“ΕΝΑ ΑΠΛΟ ΤΕΛΟΣ” της ΜΥΡΣΙΝΗΣ ΔΟΓΚΟΥΡΗ

COOKIE2

«Αυτό ήταν λοιπόν;» Ρώτησε χαμηλόφωνα μια λεπτή σχεδόν μελωδικά μελαγχολική φωνή, ενώ κόκκινα από το κλάμα μάτια έψαχναν τα δικά του. Χάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα μέσα τους πριν μιλήσει. Τι να πει;

                                    Τι να σου πω; Τι λένε τέτοιες στιγμές;

Είχε ξαναδεί αυτά τα μάτια να δακρύζουν μέσα στα χρόνια. Θυμήθηκε τη πρώτη φορά. Τον λόγο όσο και αν προσπαθούσε να τον θυμηθεί δε μπορούσε. Μόνο το πόσο πολύ είχε πονέσει η καρδιά του βλέποντας τα δάκρυα. Μέσα του σκίρτησε ξανά εκείνο το γνώριμο αίσθημα τύψεων, καθώς πέρα από απόγνωση, είχε φωλιάσει μέσα του μια απέραντη υποχθόνια ευχαρίστηση. Επειδή μπορούσε να επηρεάσει τόσο έναν άλλο άνθρωπο. Που του είχε δοθεί απλόχερα η δύναμη να επέμβει στη ψυχή ενός άλλου όντος και να την αλλάξει. Με μια του κουβέντα, με μια του κίνηση, μπορούσε να την κάνει να γελά, να τρέμει, να σκιρτά, να διαλύεται. Σχεδόν σα μάγος…                                                                                 Αυτό τότε, με παιδικό ενθουσιασμό, το είχε ονομάσει αγάπη. Είχε ανάγκη να του ανταποκρίνεται, να τον αγαπά. Τότε…

                                Ακόμη έχω την ίδια ανάγκη… απλά τώρα δε μπορώ…

«Αυτό ήταν» Μουρμούρισε την απάντηση ενώ κατέβασε το βλέμμα και με αργές κινήσεις έβαλε στη βαλίτσα του το αγαπημένο του μαύρο πουλόβερ. Δε κοιτούσε πια, δεν ήθελε. Κατάλαβε ότι εκείνη κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

                                              Γιατί δε πάς μια βόλτα;  Άσε με μόνο μου…

Την ένιωθε να τον παρατηρεί όσο εκείνος δίπλωνε τα πουλόβερ που είχε μαζέψει στοίβα δίπλα του, ενώ πήρε το πακέτο από το κομοδίνο και άναψε ένα τσιγάρο. Διακινδύνεψε μια κλεφτή ματιά. Μακριά καλοσχηματισμένα δάχτυλα έπαιζαν αμήχανα με το τσιγάρο.

«Τα νύχια μιας γυναίκας πρέπει πάντα να δείχνουν περιποιημένα» Ήταν η απάντηση της κάθε φορά που της γκρίνιαζε ότι τον ενοχλούσε η μυρωδιά από το βερνίκι. Μόνο που τώρα ήταν φαγωμένα με μανία.

«Με ερωτεύτηκες; Με αγάπησες;» Η ξαφνική ερώτηση τον τάραξε, τραβώντας τον με βία έξω από τη θύμηση.

                        Τι με ρωτάς; Τι είδους απάντηση περιμένεις;

Μια τόσο απλή ερώτηση που όμως κουβαλούσε όλη την αλήθεια ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Μια ερώτηση που μπορούσε να εξηγήσει χρόνια καταστάσεων, που μπορούσε να ορίσει το παρελθόν και να επηρεάσει το μέλλον ενός ανθρώπου. Οι λέξεις είναι σκληρές για να δώσει τη σωστή απάντηση. Οι λέξεις δε μπορούν να περιγράψουν σωστά τα συναισθήματα όσο πλούσια και αν είναι μια γλώσσα.

 Οι άνθρωποι είναι σκληροί όχι λέξεις…                                                                                                                                                   

«Από το πρώτο λεπτό. Ακόμη σε αγαπάω» Απάντησε χαμηλόφωνα. Ήταν κουρασμένος. Τόσο που δεν άντεχε να μιλήσει δυνατά. Η ψυχή και το σώμα του ήταν ξαφνικά χιλίων ετών.

«Το ξέρεις σωστά;» Τη ρώτησε και τα χέρια του έτρεμαν ενώ άνοιγε το πρώτο συρτάρι της ντουλάπας του.

«Το ξέρω…» Άκουσε τη πονεμένη της απάντηση. «Δυστυχώς το ξέρω…»

Έρωτας… Τι είναι τελικά; Ποια μαγική δύναμη ενώνει δυο ανθρώπους σε τέτοιο βαθμό που να μην αντέχουν ο ένας χωρίς τον άλλο. Δυο άνθρωποι που μεγάλωσαν χώρια, έζησαν τη ζωή τους δίχως να έχουν την παραμικρή ιδέα ύπαρξης του άλλου, ξαφνικά ενώνονται και νιώθουν σα συγκοινωνούντα δοχεία.

Είναι οι συνθήκες που επιτρέπουν να συμβεί;

Είναι οι ταυτόχρονα ίδιες ανάγκες;

Και φεύγει όπως ήρθε σα κλέφτης;

Επειδή αλλάζουν οι καταστάσεις και πλέον δε περνά καλά, αλλάζει και αυτός;

Είναι τελικά ο έρωτας αλτρουιστικό ή εγωιστικό συναίσθημα;

Με μία ανυπότακτη παρόρμηση άφησε τα ρούχα που κρατούσε πάνω στο κρεβάτι και πλησίασε με το χέρι απλωμένο. Ακούμπησε με το δείκτη του προσεκτικά το δεξί γατίσιο μάτι που έκλεισε αντανακλαστικά. Πανέμορφα πράσινα εκφραστικά μάτια. Μάτια που πότε γελούσαν, πότε αναρωτιούνταν και πότε-πότε κοιτούσαν καχύποπτα τη ζωή. Εκείνον όμως τον κοιτούσαν πάντα με αγάπη. Ακόμη και τώρα…

Πέρασε τα δάχτυλα του από το μάγουλο της και το έκλεισε απαλά στη παλάμη του.

«Γιατί το κάνεις αυτό;» Τον ρώτησε με τα μάτια κλειστά πιέζοντας το μάγουλο στη παλάμη του. Τόση ομορφιά…  «Γιατί με αγγίζεις;» η φωνή της έσπασε κάτω από το βάρος του παράπονου.

«Γιατί θέλω να κρατήσω τη μορφή σου. Να σε θυμάμαι… » Απάντησε εκείνος  τρυφερά.

«Φτάνει» Έφυγε από το χέρι του. Σηκώθηκε αργά. Δε τον κοίταξε.  Ένιωσε τη ζεστή ανάσα πάνω στο πρόσωπο του.

«Κοίταξε με» Παρακάλεσε. Τα πράσινα μάτια κοιτούσαν ακόμη το πάτωμα.                                     «Σε παρακαλώ» Ικέτεψε σιγανά.                                                                                                               «Γιατί;»

«Γιατί θέλω να δω για μια ακόμη φορά την αλήθεια» ψιθύρισε. Άκουσε ένα απαλό γέλιο.

«Μη ψάχνεις να βρεις την αλήθεια στα μάτια μου. Είναι λάθος ότι τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Τα μάτια λένε τα μεγαλύτερα ψέματα» Του είπε ενώ απαλά δάχτυλα τυλίχτηκαν γύρω από τον καρπό του.

«Μπορώ να σε κοιτάζω με απάθεια, με ειρωνεία, ακόμη και με απέχθεια» Αυτά τα υπέροχα δάχτυλα οδήγησαν το χέρι του και το ακούμπησαν απαλά στο στήθος, στο σημείο της καρδιάς.

«Εδώ είναι όλη η αλήθεια» Άκουσε ενώ ένιωσε κάτω από τη παλάμη του μια καρδιά να χτυπά δυνατά και γρήγορα. Έκλεισε τα μάτια, κράτησε την ανάσα του και έμεινε εκεί να αφομοιώσει τη στιγμή.

           Νταμπούμ,  νταμπούμ,  νταμπούμ, νταμπούμνταμπούμνταμπούμ

 

«Πάω να κάνω καφέ» Συνέχισε ενώ τον έσπρωξε απαλά και απομακρύνθηκε.

«Με πονάει ο χωρισμός…» Ψιθύρισε σιγανά της λέξεις ενώ έφευγε μακριά του. Κατάλαβε ότι τον άκουσε μόλις είδε τη φιγούρα να κοκαλώνει μερικά δευτερόλεπτα στη θέση της πριν ξανά ξεκινήσει να απομακρύνεται.

Συνέχισε να φτιάχνει τα πράγματα του στη μεγάλη καφέ βαλίτσα. Άφησε τον εαυτό του να βυθιστεί μέσα στις καφετιά νερά που έκανε το δέρμα και θυμήθηκε… Το μυαλό του ξαναγύρισε στην ημέρα που γνωρίστηκαν. Μία μέρα αδιάφορη όπως όλες. Μια μέρα που ξεκίνησε και συνεχίστηκε όπως κάθε φορά χωρίς να προμηνύει τίποτα.

Μέχρι τη στιγμή που την είδε να πλησιάζει.  Ήταν χαμογελαστή και όμορφη, με τον ήλιο να πέφτει στα μαλλιά της και ένα γαλάζιο φόρεμα που χόρευε στο ελαφρύ αεράκι. Η εικόνα της όπως και τότε, τόσα χρόνια μετά πήρε ένα χτύπο της καρδιάς του.

«Καλύτερα να μην είχαμε γνωριστεί ποτέ;» μουρμούρισε ασυναίσθητα.

«Ίσως» Την άκουσε να απαντά ενώ πλησίασε, τον προσπέρασε και ξανακάθισε στην ίδια άκρη του κρεβατιού. Με τα ακροδάχτυλα της χάιδεψε απαλά τη λευκή πικέ κουβέρτα. Δεν τον κοιτούσε. Έφερε στα χείλη της τη κούπα που κρατούσε και ήπιε μια γουλιά καφέ.

Ενώ έβαζε τα πουκάμισα του προσεκτικά στη βαλίτσα τη προσοχή του τράβηξε η μελωδία που πλανιόταν στα σιωπηλά δωμάτια του μικρού τους σπιτιού.

«Το βαλς των χαμένων ονείρων» Ψέλλισε. Άκουσε ένα βραχνό απαλό γεμάτο πίκρα γέλιο.

«Γιατί αυτό;» Ρώτησε.

«Γιατί αυτό να είναι το αγαπημένο σου τραγούδι;» Ήθελε να συνεχίσει να μιλά, να ξεχαστεί σε μια συζήτηση. Να νιώσει ότι όλα ήταν όπως πριν… ότι όλα θα πάνε καλά… πως σε αυτή τη μικρή πορεία του στη ζωή θα είχε πάντα εκείνη μαζί του. ‘Ήξερε όμως ότι η γνωριμία τους, ο έρωτας τους, οι στιγμές τους, για ετούτο το πέρασμα του από αυτόν τον κόσμο είχε τελειώσει.

«Γιατί έχει μια γλυκιά μελαγχολία» Του έδωσε την απάντηση ενώ σήκωσε το βλέμμα και είδε το όμορφο πρόσωπο της μπροστά του… μαύρα λίγο πιο κάτω από τους ώμους μαλλιά. Είχε περάσει πολλές ώρες να μπερδεύει τα δάχτυλα του ανάμεσα τους. Απαλά σα μετάξι, γυαλιστερά. Τα δάχτυλα του μυρμήγκιασαν στην ανάμνηση.

                                                   Γιατί το κάνω αυτό, γιατί;

«Αυτό το τραγούδι μου θυμίζει ότι όλοι φεύγουν στο τέλος. Μου θυμίζει ότι μαζί τους φεύγουν και τα όνειρα που έκανα» Έσπασε την ανάμνηση η απαλή φωνή της, πριν πάρει μια μεγάλη ρουφηξιά από το τσιγάρο που είχε αφήσει στο τασάκι δίπλα της.

«Μου θυμίζει κυρίως τα όνειρα που ποτέ δε τόλμησα να κάνω. Τα όνειρα που φοβήθηκα να κάνω» Εξήγησε φυσώντας το καπνό του τσιγάρου. Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από τη μεγάλη λάμπα στο κομοδίνο. Ο καπνός πέρασε σα πέπλο μπροστά από το κίτρινο φώς, πριν διαλυθεί και γίνει και αυτός παρελθόν.                                                                                                                                                                «Μπορείς ακόμη να κάνεις όνειρα» Το πίστευε. Ένας τέτοιος άνθρωπος με τόση ζωντάνια, με τόσο κέφι και αγάπη για τη ζωή, ποτέ δε θα σταματούσε να ονειρεύεται.

«Φυσικά και μπορώ» Χαμογέλασε εκείνη ειλικρινά αλλά η πίκρα στη φωνή της δε μπορούσε να κρυφτεί.

«Αλλά όχι μαζί σου» Συνέχισε ενώ αυτά τα μάτια τον κοιτούσαν τόσο θλιμμένα. Όλη η λάμψη είχε χαθεί από μέσα τους. Ήταν τα μάτια ενός βαθιά πληγωμένου ανθρώπου. Τα μάτια εκείνου που θέλει να κοιμηθεί. Να αφήσει το μυαλό και τη συνείδηση του να κρυφτεί μέσα σε ένα  βαθύ όνειρο για να ξεχαστεί. Να ξεχαστεί μέσα σε ένα μικρό θάνατο.

 Να ξυπνήσω μόνο όταν οι μνήμες δε πονάνε πια…

«Τα όνειρα μαζί σου πλέον με πονάνε» Προσπάθησε να της εξηγήσει χαμηλόφωνα. Αυτή ήταν η αλήθεια. Το ήξεραν και οι δύο. Τα όνειρα που είχαν κάνει μέσα σε αυτό το μικρό χαριτωμένο διαμερισματάκι, τους πονούσαν σα χιλιάδες κομμάτια γυαλί που μπαίνουν με βία στη σάρκα μετά από ένα μεγάλο θανατηφόρο ατύχημα. Αυτό είχε συμβεί. Η πραγματικότητα είχε συγκρουστεί μαζί τους σε μια σφοδρή μετωπική σύγκρουση.                «Αλλά εξακολουθώ να σε αγαπώ» Παραδέχτηκε ενώ ένα μόνο δάκρυ ξέφυγε από τα μάτια του.

Αγαπώ… μια τόσο μικρή αλλά τόσο βαριά λέξη. Κουβαλά μέσα της τόσα διαφορετικά συναισθήματα. Όμως αν τελικά το καλοσκεφτείς, οι λέξεις κουβαλάνε τόση καρμική ειρωνεία. Αγαπώ…

Α και Ω…

Αρχή και τέλος.

Στο μυαλό του πήρε εικόνα και πλαισιώθηκε με έντονα σαν από νέον χρώματα η αρχή του δικού τους τέλους..

Ένα απαλό μπλέξιμο των χεριών.                                                                                                                «Χαίρομαι που σε γνωρίζω»


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;