“Δεν θέλω να κοιμηθώ μόνη μου” της Ειρήνης Δερμιτζάκη

Έσβησε τα κεράκια με μάγουλα κατακόκκινα από τη ζέστη και την ντροπή. Ποτέ της δεν της άρεσε να είναι το κέντρο της προσοχής. Ήθελε να περνά απαρατήρητη. Έτσι πίστευε. Εγώ όμως, που γράφω αυτήν την ιστορία και ξέρω την ηρωίδα μου καλύτερα από ότι εκείνη τον εαυτό της, γνωρίζω καλά πως απλά φοβόταν. Να πει αυτό που νιώθει, να διεκδικήσει ή να ρισκάρει. Κρυβόταν από την ίδια της τη ζωή.

 

“Ευχή έκανες;”

“Άσε με ρε μάνα.”

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

“Καλά, θα κάνω εγώ για εσένα. Άντε και με ένα καλό παλικάρι!”

 

Σαράντα δυο χρονών η Σοφία και χωρισμένη. Με το ζόρι πίστευε στα παραμύθια μικρή πώς θα το έκανε τώρα; Πριν είκοσι χρόνια περίμενε τον πρίγκιπα να τη σώσει. Τον βρήκε στα μάτια του Δημήτρη. Ε, δεν ήταν ξανθός και γαλανομάτης ούτε ήρθε καβάλα στο άλογο. Εκτός των “πριγκιπικών” του καθηκόντων, δούλευε σε ένα λογιστικό γραφείο, είχε μαύρα μάτια, σαν παρατημένου κουταβιού και αρχές καράφλας. Από αυτές τις ολοστρόγγυλες, που είναι λες και άφησες μια καυτή κατσαρόλα πάνω στο κεφάλι. Καταλάβατε ποια λέω; Για άλογο ούτε λόγος. Ένα μεταχειρισμένο βιτάρα αρκετών ίππων που το οδηγούσε αργά και βασανιστικά, με ταχύτητα που θα ζήλευε νεκροφόρα. Αν και χαμηλών τόνων ο Δημητράκης, λίγα χρόνια αφότου παντρεύτηκαν και έκαναν και δυο παιδιά, αποφάσισε να περάσει κρίση ηλικίας και να συνάψει σχέση με τη συνάδελφο του την Καίτη.

 

Αν είσαι άντρας αγαπητέ αναγνώστη και σου έδειχνα τη Σοφία από τη μια και την Καίτη από την άλλη, είμαι σίγουρη πως θα διάλεγες τη Σοφία. Αν είσαι γυναίκα, αγαπητή αναγνώστρια, πάλι Σοφία θα ψήφιζες. Τα μάτια της γυαλίζαν από αγάπη. Αν μπορούσες να βάλεις τα δάκτυλα σου στις άκρες των βλεφάρων της θα κόλλαγαν πάνω τους. Κι αν έπειτα τ’ ακούμπαγες στα χείλη σου θα καταλάβαινες πως δεν ήταν δάκρυα αλλά σταγόνες μέλι. Ήξερε να χαϊδεύει και να ακούει. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Γοητευτική γυναίκα μα έπρεπε να κοιτάξεις λίγο καλύτερα για να την ανακαλύψεις. Αυτά μάλλον τον άφηναν παγερά αδιάφορο τον Δημήτρη. Το παθαίνουν αυτό οι άνθρωποι χωρίς φαντασία. Μαγεύονται από ένα όμορφο μπούστο ή ένα ακριβό άρωμα. Τους ερεθίζει ένα ωραίο σώμα κι ας μην ξέρουν πως να το αγγίξουν.

 

Η Σοφία έμαθε για την απιστία από καλοπροαίρετους τρίτους και παρ’ όλο που πόνεσε πολύ, δεν είπε λέξη. Για χάρη των παιδιών όπως επισήμαιναν σύσσωμοι γονείς και πεθερικά. Επειδή όμως η ιστορία επαναλαμβάνεται, ο Δημήτρης ξέχασε γρήγορα τις υποσχέσεις του και λίγο αργότερα τα έφτιαξε με την κοπέλα που έκανε στην κόρη τους μαθηματικά. Εκείνο το απόγευμα που η Σοφία αποφάσισε να φύγει νωρίτερα από το συνέδριο με θέμα το Αλτσχάιμερ, τον είδε να ερωτοτροπεί μέσα στο βιτάρα με τη νεαρή μαθηματικό. Δεν μίλησε. Το σώμα της την οδήγησε από μόνο του στο σπίτι τους. Ετοίμασε τις βαλίτσες και του ζήτησε ευγενικά να φύγει. Ο Δημήτρης που εκείνο το βράδυ πέταξε την σκούφια του, επέστρεψε μήνες μετά μετανιωμένος (η αλήθεια είναι πως τον είχε διώξει η μαθηματικός).

 

Γονείς και πεθερικά συμμάχησαν εκ νέου με τον μετανοημένο ανήρ αλλά η Σοφία, που είχε μάθει πια στα δύσκολα να παίρνει δύναμη από τον εαυτό της, δεν άφησε τα παρακάλια των άλλων να σκεπάσουν τη φωνή μέσα της.

 

“Δώσε μου μια ευκαιρία να επανορθώσω”, επέμενε ο Δημήτρης. Η Σοφία διέκρινε στα μάτια του θλιμμένου κουταβιού την έκδηλη υποκρισία.

 

Έκτοτε, πέρασαν έξι χρόνια χρόνια και πίστεψε με αγαπητέ αναγνώστη, διότι όπως προείπα εγώ γράφω αυτή την ιστορία και την ξέρω καλύτερα από τον καθένα, όλον αυτόν τον καιρό η Σοφία δεν γύρισε να κοιτάξει άλλον άντρα. Σαν να έχασε την πίστη της στους ανθρώπους. Μένοντας μόνη και αφοσιωμένη στο μεγάλωμα των παιδιών της κατάλαβε πως δεν χρειαζόταν τους άλλους για να τα βγάλει πέρα. Έμαθε να αγαπά τον εαυτό της, έδινε και έπαιρνε αγάπη από τα παιδιά της, κι αυτό ήταν παραπάνω κι από αρκετό. Χαμογελούσε σαν έβλεπε την κόρη της να βγαίνει τα πρώτα της ραντεβού και πίστευε πως ο έρωτας είναι για τους νέους. Κι αν φεύγοντας δεν αφήσει πίσω του αγάπη τότε σίγουρα θα αφήσει μοναξιά.

 

Πίσω στο πατρικό της Σοφίας, το πάρτι έχει τελειώσει. Η μισοφαγωμένη τούρτα πάνω στο τραπέζι και γύρω πιάτα με ίχνη σοκολάτας.

 

“Το κοκκινέλι το πήρες.” ρώτησε ο πατέρας της.

“Το πήρα.”

“Δεν μου τα αφήνεις;”, πρότεινε η μητέρα της εννοώντας τα παιδιά.

 

Η κόρη της Σοφίας, η Άννα, κρέμασε τα μούτρα. Την αγαπούσε την γιαγιά της αλλά  είχε ένα φοβερό μειονέκτημα. Δεν είχε ίντερνετ στο σπίτι. Ο Λουκάς άρχισε να χοροπηδά από την χαρά του. Του άρεσε να μένει με την γιαγιά, γιατί εκείνη, σε αντίθεση με τη μητέρα του αγαπούσε τα παραμύθια και πάντα του έλεγε μερικά. Ιστορίες με πάμπλουτους πρίγκιπες, λυσσαλέους δράκους και αδύναμες βασιλοπούλες που περιμένουν κάποιον να τις σώσει. Παραμύθια! Παραμύθια που εξόργιζαν τη Σοφία.

 

“Στην αληθινή ζωή δεν υπάρχουν πρίγκιπες και βασιλόπουλα.”, έλεγε στον Λουκά κάθε που της έδειχνε ένα παραμύθι στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων.

 

Τελικά τα παιδιά μείναν με τη γιαγιά τους. Η Σοφία πήρε το αυτοκίνητο της κι έφυγε από τη Θήβα.

 

Λίγα λεπτά πριν τον Ελαιώνα ένιωσε τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου να φεύγει στις στροφές. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου για να δει τι συμβαίνει. Το πίσω λάστιχο άφηνε την τελευταία του πνοή στην άσφαλτο. Η Σοφίας έψαξε στις τσέπες από το σακάκι της κι έπειτα στην τσάντα της για το κινητό της τηλέφωνο. (Ενόσω προσπαθεί να το βρει, να σου πω αγαπητέ αναγνώστη πως το κινητό της βρίσκεται ακόμα στο σπίτι της μητέρα της, στο τραπεζάκι του σαλονιού, δίπλα απ’ τα σβηστά κεράκια και κάτω από τις χαρτοπετσέτες.).

 

Απογοητευμένη, άνοιξε το ραδιόφωνο, έβαλε το ερκοντίσιον στο φουλ κι άναψε τσιγάρο. Με το δεύτερο τσιγάρο άνοιξε την μπουκάλα με το κόκκινο κρασί. Δεν άργησε να ζαλιστεί. Κι ύστερα, τα δάκρυα, εκείνα της τρίτης παραγράφου, που έχουν γεύση από μέλι, άρχισαν ένα-ένα να συναγωνίζονται πιο θα τρέξει πρώτο πάνω στα μάγουλα της. Ένιωθε γερασμένη. Πρώτη φορά που ένιωσε σαν να έφυγε η ζωή. Δεν πέρασε από μέσα της να την ποτίσει με στιγμές. Έφυγε ξυστά από πάνω της χωρίς να την αγγίξει. Κι άλλο κρασί, κι άλλο τσιγάρο και να μην βοηθάει κι ο Χατζιδάκις στο ραδιόφωνο.

 

“Όλα καλά;”, ρώτησε ο άγνωστος άντρας που σταμάτησε με την μηχανή του δίπλα από το αυτοκίνητο της Σοφίας. Εκείνη σάστισε με την ομορφιά του. Ήταν αρκετά χρόνια νεότερος της και το χαμόγελο του ήταν γεμάτο καλοσύνη, από εκείνα που τα βλέπεις κι ενώ καίγεται ο κόσμος γύρω σου πείθεσαι πως όλα θα πάνε καλά.

 

“Έπαθα λάστιχο.”

“Έχεις ρεζέρβα;”

“Ναι.”, είπε η Σοφία δειλά.

“Σιχαμένο πράγμα οι ρεζέρβες.”

“Στη ζωή.”

“Ε, ναι! …Αν κεράσεις κρασάκι προτίθεμαι να αλλάξω το λάστιχο.”

 

Η Σοφία χαμογέλασε. Ο Παύλος, γιατί Παύλο λένε τον νεαρό με την παμπάλαιη βέσπα, ανταπόδωσε το χαμόγελο κι άνοιξε το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου για να ψάξει για τη ρεζέρβα και τα εργαλεία. Σε λίγα λεπτά ήταν κάτω από το αυτοκίνητο και με μια πέτρα χτύπαγε τη ρόδα για να την ξεκολλήσει από τον άξονα.

Η Σοφία μισοζαλισμένη από τη ζέστη και το κρασί, άναψε κι άλλο τσιγάρο. Σαν να είχε αρχίσει να σπάει ο καύσωνας κι ένα δροσερό αεράκι εμφανιζόταν πότε πότε από το πουθενά και φιλούσε το πρόσωπο της. Κοίταξε την μαύρη βέσπα που γυάλιζε μέσα στο σκοτάδι. Πόσους ίππους να ήταν άραγε; Ύστερα κοίταξε τα δυνατά πόδια του Παύλου που προεξείχαν κάτω από το αυτοκίνητο. Μπορείς να ερωτευτείς κάποιον από τα πόδια του; Ή ήταν η φωνή του που της μίλαγε όση ώρα προσπαθούσε να αλλάξει το λάστιχο.

 

“Δεν μου πες το όνομα σου;”, είπε ο Παύλος ενώ τοποθετούσε τα εργαλεία στο πορτμπαγκάζ.

“Σοφία.”

“Παύλος. Χάρηκα.”

“Κι εγώ. Δεν ξέρω πως να σε ευχαριστήσω.”

“Κάτι θα σκεφτώ…”

“Λοιπόν, να μην σε κρατάω άλλο.”, μουρμούρισε η Σοφία με την γνωστή της τάση να θέλει να ξεφύγει από όποια κατάσταση την έκανε να αισθάνεται άβολα.

“Έχεις πιει;”

“Λίγο. Ίσως όχι και τόσο λίγο.”

“Να σε πάω σπίτι σου;”

“Και η μηχανή σου;”

“Ή θα αφήσουμε τη μηχανή μου εδώ ή το αυτοκίνητο σου. Διάλεξε και πάρε.”

 

Τελικά άφησαν την μηχανή. Μέχρι τα Οινόφυτα η Σοφία του είχε εξιστορήσει όλη της τη ζωή. Στον Άγιο Στέφανο ο Παύλος της έπιασε το χέρι και δεν το άφησε παρά μόνο όταν έφτασαν στο Παγκράτι. Κάθε που έπρεπε να αλλάξει ταχύτητα η Σοφία αγκάλιαζε με την χούφτα της την παλάμη του για να μην αφήσει το χέρι του ούτε στιγμή. Σαν έπιασαν Κηφισίας είχε είδε γείρει στον ώμο του. Στα φανάρια στην Κατεχάκη τον φίλησε στον λαιμό. Στο Μέγαρο Μουσικής τη φίλησε στο στόμα. Το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω απ’ την πολυκατοικία της Σοφίας.

 

“Σήμερα έχω γενέθλια.”

“Χρόνια σου πολλά.”, είπε ο Παύλος και της χάιδεψε τα μαλλιά. Η Σοφία έκλεισε τα μάτια για λίγο. Όταν τ’ άνοιξε ο Παύλος ήταν ακόμα εκεί και της χαμογελούσε.

“Θες να έρθεις πάνω; …Δεν θέλω να κοιμηθώ μόνη μου.”, είπε και τρόμαξε και η ίδια με την ευθύτητα της. Τι κι αν της απαντούσε όχι; Εκείνη χαμογελούσε, περήφανη που μπορούσε πια να λέει αυτό που ένιωθε.

“Ούτε κι εγώ θέλω να κοιμάσαι μόνη σου…”, απάντησε ο Παύλος κι έσβησε το αυτοκίνητο.

 

Κράτα το


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;