“Η Άννυ του μπαρ” του Αθανάση Απέργη

Την λέγανε Άννυ. Ήτανε ψηλή κι αδύνατη. Στέκα θα την λέγαμε στην Ελλάδα. Είχε όμως στυλ. Παρ’ όλη την αδυναμία της ήτανε ελκυστική.  Έτσι τουλάχιστον μου φαινότανε εμένα. Πάντα καλοντυμένη και με ευγενικούς τρόπους. Με το ξανθό φυσικό σκαλωτό της μαλλί. Σαν αμερικάνικη διαφήμιση του μεσοπολέμου. Θαρρείς πως το μαλλί της το είχε κάνει Περμανάντ. Ή το ‘χε κατσαρώσει με την ψαλίδα. Όπως κατσαρώνανε τα μαλλιά τους, οι θείες μου οι Σμυρνιές, οι προσφυγοπούλες, με μια τεράστια σιδερένια ψαλίδα, που την πυρώνανε στην γκαζιέρα της κουζίνας.

Η Άννυ έκανε δουλειές του ποδαριού. Άλλοτε σερβιτόρα, άλλοτε τηλεφωνήτρια.  Ότι έβρισκε. Όμως τις περισσότερες φορές έμενε χωρίς δουλειά, γιατί η Άννυ έπινε. Έπινε κάθε βράδυ τον περίδρομο, και το πρωί ήτανε αδύνατον να είναι εγκαίρως στην εργασία της. Έτσι τον περισσότερο καιρό έμενε χωρίς δουλειά, άρα  και χωρίς λεφτά.

Στο Μπαρ ερχότανε νωρίς η Άννυ. Σε εκείνο το παρακμιακό Μπαρ, στο Σβάμπινγκ, στη φοιτητογειτονιά του Μονάχου. Μόλις άνοιγε το Μπαρ είχε μπει κι όλας μέσα η Άννυ. Πολλές φορές, μόλις  σουρούπωνε, περίμενε απ’ έξω στη παγωνιά με ανυπομονησία, πότε θα ανοίξει το Μπαρ. Συνήθως ήτανε ο πρώτος πελάτης. Καλησπέριζε ευγενικά τον Μπρούνο, τον χοντρούλη μεσόκοπο μπάρμαν,  και καθότανε πάντα άκρη-άκρη αριστερά, στο τελευταίο σκαμπό, στο άδειο Μπαρ. Εκεί ήτανε η μόνιμη θέση της. Άνοιγε μετά την τσάντα της έβγαζε ένα πακέτο Peter Stuyvesant κι έναν φτηνό αναπτήρα και κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Συνήθως άρχιζε με μπύρα. Μετά από δυο-τρεις μπύρες το γύριζε σε  σφηνάκι. Σε αυτήν τη φάση έπινε εναλλάξ, μια σφηνάκι,  μια μπύρα. Κάποτε μέτρησα δεκατέσσερα σφηνάκια που ήπιε στη σειρά. Όταν αργά το βράδυ γινότανε πανδαιμόνιο στο Μπαρ, έριχνε  το σφηνάκι μάρκας Στάϊνχεγκερ μέσα στη μπύρα της, και το διαλαλούσε δυνατά: «Berliner mit Schuss, δηλαδή «Βερολινέζικη με πιστολιά». Αυτό γινότανε σπάνια, γιατί η Άννυ ήτανε λιγομίλητη κοπέλα. Συνήθως καθότανε εκεί στη γωνίτσα της κι έπινε αμίλητη. Κι ας γινότανε το σώσε στο Μπαρ.

Η Άννυ τα είχε με τον Χρήστο. Τον Χρήστο τον αιώνιο φοιτητή, που σπούδαζε τον ασπούδαστο όπως λέγαμε. Πρέπει να ήτανε πολύ ερωτευμένη με τον  Χρήστο η Άννυ, γιατί ο Χρήστος  ήτανε ομορφόπαιδο. Ήτανε αρκετά ψηλός για Έλληνας. Με ίσιο γυαλιστερό κατάμαυρο μαλλί και χωρίστρα φτιαγμένη με μοιρογνωμόνιο. Πάντα με προσεγμένη εμφάνιση ο Χρήστος, είχε και «το λέγειν». Μίλαγε καλά γερμανικά. Εγώ τον κορόϊδευα , τον αποκαλούσα λατίνο εραστή. Όμως είχε πέραση στις Γερμανίδες. Είχε ένα στυλ Χόμφρεϋ Μπόγκαρτ έτσι όπως άναβε αμίλητος  το τσιγάρο του και κοίταζε τη γκόμενα στα μάτια.  Ή άλλοτε έγερνε το κεφάλι του, έπαιρνε πόζα αλλά Τζέιμς Ντην, κι άρχιζε να διηγείται στη πρώτη κοπέλα που κατά τύχη ήτανε δίπλα του, ότι ψευτιά του κατέβαινε. Κι όλα αυτά για να κάνει φιγούρα και να «ρίξει» την γκόμενα. Συνήθως τα κατάφερνε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Ο  Μπρούνο, ο μπάρμαν, την εκτιμούσε την Άννυ. Όταν την έβλεπε να μη «τραβάει», όπως έλεγε, δηλαδή να μη πίνει όπως τ’ άλλα βράδια, καταλάβαινε πως η Άννυ δεν είχε λεφτά και γι’ αυτό δεν παράγγελνε. Τότε την κέρναγε και της έλεγε διάφορα τρελά. Να, ότι το πρώτο κέρασμα ήτανε δικό του. Το δεύτερο είναι από τον Αθανάση, και με έδειχνε με το δάκτυλο, κι ας μη το είχα παραγγείλει εγώ το ποτό. Αυτά τα έκανε συχνά ο Μπρούνο και δημιουργούσε  ένα νταλαβέρι μέσα στο Μπαρ του, με αποτέλεσμα να κάνουμε όλοι γρήγορα γνωριμίες. Τις ψευτοπαραγγελίες δεν τις χρέωνε.  Όμως μ’ αυτά τα κεράσματα έμπαινε σιγά- σιγά μέσα το μαγαζί του. Έτσι πρωτογνώρισα την Άννυ, με ένα ψεύτικο κέρασμα.

Όσο ερχότανε η Άννυ νωρίς στο Μπαρ, τόσο ο Χρήστος ερχότανε πολύ αργά. Γιατί ο Χρήστος έπαιζε χαρτιά. Όταν αργούσε ο Χρήστος η Άννυ πάντα τον δικαιολογούσε.

  • Τώρα πρέπει να κερδίσει, γι’ αυτό αργεί να φανεί.
  • Άρα χάνει, της έλεγα εγώ. Στη πατρίδα μου λέμε: «Ο παίζων χάνει, κι πίνων μεθάει»
  • Τι θέλεις να πεις; Με ρώταγε εκείνη.
  • Να ότι μακροπρόθεσμα ο Χρήστος θα είναι πάντα χαμένος, ενώ εμείς θα είμαστε μονίμως μεθυσμένοι.

      –  Σαν ανέκδοτο ακούγεται…!  Έλεγε η Άννυ με ένα ανοιχτόκαρδο γέλιο, κι έπινε αργά-αργά την μπύρα της, γιατί πάλι δεν θα είχε λεφτά. Τότε εγώ έβαζα εμπρός ένα άλλο κόλπο: Τα ζάρια. Τα γερμανικά ζάρια, που δεν έχουν καμία σχέση με τα ελληνικά ζάρια, ούτε με τα ντόρτια, ούτε με τις εξάρες. Αλλά είναι τρία ζάρια μέσα σ’ ένα δερμάτινο ποτήρι, που πριν τα ρίξεις πρέπει να μαντέψεις τι θα βγει. Ψηλά, χαμηλά και  Σικάγο. Ψηλά όταν το άθροισμα είναι πάνω από έντεκα, χαμηλά όταν το άθροισμα είναι κάτω από έντεκα, και Σικάγο όταν βγαίνουν τρεις Άσσοι. Όποιος χάνει κερνάει. Μπεγλέριζα λοιπόν τα τρία ζάρια μέσα στο δερμάτινο ποτήρι τους, και προέτρεπα την Άννυ να προβλέψει τι άθροισμα θα βγει. Έτσι την μπέρδευα. Γιατί η Άννυ μπορεί να ήτανε καλή κοπέλα, αλλά δεν ήτανε και πολύ έξυπνη. Ή  ήτανε πιο έξυπνη απ’ ότι νόμιζα, και μ’ άφηνε να χάνω.  Πάντα εγώ έχανα, και την κέρναγα.

 

Όταν η Άννυ γινότανε πίττα στο  μεθύσι, τηλεφωνούσε ο Μπρούνο σε ένα γνωστό μας ταξιτζή, τον πληρώναμε συνεταιρικά, και την πήγαινε σπίτι της. Τότε μου φαινότανε το Μπαρ άδειο, χωρίς κανένα ενδιαφέρον, κι ας γινότανε εκεί μέσα το έλα να δεις. Έτσι κατάλαβα ότι μ’ άρεσε η Άννυ. Δεν ξέρω ακόμα τι μ’ άρεσε στην Άννυ. Δεν ξέρω αν πραγματικά την αγαπούσα ή την λυπόμουνα. Ή και τα δύο μαζί. Αλλά η Άννυ τα είχε με τον Χρήστο.

Ο Χρήστος ερχότανε στο Μπαρ αργά την νύχτα. Όταν είχε χάσει στα χαρτιά, ήτανε ευγενικός και λιγομίλητος  με τους θαμώνες. Έπινε στα γρήγορα μια μπύρα, κι έπαιρνε μετά την Άννυ και φεύγανε. Όταν είχε κερδίσει, κέρναγε όλο το μαγαζί, έπινε κι αυτός κι ερχότανε στο κέφι. Μετά όμως θόλωνε, ξεκίναγε ατέλειωτες κουβέντες με τους πελάτες, κι επειδή ήτανε και παρεξηγησιάρης, οι έντονες κουβέντες καταλήγανε σε καυγάδες. Τον τραβολογούσε τότε η Άννυ , αλλά και ο  Μπρούνο, που φυσικά δεν ήθελε καυγάδες στο μαγαζί του. Στο τέλος η Άννυ τα κατάφερνε να τον ξεκολλήσει και να τον πάρει απ’ το Μπαρ με το ζόρι να φύγουνε.

Τις περισσότερες φορές όμως ο Χρήστος δεν ερχότανε καθόλου στο Μπαρ. Ποιος ξέρει που κοπροσκυλούσε. Η Άννυ αφού είχε μονολογήσει εκατό φορές – για να πείσει τον εαυτό της- ότι «Αργεί γιατί προσπαθεί να κερδίσει»,  έπινε πιο αργά τις μπύρες της για να επιμηκύνει τον χρόνο της αναμονής. Τον περίμενε εις μάτην. Η ώρα πέρναγε. Εγώ τότε άφηνα  το μεσαίο σκαμπό της μπάρας, γιατί πάντα στο μεσαίο καθόμουνα, και παράταγα στη μέση την ατέλειωτη πολυλογία μου με τους κολλητούς μου. Με αυτούς που κάθε βράδυ μαζί τα πίναμε: Τον θηριώδη Βόλφγκανγκ, τον ξυλουργό, που σαν τρίφυλλη ντουλάπα με προστάτευε από απρόβλεπτες καταστάσεις. Τον καταχθόνιο Ροτρίγκες, τον Νοτιαμερικανό, που ήτανε πάντα μπλεγμένος σε ύποπτα νταλαβέρια. Την παρακμιακή Ίνγκριτ, που για να πας μαζί της θα έπρεπε να είσαι εντελώς πίττα. Και τον Κλάους, τον νεαρό ελληνιστή φιλόλογο που ήτανε μονίμως ερωτευμένος με κάποια μαθήτρια του.

Τους παράταγα λοιπόν όλους αυτούς σύξυλους και μετακόμιζα δίπλα στην Άννυ. Εκεί στην άκρη, στο μισοσκόταδο, όπου ενώ όλοι παρόντες, κανένας δεν μας έβλεπε. Ή κάνανε  πως δεν μας βλέπανε. Κόλλαγα το  σκαμπό μου στο δικό της, κι έπινα από το δικό της ποτήρι με μεγάλες λαίμαργες γουλιές, ενώ συγχρόνως κάπνιζα απ’ το δικό της τσιγάρο με βαθιές ρουφηξιές. Κι όταν με ρώταγε η Άννυ γιατί τα κάνω όλα αυτά της έλεγα: «Να γιατί έτσι σε νοιώθω πιο κοντά μου». Aγκάλιαζα με το ‘να χέρι μου την κοκκαλιάρικη πλάτη της, και γέρνοντας το κεφάλι μου στο δικό της, της ψιθύριζα ανάμεσα στα σκαλωτά μαλλιά της τα ρεφρέν από τα σουξέ που ακούγονταν από το Τζιού-Μποξ του Μπαρ. Τις ψιθύριζα στ’ αυτί τα ρεφρέν απ’ όλα αυτά τα τραγούδια, σαν να τις απήγγειλα κάποιο ποίημα. Η Άννυ γέλαγε τότε δυνατά μ’ ένα πλατύ γέλιο κι εγώ ήμουνα ευτυχισμένος. Πολύ ευτυχισμένος. Γιατί είχα συνειδητοποιήσει πόσο αγαπούσα την Άννυ. Γιατί αυτή ήτανε και η μόνη μου ευκαιρία να είμαι τόσο κοντά της. Γιατί ο Χρήστος ήτανε φίλος μου. Γκαρδιακός φίλος. Άρα εδώ υπήρχε ασυμβίβαστο.

 

***

Σε λίγους μήνες καλοκαίριαζε. Αρκετά είχε κρατήσει ο χειμώνας. Η Άννυ ήτανε βδομάδες πάλι χωρίς δουλειά, κι ο Χρήστος έχανε στα χαρτιά ακόμα και τα λεφτά που του είχαμε δανείσει. Και ξαφνικά ένα βράδυ η Άννυ μας πληροφόρησε ότι σε λίγες μέρες θα έφευγε απ’ το Μόναχο. Θα μετακόμιζε σε κάποια βόρεια πόλη. Είχε εξασφαλίσει μόνιμη δουλειά εκεί. Μας αποχαιρέτησε εγκάρδια όλους μια μεθυσμένη νύχτα, κι έφυγε. Μετά από λίγες εβδομάδες έφυγε κι ο Χρήστος για την Σουηδία να δουλέψει για το καλοκαίρι. Πολλοί Έλληνες φοιτητές  δουλεύανε τα καλοκαίρια σε εστιατόρια και Ναυτικούς Ομίλους της Στοκχόλμης. Η διαφορά συναλλάγματος, τους βοήθαγε με λίγους μήνες δουλειά στην Σουηδία να βγάλουνε τον ατέλειωτο χειμώνα στην Γερμανία.

Το Μπαρ άδειασε. Έτσι κι αλλιώς δεν πήγαινε και πολύ καλά. Λείπανε ποτά. Τα ‘χαμε πιει σχεδόν όλα. Ο  Μπάρμαν, ο Μπρούνο, βλέποντας αυτή την κατάσταση, κόλλησε στη τζαμαρία ένα χαρτόνι που με κεφαλαία γράμματα έγραφε: «ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΚΛΕΙΣΤΟ – ΘΑ ΑΝΟΙΞΟΥΜΕ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ   –   ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ! »

Κι έφυγε για διακοπές.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;