“Ένα ακόμη τσιγάρο” της Ελευθερίας Ξανθοπούλου

Η σχέση μου με το τσιγάρο, από την εφηβεία μου ακόμη, είναι σχέση λατρείας πάθους και απελπισίας. Έζησα περισσότερο με το τσιγάρο απ’ ότι με τη μάνα μου.  Έφτασα στο δίλημμα τσιγάρα ή γάλα για τα παιδιά μου. Καμία μου σχέση με άνθρωπο, αγαπημένο ή εχθρό, δεν έχει τόση ένταση και καμία σκέψη δεν μ’ απασχολεί τόσο όσο να σταματήσω το κάπνισμα.

Για τίποτα άλλο δεν προσευχήθηκα τόσο όσο να κόψω το τσιγάρο, επειδή είναι ένας ανούσιος λόγος να πεθάνει κανείς. Κατά καιρούς βέβαια σταματάω, ελευθερώνομαι από τη συντροφιά του και την πίκρα του.

Συνήθως όμως  καταπίνω τον καπνό με βουλιμία  σαν να κρίνεται η επιβίωσή μου από την εισπνοή του καπνού, ο  αέρας που χρειάζομαι για να ζήσω.

Και τις  φορές που δεν  το παίρνω μαζί μου, σίγουρη πως δεν έχω ανάγκη,  το ψάχνω σε άγνωστους συνδαιτημόνες, σε αντιπαθητικούς γνωστούς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χαιρέτησα γείτονες που δεν θέλω να τους ξέρω μόνο και μόνο να ζητιανέψω ένα τσιγάρο. Πίσω από την πλάτη μου πολλοί θα συζητάνε όμως δεν είναι από καρμιριά να αγοράσω ένα πακέτο όσο η σκέψη ότι αν δεν έχω δεν θα καπνίσω.

«Μου δίνεις ένα τσιγάρο» λέω με ντροπή και θυμάμαι τους τρόφιμους ασύλου που επισκέφθηκα κάποτε και το μουρμουρητό τους ή την κραυγή τους «έχεις κανένα τσιγάρο;». Μια απόγνωση  για ένα τσιγάρο στα χείλη.

Όμως αυτό που μου συνέβη πριν μερικές ημέρες ξεπέρασε κάθε ανθρώπινη σκέψη ή συμπεριφορά ή ανάγκη.

Πέθανε ένας αγαπημένος θείος. Αιωνόβιος σχεδόν, ήταν το παράδειγμα που χρησιμοποιούσα όταν έλεγε κάποιος ότι το κάπνισμα βλάπτει.

«Να ο θείος μου καπνίζει ογδόντα χρόνια περίπου, μια χαρά είναι».

Πολλοί αντέτειναν ότι είναι από τις  εξαιρέσεις και ότι αυτό οφείλεται στον οργανισμό του και στη  ζωή που έκανε.

Το βράδυ της ξαγρύπνιας, γυναίκες μαυροφορεμένες, πίναν καφέδες, τρώγαν κουλουράκια και λέγαν διάφορες ιστορίες, κυρίως για τον πεθαμένο, πόσο καλός ήταν, τι έκανε, τι είπε και άλλα από την καθημερινότητά του.

Ένα θέμα που εξέταζαν με επιμέλεια  ήταν  τα ταφικά έθιμα που τηρούνται σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Άλλοι βράζουν σιτάρι σκέτο, άλλοι το στολίζουν, βάζουν ή δεν βάζουν κρασί ή λάδι στον τάφο και αλλού διαβάζουν όλη νύχτα ψαλμούς για την ψυχή του μακαρίτη.

Αυτό όμως που κάνουν από πολύ παλιά είναι τα κτερίσματα. Σήμερα αν χρειαζόταν ο θείος να πάρει στον άλλο κόσμο κάτι αγαπημένο αυτό θα ήταν τα τσιγάρα του. ΄Ετσι η νύφη του σπιτιού έφερε το τελευταίο πακέτο του. Ένα μπλε πακέτο με τον αριθμό εικοσιδύο επάνω, ανοιγμένο στο ασημόχαρτό του, έλειπαν   τρία τέσσερα τσιγάρα. Το έβαλε, τυχαία ή όχι δεν έχει σημασία,  δίπλα στο δεξί του  μπράτσο, την έβλεπα που  πατίκωνε το πακέτο  να το κρύψει.

Ήταν από τις ημέρες που πάλι είχα σταματήσει το κάπνισμα. Φοβόμουν πως δεν θα άντεχα την  πίεση και τη φλυαρία του συγκεντρωμένου κόσμου  αν δεν κάπνιζα ένα τσιγάρο. Όταν ήμουν ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους χρειαζόμουν οπωσδήποτε ένα τσιγάρο. Αλλιώς δεν άντεχα.

Όταν ήμουν μόνη ήμουν ελεύθερη. Ποτέ δεν κάπνισα διαβάζοντας ή ακούγοντας μουσική.

Τέλος πάντων άρχισα να νιώθω την ανάγκη για τσιγάρο, ήταν και η  συγκίνηση και η θλίψη για αυτόν που έφευγε, φορτωνόμουν και τον πολύ κόσμο, ίσως και να ξύπνησε η λαχτάρα επειδή είδα ένα γεμάτο πακέτο να χαραμίζεται.

Άρχισα  πάλι να σκέφτομαι το κάπνισμα, ένα τσιγαράκι, φανταζόμουν το .θείο όταν κάπνιζε, και τώρα  έκανα μια σκηνή στο μυαλό μου, να καπνίζει ο νεκρός έτσι ξαπλωμένος μέσα στα άσπρα και κόκκινα πέταλα.

Μέσα στην ιεροσυλία το μυαλό μου και στην νικοτίνη. Πώς δεν πρόλαβα να πάρω ένα τσιγάρο πριν το βάλουν στην κάσα. Θάλεγα απλά «Τούλα δώσε μου ένα τσιγάρο», αλλοίμονο δεν το σκέφτηκα. Αλλά ντρεπόμουν κιόλας δεν ξέρω αν το έλεγα.

Έπρεπε να προνοήσω, να έχω τσιγάρα μαζί μου αφού  ήξερα ότι στον πολύ κόσμο το χρειαζόμουν αλλά και λόγω της περίστασης.

Τι πιο απλό από το να έχω ένα πακέτο, έστω ένα τσιγάρο.

Η σκέψη έγινε εμμονή, δεν έβλεπα ποιος έμπαινε, αν έκλαιγε κανείς, έσκυψα το κεφάλι και ήθελα απεγνωσμένα ένα τσιγάρο. Και πού να βρω τώρα, όλα είναι κλειστά και δεν καπνίζει και κανείς από τους ζωντανούς.

Σαν τους τρόφιμους του ασύλου  «ένα τσιγαράκι»;

Κοίταζα το δεξί χέρι του νεκρού και μια στιγμή το πρόσωπό του, ήρεμο, δεν χρειαζόταν τσιγάρο, δεν θα τον μάλωνε κανείς αν κάπνιζε. Συγκεντρώθηκα στα κιτρινόχρωμα χρυσάνθεμα στο στήθος του.

Ήταν ιεροσυλία άραγε αν έκλεβα για μια τελευταία φορά ένα τσιγάρο από το εικοσιδυάρι του; Αν ήταν ζωντανός δεν θα ήταν.

Χρειαζόμουν ένα τσιγάρο, μερικές ρουφηξιές, έπρεπε να βρω να καπνίσω, μπορούσα να βρω αλλά εκεί που ήταν, ήταν μπερδεμένο το πράγμα.

Και ήθελα να το ονοματίσω, ήταν κλοπή, ιεροσυλία, παραλογισμός ή ξεπεσμός. Το δίλημμα ανάμεσα στην  ανάγκη και στην  ενοχή ήταν οδυνηρό. Πονούσαν τα πνευμόνια μου, το σάλιο μου μαζευόταν στον ουρανίσκο. Έπρεπε να έχω τσιγάρα μαζί μου.

Το αποφάσισα, θα πάρω ένα τσιγάρο από το πακέτο, τίποτα δεν ήταν, μια φλυαρία του νου που ποτέ δεν βοηθάει. Μια προσπάθεια ακόμη να το κόψω θα πήγαινε χαμένη. Ένα τσιγαράκι μόνο. Άλλωστε το έκοψα τόσες φορές. Άλλη μία τι έγινε.

Σχεδίαζα πια τον τρόπο,  μήπως να ζητούσα να το βγάλουν να πάρω ένα και να το ξαναβάλουν στη θέση του; ΄Ηταν ντροπή, θα με αγριοκοίταζαν, άσε που θα με έκριναν χαζή, ήρθα σε μια κηδεία και εγώ είχα άλλον καημό.

Να το έπαιρνα μόνη μου, φοβόμουν και λίγο να βάλω το χέρι μου δίπλα στο παγωμένο του νεκρού, και αν τον ακουμπούσα; Για ένα τσιγάρο μπορούσα να ξεχάσω και τις θανατικές φοβίες μου. Το κάπνισμα πιο δυνατό από τους φόβους μου.  Και μπορεί να μην με τρομάζει τόσο ο θάνατος τελικά. Τα πάντα μπορούσα να κάνω.  Έστω για μια ρουφηξιά. Ένιωθα τη γλώσσα μου πρησμένη και στεγνή. Αρχισα να σφίγγω το σαγόνι μου, έφτασα στο όριο της εξάρτησης.  Κάτι πρέπει να κάνω. Δεν θα ζητούσα να βγάλουν το πακέτο. Αν ήταν μόνη η Τούλα κάτι θα γινόταν, αλλά με τόσες μοιρολογίστρες  αποκλείεται.

Θα  το πάρω μόνη μου.  Το πακέτο ήταν μαλακό και είχε άνοιγμα από πάνω, θα έκανα ότι διορθώνω τάχα τα λουλούδια, να σηκώσω λίγο το μαλακό κουτάκι, να το γείρω στην παλάμη μου, υπήρχε το κενό από τα τρία τέσσερα που έλειπαν. Επιτέλους το έχω στην παλάμη μου, κλείνω την παλάμη σφιγμένη γροθιά με το κυλινδράκι καπνού μέσα και αυτό ήταν, θα έβγαινα έξω να ζήσουμε για λίγο μαζί.

Το μυαλό μου διόρθωνε τις κινήσεις που έπρεπε να γίνουν. Ξεκίνησα να χαϊδεύω τα  χρυσάνθεμα και να γέρνω το κεφάλι.  Σε άλλη περίπτωση μπορεί και να γελούσα. Ακούμπησα το σκληρό χαρτί του πακέτου, η ζελατίνα του στραφτάλισε λίγο αλλά ο θόρυβος δεν έφτασε στους άλλους. Το πάτησα λίγο να ξεχωρίσω το κενό, κοίταξα τριγύρω  και μετά έσκυψα το μέτωπό μου στην δεξιά παλάμη, η αριστερή ψαχούλευε την κάσα.

Με μπούκωσε η μυρωδιά από τα κομμένα λουλούδια, κάρφωσα τα μάτια  στις μαυροφορεμένες  για να κρατώ το βλέμμα τους μακριά από τα χέρια μου.

Έπιασα το πακέτο και με το δείκτη βρήκα το άνοιγμα. Τράβηξα προς το κενό ένα τσιγάρο και τώρα έπρεπε να το βγάλω. Το τράβηξα έξω από το κουτί, το είχα στην κλειστή παλάμη μου. Ένιωσα ανακούφιση που δεν ξέφυγε  μέσα στην κάσα. Ώρες ήταν να ψάχνω κάτω από τα πέταλα, κάτω από το παγωμένο χέρι. Κρατώντας τα προσχήματα έκατσα μερικά δευτερόλεπτα στην ίδια θέση και σκύβοντας πάλι το κεφάλι, κρατώντας σφιχτά τα χέρια   και τα δύο  για να μη φαίνεται καμία διαφορά, βγήκα έξω. Πήρα ένα μισολιωμένο κερί από αυτά που έκαιγαν και τραβήχτηκα σε μια εσοχή με παράθυρο. Μου άρεσε η ζέστη του.

Η πρώτη ρουφηξιά μου ΄φερε  ζαλάδα, είχα έξι μέρες να καπνίσω, ένιωσα το αίμα  να  φτάνει στα άκρα μου…

Ακούμπησα στο περβάζι και ο αγκώνας χτύπησε σε κάτι μεταλλικό. Μια ταμπακέρα, ασημένια με  ένα πράσινο σπιτάκι ζωγραφισμένο. Τίνος ήταν; Κάτι κατρακύλησε μέσα. Ειρωνεία. Ούτε που την άνοιξα.

Πήγα, με τον αέρα πια γυναίκας που ασχολείται με τα ανθρώπινα και τις εκδηλώσεις τους, κοντά στον νεκρό, τι κι αν με έβλεπαν τώρα, και άδειασα το πολύτιμο εικοσιδυάρι μέσα στο πράσινο σπιτάκι.

Τώρα τα τσιγάρα ήταν ασφαλή σε μεταλλικό κουτί. Καμιά βροχή, λάσπη ή ερπετό δεν θα μορούσε να τα καταστρέψει. Τα τσιγάρα θα έμεναν εκεί για χρόνια, θα έμεναν ανέπαφα ακόμη και μετά από πολλούς θανάτους. Και πάλι μπορεί κάποιος να χρειαζόταν ένα τσιγαράκι.

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;