“Μπλέ Διάσταση” – Μάριος Λουίζος

Η πραγματικότητα μου άρχισε να κατρακυλάει σε ένα πηγάδι φρίκης, όταν πήρα στα χέρια μου ένα απλό διαφημιστικό φυλλάδιο. Ένας μυστήριος τύπος που κρυβόταν πίσω από μια κουκούλα, στεκόταν στην άκρη του δρόμου και καθώς περνούσα από μπροστά του, μου έδωσε ένα φυλλάδιο. Ήταν ένα μπλε κομμάτι χαρτί, που πάνω του έγραφε «Εδώ όλες οι ευχές σου, μπορούν να πραγματοποιηθούν». Από κάτω συμπλήρωνε «Ο κ. Πατς σας καλωσορίζει στο ΜΠΛΕ». Το χαρτί δεν έγραφε τίποτα άλλο, όμως είχε κερδίσει την προσοχή μου.

Ψάχνοντας αργότερα, κατάφερα να μάθω πως πρόσφατα είχε ανοίξει κοντά στην πόλη μου, ένα νέο κέντρο διασκέδασης. Στο πίσω μέρος του φυλλαδίου, υπήρχε ένα τηλέφωνο. Έπρεπε αν κλείσεις θέση για να πας εκεί. 20:00 μου ορίσανε το ραντεβού. Ανυπομονούσα να δω τι ήταν αυτό το μέρος, που υποσχόταν τόσα πολλά.

Φτάνοντας στον τόπο συνάντησης που μου όρισαν στο τηλεφώνημα, συνειδητοποίησα πως ήταν ένα ελικοδρόμιο! Αρκετά έξω από την πόλη και με άλλα 4-5 άτομα να περιμένουν ήδη εκεί. Τρελό! Κοίταξα το ρολόι στο χέρι μου και συνειδητοποίησα πως είχα αργήσει δέκα λεπτά. Ζήτησα συγγνώμη και επιβιβάστηκα στο ελικόπτερο.

Βρεθήκαμε να πετάμε πάνω από την πόλη και είκοσι λεπτά αργότερα προσγειωθήκαμε. Μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, ένα πελώριο κτήριο φώτιζε την περιοχή. Το κτίσμα θύμιζε κάποιο τεράστιο ξενοδοχείο, αλλά φαινόταν σαν να είναι φτιαγμένο από γυαλί. Όλες οι μεριές του κτηρίου, ήταν ντυμένες με κάποιο plexiglass και διέθεταν κρυφό φωτισμό, καθώς όλο το μέρος ήταν σαν μια τεράστια μπλε λάμπα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Κατευθυνθήκαμε προς την είσοδο. Οι πανύψηλες τζαμένιες πόρτες του άνοιξαν και μας επέτρεψαν την είσοδο. Σαν ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο, να είχε ενωθεί με κάποιο κρουαζιερόπλοιο. Με το που μπήκαμε, βρεθήκαμε σε έναν προθάλαμο, σαν μικρή ρεσεψιόν, όπου χωριζόταν με ένα τεράστιο τζάμι από το υπόλοιπο μέρος. Μπροστά μου έβλεπα πισίνες, εστιατόρια, θερινά σινεμά, κόσμο να κάνει τα ψώνια του σε μαγαζιά και να πίνει το ποτό του σε μπαράκια. Όλοι είχαμε μαρμαρώσει και κοιτάζαμε με το στόμα ανοιχτό.

Προχωρήσαμε για να κάνουμε το check in. Το δωμάτιο που μπήκαμε, ήταν ουσιαστικά ένας γυάλινος κύβος. Ένα μικρό δωμάτιο, με τέσσερις plexiglass τοίχους. Στο κέντρο του δωματίου στεκόταν ένας έγχρωμος άνδρας, που φορούσε ένα λευκό κουστούμι, με κόκκινα παπούτσια και παπιγιόν. Στα χέρια του κρατούσε κάτι που έμοιαζε με μαυροπίνακα. Μας αποκάλυψε πως ήταν ο οικοδεσπότης της βραδιάς, ο κ. Πατς. Επίσης μας είπε πως έπρεπε να ακουμπήσουμε την δεξιά μας παλάμη πάνω σε αυτό το μαυροπίνακα. Όταν το κάναμε, είδαμε έκπληκτοι πως πάνω του αφήσαμε ένα κόκκινο αποτύπωμα της παλάμης μας. «Σαν να υπογράφεται με τα δακτυλικά σας αποτυπώματα» όπως είπε και ο κ. Πατς.

Αφού το check in είχε ολοκληρωθεί, είχε έρθει η ώρα για να ζήσουμε το όνειρο.

Τα λόγια του κ. Πατς ήταν τα εξής:

«Ότι έχετε ευχηθεί ποτέ στην ζωή σας. Ότι έχετε ποτέ επιθυμήσει. Τώρα θα γίνει πραγματικότητα. Τώρα είστε στο ΜΠΛΕ».

Όταν άρχισα να εξερευνώ τον χώρο, συνειδητοποίησα, τι εννοούσε ο κ. Πατς. Σε ένα από τα δεκάδες μαγαζιά που φιλοξενούσε ο χώρος, βρήκα το αγαπημένο παιχνίδι των παιδικών μου χρόνων, που ποτέ μου δεν είχα καταφέρει να αποκτήσω. Φεύγοντας από εκεί, έπεσα πάνω στον έρωτα της εφηβείας μου. Την Αλκμήνη. Δεν μπορούσα να καταλάβω ή φανταστώ πως είχε βρεθεί σε αυτό το μέρος, όμως το γεγονός πως την ξανά έβλεπα και αυτή την φορά με φλέρταρε, ήταν αρκετό για να μου πάρει το μυαλό. Με χαιρέτησε, με πήρε από το χέρι και με ένα βλέμμα που με τραβούσε κοντά της σαν μαγνήτης, με παρέσυρε για ένα ποτό. Βρεθήκαμε να περπατάμε για ώρες, με ένα ποτό στο χέρι και να φλερτάρουμε. Να μιλάμε, να γελάμε, να φιλιόμαστε και όλα γύρω μας να μοιάζουν ιδανικά. Από μαγαζί σε μαγαζί, πιάναμε τραγούδια που ακουγόντουσαν και τα σιγοτραγουδούσαμε. Περπατάγαμε πιασμένοι χέρι, χέρι και τραγουδούσαμε.

Όπου και να πήγαινες μέσα σε αυτό το ουσιαστικά μικρό χωριό, έβλεπες ανθρώπους να γελάνε, να χαίρονται και να ζούνε επιτέλους τις μεγαλύτερες επιθυμίες τους. Επιθυμίες που οι περισσότεροι από εμάς δεν είχαμε τα κότσια να κυνηγήσουμε. Δεν είχαμε το θάρρος ή την αισιοδοξία να πιστέψουμε πως θα τις ζήσουμε.

Σας είπα πως ένας διευθυντής δισκογραφικής μου έκανε πρόταση για δίσκο; Σας είπα πως αυτό ήταν το παιδικό μου όνειρο, που ποτέ δεν κυνήγησα;

Σας είπα πως πήραμε μέρος σε μια δημόσια λοταρία και κέρδισα το αμάξι των ονείρων μου; Μια Mustang του ’98. Ήθελα απλά να την αρπάξω από την μέση, να την βάλω μέσα στο αμάξι και να χαθούμε στον έρωτα μας.

Σας είπα πως ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου, που ήμουν αληθινά ευτυχισμένος; Ότι είχα επιθυμήσει ποτέ μου, το είχα. Είχα τα πάντα!

Σίγουρα σας είπα όμως, πως η δική μου πραγματικότητα άρχισε να κυλάει σε ένα πηγάδι φρίκης. Θυμάστε;

Κοιμήθηκα στο ΜΠΛΕ. Δεν μπορούσα να επιστρέψω σπίτι, μετά από μια τέτοια νύχτα. Όταν ξύπνησα παρατήρησα κάτι περίεργο. Κοίταξα την ώρα στο ρολόι μου. Έδειχνε οχτώ και μισή. Παράξενο. Η ίδια ώρα με χτες, όταν έφτασα εδώ. Σύμπτωση. Ετοιμάστηκα και βγήκα από το δωμάτιο για να βρω την Αλκμήνη.

Περιπλανώμενος στο ΜΠΛΕ, έπεσα και πάλι πάνω στην Αλκμήνη. Με χαιρέτησε και πάλι με τον ίδιο τρόπο, σαν να είχαμε να βρεθούμε χρόνια. Με παρέσυρε στα ίδια μέρη και καταλήξαμε να κάνουμε τα ίδια πράγματα. Να τραγουδάμε τα ίδια τραγούδια, στα ίδια μέρη και να παίζουμε τα ίδια παιχνίδια. Να ξανά συναντάω τον ίδιο διευθυντή δισκογραφικής και να μου κάνει την ίδια πρόταση, σαν να με έβλεπε πρώτη φορά.

Κάτι πήγαινε πολύ στραβά.

Από κάποιο σημείο και πέρα, άρχισα να παρατηρώ και κάτι ακόμα. Ξανά κοίταξα το ρολόι μου και έδειχνε ακόμα οχτώ και μισή. Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει, όμως το ρολόι μου ακόμα έδειχνε την ίδια ώρα. Ένιωσα έναν κόμπο στο στομάχι. Άρχισα σαν τρελός να ψάχνω για άλλα ρολόγια. Και τότε διαπίστωσα κάτι ανατριχιαστικό. Κάθε ρολόι μέσα στο ΜΠΛΕ, ήταν κολλημένο σε μια διαφορετική ώρα. Κάθε ρολόι σε χέρι ανθρώπινο, κάθε κινητό σε τσέπη, κάθε ρολόι σε τοίχο, ήταν κολλημένο σε μια διαφορετική ώρα. Κανείς όμως δεν φαινόταν να το είχε προσέξει εκτός από μένα. Προσπάθησα να το πω στην Αλκμήνη, μα φαινόταν σαν να μην καταλαβαίνει. Μου έλεγε τα ίδια με πριν. Τα ίδια με χτες.

Άρχισα να τρέχω.

Άρχισα να ιδρώνω.

Άρχισα να φοβάμαι.

Που βρίσκομαι;

Τι είναι αυτό το μέρος;

Και τότε, σαν να είχε ακούσει τις σκέψεις μου, ο κ. Πατς μου απάντησε. Απεγνωσμένος από την συνειδητοποίηση μου, τρέχοντας είχα φτάσει και πάλι στην είσοδο. Εκεί με περίμενε ο κ. Πατς.

«Δεν μπορείς να βρεις τον χρόνο, διότι δεν υπάρχει. Βρίσκεσαι σε ένα μέρος πέρα από τον χρόνο και τον χώρο που έχεις μάθει να αναγνωρίζεις. Βρίσκεσαι στην Μπλε Διάσταση».

Τα λόγια του έκαναν τα μηνίγγια μου να χτυπάνε ξέφρενα. Το ίδιο και την καρδιά μου.

«Εδώ θα σου δοθεί μια επιλογή. Μια επιλογή που θα σε καθορίσει για πάντα. Όσοι βρίσκονται εδώ, πρέπει να επιλέξουν αν θέλουν να ζήσουν τον παράδεισο που γνώρισες ή να προχωρήσουν στην επόμενη ζωή τους. Όμως αν επιλέξουν τον εδώ παράδεισο, θα είναι καταδικασμένοι να τον βιώνουν για πάντα σε λούπα».

Ίλιγγος. Η μοναδική λέξη που μπορούσε να περιγράψει αυτό που ένιωθα.

Τι μου συνέβαινε; Είναι δυνατόν αυτά που έλεγε να ήταν αλήθεια;

Είχα πεθάνει; Γιατί βρισκόμουν εδώ;

Θέλω να φύγω! Θέλω φύγω από εδώ!

Στεκόμουν μπροστά από τον κ. Πατς και ούρλιαζα. Φώναζα απέλπιδα για σωτηρία. Δεν ήθελα να μείνω για πάντα κολλημένος εδώ.

Όμως…

Όμως δεν ήθελα και να πάω στην επόμενη ζωή!

Τι θα ήταν εκεί; Ποιος θα ήμουν εκεί;

Τελικά φοβόμαστε το γνωστό κακό ή το άγνωστο;

Είδα πως ο κ. Πατς κρατούσε ακόμα το μαυροπίνακα με τα αποτυπώματα μας, στα χέρια του.

Το μυαλό μου με ανάγκασε να υπακούσω στην παρόρμηση που είχε σκεφτεί.

Όρμησα πάνω του και του άρπαξα τον μαυροπίνακα.

Απευθείας σκοτάδι απλώθηκε.

Κόκκινα φώτα σαν προβολείς, έκοβαν στη μέση το σκοτάδι και με ακολουθούσαν.

Άρχισα να τρέχω.

Γρήγορα.

Η ανάσα μου κοφτή και ο πίνακας στο χέρι μου μολύβι.

«Πιάστε τον!» άκουγα από πίσω μου.

Έτρεχα και προσπέρασα την Αλκμήνη που και πάλι θέλησε να μου συστηθεί από την αρχή. Προσπέρασα και την λοταρία, που ξανά μοίραζε την Mustang. Προσπέρασα ακόμη και τον άνθρωπο από την δισκογραφική.

Έφτασα σε αδιέξοδο.

Σταμάτησα.

Οι προβολείς καρφώθηκαν πάνω μου και άκουγα ποδοβολητά.

Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από τους κροτάφους μου.

Κοίταξα τον πίνακα. Είδα το αποτύπωμα μου.

Έβλεπα την απόδειξη της λάθος απόφασης που πήρα να έρθω εδώ και μου ερχόταν να τον σπάσω.

Στρυμωγμένος, απελπισμένος και χωρίς καμία άλλη βοήθεια ή επιλογή, τον έριξα με όση περισσότερη δύναμη είχα στο έδαφος.

Την στιγμή της επαφής, έγινε χίλια κομμάτια.

Και τότε όλα μαύρισαν και εγώ βυθίστηκα στο τίποτα.

Για λίγο όμως.

Ύστερα το σκοτάδι διαλύθηκε και εγώ απέκτησα και πάλι τις αισθήσεις μου. Στεκόμουν ακίνητος.

Γύρω μου η βοή της πόλης και εγώ ακίνητος με το βλέμμα στο κενό.

Σήκωσα το κεφάλι μου κοίταξα έναν τύπο που στεκόταν δίπλα ου και μου έδινε κάτι.

Φορούσε κουκούλα.

Κρατούσε ένα φυλλάδιο.

Ένα μπλε κομμάτι χαρτί.

Τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν και τότε έβγαλε την κουκούλα του.

Είδα το πρόσωπο του κύριου Πατς και η ανάσα μου κόπηκε.

«Θα έρθεις;» με ρώτησε…


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;