“Το φεγγάρι” της Μαίρης Κάντα

Θυμάσαι; Θυμάσαι πόσο όμορφα ήταν όλα, όταν εσύ με κρατούσες αγκαλιά; Που έδιωχνες μακριά κάθε μου φόβο; Ήμουν το “μπιζελάκι” σου. Έτσι με αποκαλούσες πάντα. Κάθε φορά που έπαιζες μαζί μου, κάθε φορά που με πήγαινες στο σχολείο ή στη παιδική χαρά. Έτσι με αποκαλούσες και όταν με βοηθούσες με τις ασκήσεις του σχολείου. Γελούσα τόσο πολύ, χωρίς να μπορούσα να συγκεντρωθώ στο διάβασμα. Και εσύ, αντί να με μαλώσεις, έκανες διάφορες αστείες γκριμάτσες. Μέχρι που ερχόταν η μαμά και μάλωνε και τους δυο μας.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που σου είπα πως με τρόμαζε το σκοτάδι. Στην αρχή δίστασα, φοβήθηκα πως θα γέλαγες μαζί μου. Μα εσύ δεν το έκανες.Μου χαμογέλασες μόνο, με αγκάλιασες και μου ψιθύρισες το μεγάλο σου μυστικό: “Όσο έχεις εμένα, τίποτα δεν πρέπει να φοβάσαι”. Και σε πίστεψα. Με εσένα δίπλα, ήμουν τόσο δυνατή. Και αν στο σχολείο με πείραζε κάποιο μεγαλύτερο παιδί, δεν με ένοιαζε καθόλου. Γιατί εγώ είχα εσένα. Ήσουν ο δικός μου ήρωας. Ο “Super-Dad”! Όταν σε φώναζα έτσι, γελούσες τόσο πολύ. Μα ήσουν αυτός που  με προστάτευε από κάθε κακό. Πώς αλλιώς να σε αποκαλούσα; Ακόμα και από το σκοτάδι, το χειρότερο μου φόβο, με προστάτευες.

Θυμάσαι, ένα βράδυ που ξύπνησα κλαίγοντας; Είχα δει εφιάλτη και εσύ δεν ήσουν δίπλα μου. Έτρεξες αμέσως στο δωμάτιο μου για να με ηρεμήσεις. Μα εγώ έκλαιγα με αναφιλητά. “Δεν θέλω να φύγεις ποτέ μπαμπά” σου φώναζα. Τότε, εσύ με πήρες αγκαλιά και μαζί ανεβήκαμε στη ταράτσα του σπιτιού.  Ο ουρανός ήταν γεμάτος από μικρά αστέρια και ανάμεσα σε αυτά, υπήρχε ένα υπέροχο φεγγάρι.

Δεν έχω ξεχάσει ούτε λέξη, από όσα μου είπες εκείνη τη φορά. “Αν κάποια στιγμή δεν είμαι δίπλα σου και φοβάσαι τα βράδια, τότε θα έρχεσαι εδώ ψηλά και θα κοιτάς το φεγγάρι. Εκεί ψηλά στο ουρανό, θα με βλέπεις να σου χαμογελώ και αμέσως θα ξεχνάς το φόβο σου”. Μείναμε για ώρες πάνω στη  ταράτσα και παρατηρούσαμε το έναστρο ουρανό. Μαζί σου ένοιωθα ασφαλής. Αποκοιμήθηκα ήρεμη. Το φως του φεγγαριού και η δική σου αγκαλιά, έδιωξαν μακριά όλους τους φόβους μου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Από εκείνο το βράδυ, η νυχτερινή επίσκεψη στη ταράτσα, έγινε η καθημερινότητά μας. Μόνο εμείς οι δύο. Χωρίς την μαμά. Ήταν η δική μας ώρα, η δική μας συνήθεια, η ώρα της κόρης και του πατέρα. Και το τηρούσαμε πάντα. Ακόμα και όταν παραπονιόταν η μαμά που δεν την θέλαμε στη παρέα μας. Όσο κουρασμένος και να ήσουν από την δουλειά, η ώρα της “ταράτσας” δεν ακυρώθηκε ποτέ. Πόσες συζητήσεις είχαν γίνει, καθώς κοιτούσαμε το φεγγάρι. Πόσα μυστικά σου είχα αποκαλύψει.

Για το αγόρι που μου άρεσε, από το σχολείο, για την “κακιά” φίλη που φίλησε στο στόμα κάποιο συμμαθητή μας, για τους κακούς βαθμούς στα Μαθηματικά. Φοβόμουν να σου μιλήσω για αυτό, αλλά εκεί, στη ταράτσα, τίποτα δεν τρόμαζε. Ούτε εσύ δεν με μάλωσες τότε, θυμάμαι. Δεν μπορούσες άλλωστε, αφού μας παρατηρούσε το φεγγάρι.

Ακόμα και για τα όνειρα που έκανα στην εφηβεία σου μιλούσα. Σου έλεγα για το γύρο του κόσμου που ήθελα να κάνω με τρένο. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό μου, την ώρα που σου μιλούσα για το ταξίδι που θα έκανα, όταν θα τέλειωνα το Λύκειο. Και εσύ με κοιτούσες και χαμογελούσες. Πάντα ήσουν εκεί. Δίπλα μου, να με ακούς και να μου χαμογελάς. Το φεγγάρι και εσύ μόνο, ξέρατε όλα μου τα μυστικά και τις σκέψεις. Κανένας άλλος.

Νύχτα ήταν, όταν εσύ έφυγες για πάντα από κοντά μας. “Τροχαίο”, είπαν οι αστυνομικοί στην μητέρα μου και σε μένα. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να τρέξω στη ταράτσα. Να δω το φεγγάρι, να το ρωτήσω “γιατί”. Μα ο ουρανός ήταν τόσο σκοτεινός. Δεν έβλεπα το φεγγάρι, ούτε τα αστέρια. Γιατί; Γιατί εξαφανίστηκαν και αυτά; Έμεινα για ώρες εκεί, περιμένοντας το φεγγάρι, εσένα… Δεν έκλαψα καθόλου. Ήμουν όμως πολύ θυμωμένη μαζί σου.

Έφυγες… Μ’ άφησες μόνη, όταν ήμουν μόνο 17 ετών. Δεν θα ήσουν δίπλα μου στη αποφοίτηση του Λυκείου, δεν θα ήσουν μαζί μου την πρώτη μέρα στη σχολή. Ούτε θα με βοηθούσες να φτιάξω τις βαλίτσες για το ταξίδι που μου είχες υποσχεθεί, όταν θα τέλειωνα το Λύκειο. Δεν θα ήσουν ποτέ ξανά μαζί μου. Πώς θα συνέχιζα να σε ζω, αν δεν σε έβλεπα ξανά; Δίχως τις δικές σου συμβουλές, δίχως το χαμόγελό σου. Ήσουν τα πάντα για μένα και ξαφνικά τα έχασα όλα. Γιατί έφυγες ρε μπαμπά τόσο γρήγορα;

Θυμωμένη ήμουν και με το φεγγάρι. Δεν εμφανίστηκε καθόλου εκείνη τη τόσο δύσκολη, για μένα, νύχτα. Δεν ξανανέβηκα ποτέ στη ταράτσα, μετά το “φευγιό” σου. Δεν ήθελα να ξαναδώ το φεγγάρι, αφού εσύ δεν ήσουν εδώ. Η ώρα της “ταράτσας” χάθηκε, όπως χάθηκες και εσύ. Τις νύχτες, έκλεινα πολύ καλά τα παντζούρια. Δεν άφηνα καθόλου να μπει στο δωμάτιο το φως του φεγγαριού. Το μισούσα το φεγγάρι, γιατί σε πήρε μαζί του.

Ξέρεις μπαμπά; Ο φόβος για το σκοτάδι επανήλθε και δεν είχα εσένα πια. Δεν είχα ούτε τις όμορφες φεγγαρόλουστες νύχτες μου. Φοβόμουν, φοβόμουν τόσο πολύ μπαμπά. Έτσι άρχισα να πίνω χάπια.     Για να μη με τρομάζει το σκοτάδι, για να μη σκέφτομαι, για να μπορώ να κοιμηθώ χωρίς εσένα, ήρεμα. Ξέρω μπαμπά, δεν θα συμφωνούσες με αυτό, συγχώρεσε με. Αλλά μόνο αυτά με ηρεμούσαν. Μόνο αυτά με κρατούσαν ακόμα στη ζωή Μέχρι που μου έστειλες την Luna* …

Ναι μπαμπά, είμαι σίγουρη πως εσύ έστειλες την Luna στο σπίτι. Για να με βοηθήσει, να μου δώσει ξανά πίσω τη ζωή, την ελπίδα. Ήταν πρωί και ετοιμαζόμουν να πάω στο σχολείο, όταν άκουσα κλάμματα έξω από το σπίτι. Όταν άνοιξα τη πόρτα του σπιτιού, την αντίκρυσα. Ένα τόσο δα μικρό μαύρο κουταβάκι. Ήταν μόνο του και τρομαγμένο. Αμέσως το πήρα αγκαλιά και στο λαιμό του είδα μία μικρή ασημένια ταυτότητα που έγραφε “Luna”. Σαν ψέμμα, μου φάνηκε, τότε. Δίπλα του, υπήρχε ένα σημείωμα από το προηγούμενο ιδιοκτήτη που ανέφερε πως δεν μπορούσε να φροντίσει πια το σκύλο.

Από εκείνη την στιγμή, η μικρή Luna ήταν δική μου. Ήταν το δώρο σου προς εμένα, μπαμπά και σε ευχαριστώ πολύ.  Ένα μικρό θαύμα. Κανένας δεν μπορούσε να την πάρει μακριά μου. Ούτε η μαμά δεν είχε αντίρρηση να την κρατήσουμε, αν και παλιά δεν ήθελε σκύλο.

Το κουταβάκι έδωσε ξανά χρώμα στη ζωή μου. Σταμάτησα τα χάπια μπαμπά. Αλήθεια, δεν τα χρειάζομαι πια. Δεν φοβάμαι τα σκοτάδια. Η Luna φωτίζει τα σκοτάδια μου και είμαι καλά. Πάντα μένει δίπλα μου τα βράδια, μέχρι να κοιμηθώ. Είναι το καλύτερο σκυλάκι του κόσμου.

Μαζί με την Luna, ανέβηκα μετά από καιρό, ένα βράδυ στη ταράτσα. Μόνο οι δύο μας, μαζί με μία κουβέρτα. Την ίδια κουβέρτα που παίρναμε, όταν ανεβαίναμε μαζί, μπαμπά. Είδαμε με το σκύλο το φεγγάρι. Πόσο όμορφο ήταν, είχα ξεχάσει τη λάμψη του. Και τότε μπαμπά, είδα το χαμόγελό σου. Σου χαμογέλασα και εγώ. Με είδες;

Είμαι ξανά χαρούμενη, μπαμπά, εξαιτίας της Luna, εξαιτίας του δώρου σου.

Αλήθεια σου λέω μπαμπά. Δεν χρειάζεται να λυπάσαι πια για μένα. Είμαι καλά. Το επόμενο καλοκαίρι θα ταξιδέψω με τρένο στο εξωτερικό, όπως το ονειρευόμουν. Δεν θα είσαι εδώ, μπαμπά, αλλά ξέρω πως θα με βλέπεις από εκεί ψηλά. Δεν θα ξαναπάρω ποτέ χάπια. Σου το υπόσχομαι. Κάθε βράδυ θα ανεβαίνω στη ταράτσα μαζί με την Luna. Να μου χαμογελάς μπαμπά. Θα σε βλέπω.

 

 

* Luna: Στα Ισπανικά και στα Ιταλικά σημαίνει “φεγγάρι”.

 

Πηγή φωτογραφίας:

https://www.google.gr/search?hl=el&site=imghp&tbm=isch&source=hp&biw=1366&bih=662&q=%CF%86%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9&oq=%CF%86%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9&gs_l=img.3..0l5j0i30k1l5.3868.5225.0.5505.8.8.0.0.0.0.149.646.0j5.5.0….0…1.1.64.img..3.5.645.0.6Eu2KJp-6g8#imgrc=ABVrKSVPYDAvQM:

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;