. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως ο μονάκριβος μου υιός έχασε τη Βασιλεία των Ουρανών. Πονούσα βαθύτατα.

Η κόρη μας μεγάλωσε, κόντευε ήδη τριάντα ετών και δεν είχε παντρευτεί ακόμη. Είχε βεβαίως τελειώσει τις σπουδές της και είχε μια καλή εργασία με ικανοποιητικό μισθό. Μια μέρα μας γνώρισε ένα φίλο της. Τη νύχτα αυτή μου είπε: “Μητέρα φαντάζομαι γνωρίζεις ότι πλησιάζω τα τριάντα, είναι δεδομένο πως έχω εμπειρίες με άντρες, και τώρα, αν και μόλις γνώρισες τον Π, σου ανακοινώνω ότι σκοπεύουμε να παντρευτούμε σύντομα. Επίσης θα θέλαμε να τεκνοποιήσουμε, τώρα που ακόμα μπορούμε. Δεν σας τον γνώρισα νωρίτερα, αν και είχαμε σχέση εδώ και μερικά χρόνια, γιατί γνωρίζω πως μια τέτοια σχέση θα ήταν εναντίων της ηθικής σας”.

Δεν ήξερα τι να πω. Ότι και να έλεγα, τα πράγματα έτσι έγιναν. Γάμος, εγκυμοσύνη και τώρα απέκτησα δύο εγγονάκια, δίδυμα, ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι. Εν πλήρει αθωότητι Αδάμ συν Εύα.

Τα μικρά τα έβλεπα καθημερινώς, όχι γιατί με θεωρούσαν την κατάλληλη νταντά, αλλά γιατί οι συνθήκες τα έφεραν έτσι. Προς αποφυγήν οικονομικής επιβάρυνσης και δεδομένου της εργασίας των γονέων, τα παιδιά περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας κοντά μου. Τα αγαπούσα πολύ αυτά τα παιδιά, ήταν η μεγάλη μου χαρά.

Καθώς οι μέρες μεγάλωναν, θαύμαζα ακόμη περισσότερο την αθωότητα τους και προσευχόμουν να τη διατηρήσουν ως το τέλος της ζωής τους.

Λίγο μετά ήρθε η επέτειος θανάτου του υιού μας. Μακάρι να μπορούσα να τον προφυλάξω από όποιο πειρασμό, από όποια μόλυνση, από όποια αρνητική επιρροή του κόσμου…

Τότε η ιδέα ξεκίνησε να παίρνει σάρκα και οστά. Όφειλα να προφυλάξω τους δύο αγγέλους από την αμαρτία. Έπρεπε να μείνουν αιώνια αθώα και να χαρούν τη Βασιλεία των Ουρανών.

Και ένα τρόπο σκέφτηκα, μόνο ένα, η μόνη εγγύηση. Τα παιδιά έπρεπε να φύγουν από τον κόσμο όσο ήταν ακόμη άσπιλα. Το αποφάσισα, εγώ θα έπραττα τη σωτήρια πράξη. Ξέρω πως ο κόσμος δεν θα καταλάβει, επίσης ξέρω πως για την πράξη μου ετούτη δεν θα δω ποτέ τον Ουρανό και πως στα έγκατα της Κολάσεως θα πέσω. Μα δεν με ενδιέφερε, θα θυσίαζα χίλιες φορές τη δική μου σωτηρία για αυτή των δύο μικρών. Ας χαθώ, ας καταδικαστώ, ας βασανίζομαι αιώνια, φτάνει να ξέρω πως δύο ψυχές κέρδισαν την αιώνια ζωή.

Για λίγες μέρες δυσκολευόμουν να κοιμηθώ, έτσι σκέφτηκα να περιμένω λίγο να ηρεμήσει και να κατασταλάξει η ιδέα. Μα δεν το προσπάθησα αμέσως, αφέθηκα, αργότερα μόνο χρειάστηκε συνειδητά να αποστασιοποιηθώ. Η συνέπεια αυτού μια προσωρινή ηρεμία, μα η σκέψη ήταν πάντα εκεί, σαν ένας σύντροφος, σαν το βλέμμα που σε κοιτά από τη γωνιά του τοίχου.

Τότε είχε έρθει η ώρα. Η ιδέα, σκέφτηκα έπρεπε να γίνει σχέδιο. Την νύχτα της ίδιας μέρας, καθώς ξάπλωσα πλάι στο σύζυγό μου, ήταν η ευκαιρία να σχεδιάσω στο μυαλό μου τις κινήσεις. Αύριο, αύριο ήταν εργάσιμη ημέρα. Τα παιδιά θα μου έφερναν τα παιδιά και ο σύζυγος, αν και συνταξιούχος, θα απουσίαζε για λίγο, θα πήγαινε την πρωινή του βόλτα. Δεν ήθελα να τον ανακατέψω, ας καώ μόνη.

Τα παιδιά ήρθαν. Τους έδωσα το πρωινό τους φαγητό, σε μορφή πολτού, αφού μωρά ακόμα ήταν. Τόσο όμορφα μάτια, δύο ζευγάρια κρυστάλλινων σφαιρών, γρήγορα, γεμάτα ζωή!

Σκέφτηκα πως καλό θα ήταν ένα μπάνιο. Γέμισα την μπανιέρα με νερό. Φρόντισα σχολαστικά το νερό να είναι στην κατάλληλη θερμοκρασία, ούτε ζεστό, ούτε κρύο, 37 βαθμούς Κελσίου θα έλεγε κανείς. Η επιφάνεια του νερού ηρέμησε, έγινε καθρέφτης, είδα το πρόσωπο μου, ρυτιδιασμένο μα όμορφο ακόμα, λες και ένας άλλος εαυτός μου ισαπείχε από την επιφάνεια του νερού, όπως και εγώ, αλλά όχι προς τα πάνω, όχι στον κόσμο μας, μα προς τα κάτω.

Πήρα στην αγκαλιά μου το αγοράκι, ήταν ήρεμο. Του αφαίρεσα τα ρούχα, δεν τα χρειαζόταν. Μου χαμογελούσε. Πλησίαζε σιγά σιγά στο νερό, η πατούσα του το άγγιξε. Παραξενεύτηκε για λίγο νομίζω, τον κάθισα στο μπάνιο, χαμογελούσε ακόμα. Με τη χούφτα μου πήρα λίγο νερό και του έλουσα τα μαλλιά. Του χαμογέλασα και εγώ, τον φίλησα στο δεξί μάγουλο.

Έγειρα το κεφαλάκι του προς τα πίσω και σιγά σιγά έπεσε με την πλάτη, το νερό περικύκλωσε το πρόσωπο του. Οι παλμοί μου αυξάνονταν. Το κεφαλάκι του καλύφθηκε τελείως από νερό, τα μάτια του ήταν ανοιχτά. Άρχισε να κουνάει πόδια και χέρια δυνατά, κοκκίνισε. Ένιωσα, καθώς τον βύθιζα, το νερό να ανεβαίνει πάνω από τους καρπούς μου στα χέρια. Έτρεμα, θόλωσα. Νομίζω προσπαθούσε να κλάψει. Άνοιγε το στόμα του, ίσως για να πάρει ανάσα. Τώρα οι πνεύμονες του πρέπει να είχαν γεμίσει με νερό. Χτυπούσε παντού, για λίγο, μέχρι που ηρέμησε. Το κόκκινο έφυγε, σκούρυνε.

Η ταχυπαλμία μου πρωτάκουστη. Δεν ξέρω γιατί, στη σύγχυσή μου, τον άφησα στο νερό, το δέρμα του ήταν μαλακό. Τον έσπρωξα αριστερά, στην άκρη, στην κεφαλή της μπανιέρας. Στα χέρια μου πήρα το κοριτσάκι, δεν σκεφτόμουν και πολύ. Κατάλαβα πως έκλαιγε, μάλλον θα βρισκόταν σε ετούτη την κατάσταση εδώ και λίγη ώρα, μα δεν το κατάλαβα. Τα μάτια της ανοιχτά μέχρι το τέλος, όπως και του αδελφού της. Δύο σώματα παιδιών σε μια μπανιέρα με νερό, η μικρή στο κέντρο και ακίνητη, ο μικρός αριστερά, μισός έξω από το νερό.

Το έργο τελείωσε. Έμεινα εκεί, γονατιστή. Προσευχήθηκα για τα παιδιά.

Λίγο αργότερα άκουσα τον ήχο της πόρτας που άνοιγε. Χίλιες βελόνες ένιωσα να διαπερνούν το πρόσωπο μου. Ο σύζυγος επέστρεψε. Με βρήκε στο μπάνιο, βρήκε τα εγγόνια μας. Δεν μπορώ να θυμηθώ πως αντέδρασε, δεν ξέρω γιατί.

Θυμάμαι μορφές να πηγαινοέρχονται, φώτα, δάκρυα, φωνές, όλα θολά, όλα μαζί.

Πριν το καταλάβω βρέθηκα σε κελί φυλακής. Το περίμενα. Απ’ ότι κατάλαβα ομολόγησα, δεν ήθελα υπεράσπιση.

Όλα από εδώ και πέρα περνούσαν μπροστά μου σαν όνειρο.

Τις επόμενες νύχτες δεν μπόρεσα να κοιμηθώ, ήταν αδύνατο. Μα δεν μετάνιωσα για κανένα λόγο, ήξερα τις συνέπιες της πράξης μου και το δέχτηκα, ξέρω πως όχι μόνο έχασα την αιώνια ζωή μα έχασα και την επίγεια, μα άξιζε, άξιζε για να εγγυηθώ Παράδεισο στα εγγόνια μου, αυτή είναι η δική μου θυσία.

Κάποιος μου είπε, δεν θυμάμαι ποιος, πως ποινή μου θα ήταν το πιθανότερο η θανατική. Νομίζω ο σύζυγος ζήτησε να με δει, μα δεν ήθελα να δω κανένα. Νέα από την κόρη μου δεν άκουσα.

Ακόμη λίγες μέρες πέρασαν.”

 

Συνέχιση της ιστορίας από εμένα:

 

Το πρωί της επομένης τελέστηκε η εκτέλεση. Παρών ήταν ο σύζυγος και ο σύζυγος της κόρης. Η σορός ενταφιάστηκε και έγινε κανονικά η κηδεία.

Τα δύο παιδιά είχαν επίσης ενταφιαστεί και κηδευτεί, σε δύο μικρά φέρετρα.

Τα χρόνια πέρασαν, πάλι, τα τρία ανθρώπινα σώματα θα είχαν μέχρι τώρα αποσυντεθεί. Τους τάφους επισκέπτονταν ετησίως συγγενείς και φίλοι, επισκέψεις που αραίωναν μέχρι που έφτασαν στο μηδέν.

Τα χρόνια πέρασαν.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;