“Διαφορετικά Ίδιος” της Ματίνας Λευκοπούλου

Σε ένα ακόμα από εκείνα τα ύπουλα δροσερά πρωινά της άνοιξης ,
Και λέω ύπουλα γιατί γνώριζαν για το ζεστά δύσκολο μεσημέρι που ακολουθούσε,
σηκώθηκε από το κρεβάτι και ετοιμάστηκε με την συνηθισμένη βιασύνη της για να φύγει για την δουλειά.
Κλείδωσε την πόρτα πίσω της, κατέβηκε γοργά τα σκαλιά χωρίς να ανασηκώσει το βλέμμα της από την οθόνη του κινητού της και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα. Ποτέ δεν ξεχνούσε βέβαια πριν φύγει, να ελέγξει το γραμματοκιβώτιο της και να βεβαιωθεί για μια τελευταία φορά ότι δεν είχε ξεχάσει τίποτα.
«Κλειδιά, πορτοφόλι, γυαλιά, χαρτιά, κινητό»
«Όλα εδώ»
Και τώρα ήταν η στιγμή για το γραμματοκιβώτιο. Πάντοτε αναστέναζε ελαφρά στο σημείο αυτό και το χαμόγελο που κοσμούσε τα χείλη της τόση ώρα, άρχιζε δειλά-δειλά να υποχωρεί.
«Γαμώτο» αναφώνησε καθώς της έπεφταν τα γυαλιά της από το κεφάλι στη προσπάθεια να φτάσει το γραμματοκιβώτιο για να το ξεκλειδώσει
Δεν της έφτανε που θα ερχόταν για άλλη μια φορά αντιμέτωπή με λογαριασμούς και οφειλές,
έπρεπε να κάνει και μύτες για να φτάσει.
Βλέπετε το γραμματοκιβώτιο της ήταν το πάνω-πάνω δεξιά.
Και πόσο το σιχαινόταν καθώς τις θύμιζε όλα εκείνα τα γιουχαΐσματα και τις προσβολές που είχε δεχτεί με τα χρόνια για το ύψος της.
«Έλεος» ψιθύρισε.
«Χάθηκε να είναι κανένα γράμμα από κάποιον ξεχασμένο μου παιδικό έρωτα;»
Έκλεισε απότομα το γραμματοκιβώτιο και βγήκε από την πολυκατοικία βιαστικά. Δεν αμελούσε ποτέ να χαιρετήσει τον κ. Νίκο, που εκείνη την ώρα άνοιγε το μαγαζί του απέναντι, ενώ αυτός της αποκρινόταν με το κλασσικό ελαφρύ νεύμα του που αποτελούσε πάντοτε τον πρώτο σταθμό στο καθημερινό της ταξίδι.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν μια αρκετά βαρετή διαδρομή.
Σπίτι, δουλειά, σπίτι, δουλειά.
Όλα τα μαγαζιά είχαν ακόμα κατεβασμένα τα στόρια, μιας και το ρολόι δεν είχε δείξει οχτώ ακόμα, ενώ το τοπίο δεν περιείχε τίποτα περισσότερο από γκρίζα πελώρια κτήρια, έρημα πεζοδρόμια και αγουροξυπνημένες φάτσες.
Ακόμα και ο ήλιος δεν φαινόταν καθαρά, σαν και αυτός ακόμα να μην είχε ξυπνήσει καλά.
Όμως τίποτα δεν την πτοούσε.
Όχι τόσο αυτήν, όσο την φαντασία της.
Πίσω από όλα αυτά τα κλειστά παράθυρα και τους μίζερους ανθρώπους που συναντούσε κάθε πρωί, η φαντασία της έπλεκε και ζωντάνευε μπροστά της ποικίλες ιστορίες, δίνοντας στην διαδρομή αυτή μια πιο παιχνιδιάρικη – και αδιαμφισβήτητα πιο ενδιαφέρουσα- χροιά.
Οι συζητήσεις που έσπαγαν την σιωπή της νύχτας πριν μερικές ώρες στους δρόμους αυτούς -και που αν προσέξεις πολύ καλά μπορείς ακόμα και τις πρωινές ώρες να διακρίνεις την ηχώ τους- , αλλά και τα φιλιά που στόλιζαν την σιγή της νύχτας έπαιρναν μορφή για λίγα λεπτά τόσο έντονά μπροστά της. Μερικές φορές θα της ξέφευγε κάποιο χαμόγελο, ή κάποιο πονηρό δάγκωμα των χειλιών αν η χθεσινή νύχτα ήταν λίγο,
Πιο άτακτη,
ή μερικές σταγόνες ιδρώτα.
Αν,
ξέρεις.
Πόσο διαφορετική έμοιαζε η διαδρομή κάθε φορά. Κάθε μέρα τα κτίρια είχαν διαφορετικό χρώμα, τα πουλιά τραγουδούσαν διαφορετικό τραγούδι, ο αέρας μύριζε διαφορετικό παρελθόν και όλα μαζί πλαισίωναν τόσο αρμονικά την ιστορία της.
Καθώς περίμενε στη διάβαση τα γνωστά 192 δευτερόλεπτα, άκουσε τα αναφιλητά μιας κοπέλας λίγο πιο δίπλα της, κουλουριασμένη σε ένα παγκάκι με το κεφάλι στα γόνατα. Παρατηρώντας της στα υπόλοιπα 136 δευτερόλεπτα που της είχαν μείνει, δεν μπορούσε να διακρίνει καμία κίνηση πέρα από το ανεβοκατέβασμα του θώρακα της που συνόδευε χορευτικά τα δάκρυα της.
Είχαν μείνει μόνο 67 δευτερόλεπτα πλέον όταν ξαφνικά άκουσε μια φωνή.
«Χριστίνα, που είσαι;» Η φωνή ερχόταν από μακριά και δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα περισσότερο από μία σκοτεινή φιγούρα να πλησιάζει. Η φωνή ήταν σίγουρα αντρική, και ο τόνος της ήταν ανήσυχος και σχεδόν τρομαγμένος.
«Πρέπει να την νοιάζεται πολύ» συλλογίστηκε.
Στο άκουσμα του ονόματος της, τα αναφιλητά σταμάτησαν σε μια προσπάθεια να μην προδοθούν αμέσως τα δάκρια που ακόμα κυλούσαν από τα μάτια της.
Δεν ανασήκωσε ποτέ το κεφάλι της, παρά μόνο τη στιγμή που αυτός την πλησίασε αρκετά και ένιωσα απαλά το χέρι του στην πλάτη της.
Ναι, το βλέμμα της τα έλεγε όλα.
Κάτι από παράπονο, αλλά με πολύ ανακούφιση μαζί.
Κοιτάχτηκαν για 13 δευτερόλεπτα, και μετά αυτός την πλησίασε και την φίλησε.
Δεν πρόλαβε όμως να δει ποτέ τη συνέχεια.
Άραγε ήταν το στοργικό φιλί στο μέτωπο για να στερέψουν τα δάκρυα;
Ή κάτι με περισσότερο πάθος για να σβηστεί κάποιο λάθος;
Της είχαν μείνει όμως τόσα λίγα δευτερόλεπτα, που ξανά γύρισε το βλέμμα της στο δρόμο και μόλις το φανάρι άλλαξε πέρασε απέναντι. Ένιωσε το κινητό της να δονείται στο χέρι της, αλλά δεν έδωσε σημασία.
«θα σταματήσει, που θα πάει» σκέφτηκε καθώς δεν ήθελε να διακόψει το ταξίδι της.
Σε λίγο θα έφτανε σε ένα από τα πιο όμορφα σημεία της διαδρομής της. Εκεί όπου μετά από πολλές βαρετές διαβάσεις και μικρά στενάκια, στα οποία ούτε ουρανό δεν ξεχώριζες από τα πελώρια σώματα των πολυκατοικιών, υπήρχε ένα μισογκρεμισμένο νεοκλασικό κτήριο –που σαν να μύριζε ακόμα το γνωστό γλυκό τριαντάφυλλο της σπιτονοικοκυράς που συνόδευε κάθε γιορτινό τραπέζι- και σου επέτρεπε να αγναντέψεις για λίγο πίσω από το συνεχόμενο τοίχος των πολυκατοικιών. Τις καθαρές μέρες το μάτι σου άγγιζε και θάλασσα. Μια τέτοια μέρα ήταν και αυτή, αφού πλέον ο ήλιος είχε ξυπνήσει για τα καλά.
Κοντοστάθηκε για λίγο και κοιτούσε, σχεδόν χαμένη, πάνω από το μισογκρεμισμένο σπίτι προσπαθώντας να φανταστεί τον ήχο που θα έκανε η θάλασσα σαν έσκαγε ένα δειλό κύμα στην τσιμεντένια ακρογιαλιά.
Κάτι την τρόμαξε στο αταίριαστο αυτό τοπίο και σύντομα επέτρεψε τις αισθήσεις της να επανέλθουν στην πραγματικότητα. Καθώς ο ήχος της θάλασσας απομακρυνόταν από τα αυτιά της, καινούργιοι ήχοι ξεπροβάλαν. Ήταν κάτι σαν,
Σαν γέλιο,
ντυμένο με πολύ ενθουσιασμό.
Ίσως και μια δόση ανακούφισης.
Κοίταξε γύρω της και σαν να ξεχώρισε δύο φιγούρες καθισμένες στα σκαλάκια της εισόδου του νεοκλασικού σπιτιού.
Έκανε μερικά βήματα πιο κοντά για να μπορέσει να δει καλύτερα.
Χαμογελούσαν τόσο έντονα και οι δύο, ενώ μπορούσες να διακρίνεις και μερικά στεγνά δάκρυα στα μάγουλα τους. Η μία κρατούσε σφιχτά το κινητό στο χέρι της και κάθε τόσο το κοιτούσε και το χαμόγελο της αναζωπυρωνόταν. Η άλλη καθόταν δίπλα της και με το χέρι περασμένο στον ώμο της την αγκάλιαζε, και όταν κάποια καινούργια δάκρυα ξεπρόβαλαν, της έκλεβε και ένα φιλί στο μάγουλο. Αυτή γελούσε περισσότερο.
«Ναι, σίγουρα από δω έρχεται το γέλιο» σκέφτηκε, και κάθισε να της παρατηρήσει λίγο ακόμα. Κάτι την τραβούσε.
Να ήταν τα τόσο αληθινά χαμόγελα;
Ποιος ξέρει!
Διαβάζοντας τα χείλη τους μπορούσε να διακρίνει ένα επαναλαμβανόμενο «Δεν το πιστεύω» που συνοδευόταν πάντα από λίγο πιο έντονα γέλια, και κάποιες σκόρπιες λέξεις όπως «αξίζεις» , «πήραν» και « έξω». Προσπάθησε να επικεντρωθεί περισσότερο για να ξεκλέψει μερικές ακόμα λέξεις και να μπορέσει να χτίσει την ιστορία τους, όμως τα γέλια που διέκοπταν τον διάλογο τους δεν της επέτρεπαν.
Δεν της άρεζε να μένουν κομμάτια θολά στην καθημερινή ιστορία της γιατί ήξερε πως δεν θα είχε την ευκαιρία να τα ξεδιαλύνει ποτέ.
Και σήμερα δεν τα πήγαινε καθόλου καλά.
«Όχι!» αναφώνησε με το που κοίταξε μηχανικά το ρολόι της -λίγο πιο δυνατά από ότι θα ήθελε- και υιοθετώντας ένα –αρκετά- γρήγορο πλέον βήμα συνέχισε την διαδρομή της. Το κεφάλι της παρέμενα σκυμμένο, για να μην παρασέρνεται από όλα αυτά τα ζωντανά κομμάτια της χθεσινής νύχτας που υπήρχαν γύρω της, και τα χέρια στις τσέπες καθώς προχωρούσε ανάμεσα από βιαστικό και αδιάφορο κόσμο.
Είχε γίνει μια από αυτούς.
Κάθε μερικά βήματα έλεγχε με άγχος το κινητό της.
Η ώρα περνούσε άδικα γρήγορα.
Ένιωσε το κινητό της να δονείται ξανά και αυτόματα αύξησε το βηματισμό της ακόμα περισσότερο, πριν καν το κοιτάξει.
Ήξερε ότι δεν ήταν για καλό.
«Όχι, όχι, όχι πάλι»
Μερικά λεπτά αργότερα, μπήκε βίαια στην είσοδο μιας πολυκατοικίας και έτρεξε προς την πόρτα του ασανσέρ που όπως και κάθε μέρα την περίμενε στο ισόγειο να κάνουνε μαζί τα τελευταία βήματα στο ταξίδι αυτό.
Λίγε λεπτά αργότερα μπήκε σε ένα δωμάτιο γεμάτο γραφεία τοποθετημένα περιμετρικά στο χώρο με σκυθρωπές φιγούρες να κάθονται πίσω από κάθε ένα από αυτά. Οι τοίχοι ήταν λευκοί, ενώ σε μερικά σημεία υπήρχαν κάποια – όχι ευχάριστα- διαλλείματα με πίνακες και poster που αν και πολύχρωμα, παρέμεναν μουντά. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο στο δωμάτιο.
Μόνο τοίχοι και γραφεία.
Και μόνο ένα ήταν άδειο.
«Καλημέρα Άννα» αναφώνησε κάποιος. Κοίταξε γύρω της αλλά κανένα κεφάλι δεν είχε ανασηκωθεί. Προσπαθώντας να κρύψει την απογοήτευση της, και χωρίς να αφήσει το χαμόγελο της να σβήσει, απάντησε «Καλημέρα» στον -σχεδόν- ευγενικό συνεργάτη της ενώ λίγα βήματα αργότερα, είχε φτάσει στο γραφείο της – το 3ο στα δεξιά- και χωρίς να χάσει περισσότερο χρόνο απορροφήθηκε στη δουλεία της.
Όσο πρόλαβε δηλαδή.
«κα. Δεληνικοπούλου στο γραφείο μου, τώρα!» ακούστηκε μια βαριά φωνή.
Πάλι κανένα κεφάλι δεν κουνήθηκε, όμως – για να είμαστε δίκαιοι – και η ίδια της δεν φάνηκε να ξαφνιάστηκε. Μόνο ένας ελαφρύς αναστεναγμός της ξέφυγε και αμέσως κατευθύνθηκε προς μια κλειστή πόρτα που βρισκόταν στην άλλη άκρη του δωματίου.
Έχοντας πλησιάσει αρκετά κοντά στην πόρτα, ακούμπησε το χέρι της στο πόμολο και τότε ξαφνικά ένιωσε όλα τα κεφάλια γύρω της να την κοιτάνε. Έριξε την καθιερωμένη κλεφτή ματιά και διαπίστωσε πως δεν είχε άδικο.
Ένα πνιχτό γέλιο της ξέφυγε,
Αλλά πόσο δεν την ένοιαζε.
Όχι πλέον.

Πηγή εικόνας:

http://www.photoriga.com/2012/12/winter-morning-sunrise-light-on.html

 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;