“Το Άλικο Λευκό” της Νατάσα Ξαγοράρη

Βρέχει…Αυτή η αίσθηση της γλυκιάς μελαγχολίας που σε κάποιους ανθρώπους προκαλεί αισθήματα ανείπωτης θλίψης και εκνευρισμού, στην Νάντια προκαλούσε κύματα εσωτερικής ευφορίας και δημιουργικότητας. Από μικρή εξάλλου είχε μια λατρεία στο φθινόπωρο και τον χειμώνα και μια αποστροφή προς την ζέστη του καλοκαιριού. Τα πρωτοβρόχια του Οκτωβρίου λειτουργούσαν σαν ξυπνητήρι αφύπνισης για εργασία εν αντιθέσει με τις πρώτες ζέστες του Μαΐου που την έριχναν σε χειμερία νάρκη.

Ήταν πάντα διαφορετικό παιδί όμως. Ποτέ δεν καταλάβαινε γιατί τα κορίτσια πρέπει να παίζουν με κούκλες. Το έβρισκε εξαιρετικά χαζό και ανούσιο να εφευρίσκει ιστορίες για πρίγκηπες και παλάτια, να αλλάζει φορέματα και χτενίσματα σε άψυχα πλαστικά κορμιά. Από την άλλη μεριά τα παιχνίδια δράσης των αγοριών, ε, αυτά είχαν πραγματικό ενδιαφέρον. Το κυνηγητό και οι αγώνες με τα ποδήλατα ήταν το καλύτερο της. Γι’ αυτό φυσικά και τα πόδια της ήταν μονίμως μες τις πληγές και τα τσιρότα. Κι αυτός ήταν και ο καημός της μάνας της.

  • ‘Έλα να σε ντύσω κόρη μου με ένα ωραίο φουστανάκι που σου έραψα. ‘Έλα να βάλουμε ένα φιόγκο στα μαλλιά να δείξεις κι εσύ ότι είσαι κορίτσι.

Ανένδοτη η Νάντια. Τα παντελόνια και οι φόρμες της πρόσφεραν την ελευθερία κινήσεων που χρειαζόταν για να τρέξει και να σκαρφαλώσει σε μονόζυγα.

  • Μην σκας Μελπομένη μου, της έλεγε η γειτόνισσα και κολλητή της φίλη η Εύα. Θα έρθει η ώρα της κι αυτό το αγριοκόριτσο θα ανθίσει. Θα δεις.
  • Μακάρι Εύα μου. Μα είναι σωστό κορίτσι πράμα να κάνει παρέα μόνο με αγόρια; Ούτε μια φίλη δεν έχει.
  • Και ποιος ορίζει φιλενάδα μου ποιο είναι το σωστό και το ποιο το λάθος;

Τα χρόνια περνούσαν. Η Νάντια τώρα βρίσκεται δυο μήνες πριν τις πανελλαδικές εξετάσεις. Οι γονείς της κάθονται σε αναμμένα κάρβουνα διότι το μοναχοπαίδι τους μέχρι και σήμερα δεν τους έχει εκμυστηρευτεί  την σχολή της προτίμησης της. Όλα τα μέσα έχει επιστρατεύσει η κυρά Μελπομένη αλλά τίποτα. Τηρεί σιγήν ιχθύος. Όχι ότι της πέφτει λόγος ή ότι θέλει να την παροτρύνει σε μια συγκεκριμένη σχολή, αλλά να μην ξέρει ποιος είναι ο στόχος της κόρης της; Η ίδια της είναι μια αγράμματη νοικοκυρά που με τις γνώσεις της στην ραπτική έχει καταφέρει να φέρνει ένα σεβαστό ποσό στο σπίτι της. Όσο για τον άντρα της τον κυρ Λευτέρη κι αυτός ένα αγράμματο παιδί ήταν όταν ήρθαν από το νησί κι έχει καταφέρει να επιβιώσει χάρη στην εργατικότητα του και την τιμιότητα. Έτσι όποια σχολή και να τους ανακοίνωνε γι’ αυτούς θα ήταν καμάρι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ξημέρωσε Τρίτη. Η μέρα που το Υπουργείο Παιδείας θα ανακοίνωνε τις βάσεις εισαγωγής στα Πανεπιστήμια. Η Νάντια από το πρωί είχε σηκωθεί και είχε στηθεί μπροστά στην τηλεόραση. Το ίδιο φυσικά και οι γονείς της. Ήξεραν ότι στις εξετάσεις η κόρη τους είχε συγκεντρώσει 19350 μόρια και βαθιά μέσα τους ήλπιζαν σε μια Ιατρική ή μια Νομική. Η έκπληξη ήταν τεράστια όταν με μια δυνατή τσιρίδα η Νάντια φώναξε:

  • Πέρασααααααα !!!!!! Δεν το πιστεύω!!! Πέρασα!!!
  • Που πέρασες κορίτσι μου; Πες μας κι εμάς επιτέλους που κοντεύουμε να πάθουμε από την αγωνία μας.
  • Μαμά, Μπαμπά καθίστε στον καναπέ και πάρτε βαθιά ανάσα. Η σχολή που πέρασα, καταρχάς είναι εδώ στην Θεσσαλονίκη και κατά δεύτερον παίρνει μόνο 2-3 γυναίκες κάθε χρόνο. Οπότε σκεφτείτε την χαρά μου.
  • Πολλές κουβέντες λες κόρη μου, είπε η κυρά Μελπομένη που αν και μια απλή νοικοκυρά οι τόσες λέξεις δεν της καλάρεσαν.
  • Η σχολή λέγεται……..η σχολή είναι…… ουφφ….. θα σας το πω και ότι γίνει. Η σχολή είναι στρατιωτική. Είναι η ΣΣΑΣ.
  • Φαντάρος θα γίνεις κόρη μου; Εγώ δυο χρόνια έκατσα στο στρατό και όταν απολύθηκα είπα ξένοιασα κι εσύ θες αυτό να το κάνεις επάγγελμα για μια ζωή; Θα τρελαθώ. Μελπομένη θα μου σαλέψει στ’ αλήθεια.

Τι να πει όμως και η δόλια μάνα. Αφού το παιδί της φαινόταν από μικρό ότι αυτή θα ήταν η κλίση του. Δεν θα ξεχάσει την χαρά του όταν τις Κυριακές πήγαινε στους Προσκόπους. Ήταν από τις λίγες φορές που έδινε σημασία στα ρούχα: αν η στολή της ήταν καθαρή, αν ο κρίκος στο μαντήλι της ήταν ίσιος. Τίποτα δεν είπε η Μελπομένη εκείνη την μέρα. Μόνο σηκώθηκε, την πήρε αγκαλιά, την φίλησε και της είπε:

  • Αν είναι αυτό που θα σε κάνει ευτυχισμένη Νάντια μου εγώ αλλά και ο πατέρας σου θα είμαστε μαζί σου.

Κι όντως. Την πρώτη φορά που την είδε ντυμένη με την στρατιωτική στολή  να περνά την πύλη της σχολής ένιωσε πραγματικά περήφανη.

Στην διάρκεια των σπουδών της δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα. Σαν να ήταν προετοιμασμένη μια ζωή γι’ αυτό. Αλλά ούτε και οι συμφοιτητές της την αντιμετώπισαν ρατσιστικά. Και για πρώτη φορά στην ζωή της απέκτησε και κολλητή φίλη την Ζωή. Ταίριαξαν πολύ, ίσως γιατί είχαν τα ίδια ενδιαφέροντα και τις ίδιες ανησυχίες. Τα παρασκευοσαββατοκύριακα που είχαν άδεια εξόδου το περνούσαν πότε στο σπίτι της μιας και πότε της άλλης.

Οι γονείς της την έβλεπαν πραγματικά χαρούμενη κι έτσι οι όποιες αντιρρήσεις και ανησυχίες είχαν στην αρχή, τώρα πια είχαν καμφθεί.

Στο τέταρτο έτος των σπουδών της το έμπειρο μάτι της μάνας έβλεπε τις αλλαγές την μια πίσω από την άλλη.

  • Να δεις που είναι ερωτευμένη η μικρή, έλεγε στην γειτόνισσα της. Δεν με ξεγελάς εμένα. Ξαφνικά μου άρχισε να χτενίζεται, να βάφεται, μέχρι και φόρεμα μου ζήτησε να της ράψω. Τ ’ακούς; Την τελευταία φορά που φόρεσε φόρεμα ήταν στα βαφτίσια της.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και λίγο μετά τα Χριστούγεννα εμφανίζεται η Νάντια στο σπίτι με τον Δημήτρη. Η Νάντια 22 χρονών μπουμπούκι κι αυτός 35 χρονών χωρισμένος με δυο παιδιά. Στα μάτια τον κοιτούσε. Σαν θεό της τον έβλεπε. Τον γνώρισε μια μέρα στο συνεργείο αυτοκινήτων που είχε αφήσει το δικό της. Ήταν ωραίος, εμφανίσιμος, είχε ευφράδεια λόγου, την φλέρταρε, την διεκδίκησε και την κατάφερε. Η Νάντια από την άλλη που δεν είχε καθόλου πείρα σε αυτά τα θέματα γοητεύτηκε κι έπεσε σχεδόν αμαχητί.

Κανείς δεν είδε με καλό μάτι αυτό τον δεσμό. Ούτε οι γονείς της αλλά ούτε και οι φίλοι της. Κανείς τους βέβαια δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ήταν αυτό που δεν τους άρεσε στον Δημήτρη. Γιατί για να λέμε και του στραβού το δίκιο το παλικάρι δεν είχε δώσει κανένα δικαίωμα για τίποτα. Της φερόταν σαν κύριος. Ποτέ δεν της έκανε κανένα παράπονο για την σχολή της που την έβλεπε μόνο όταν είχε άδεια εξόδου. Ποτέ δεν της είπε τίποτα που οι γονείς της του φέρονταν τυπικά κι ας είχαν περάσει δυο χρόνια που ήταν πια μαζί. Το αντίθετο μάλιστα. Ήταν πάντα εκεί γι’ αυτήν. Την φρόντιζε και την αγαπούσε σαν να ήταν κάτι πολύτιμο. Κι όποιο σαββατοκύριακο δεν είχε τα παιδιά του, όλο και κάποια εκδρομή θα πηγαίναν, ή σε κάποιο κουτουκάκι με παρέα θα γλεντούσαν.

Όταν η Νάντια έγινε 25 χρονών αποφάσισαν σε κλειστό κύκλο να ανταλλάξουν βέρες και να γνωριστούν οι συμπέθεροι. Ήταν μια πολύ ωραία βραδιά του καλοκαιριού. Η Μελπομένη της είχε ράψει ένα πάρα πολύ ωραίο ροζ φόρεμα από ταφτά, είχε πάει κομμωτήριο, είχε βαφτεί από επαγγελματία, όλα επάνω της ήταν τέλεια. Οι γονείς τους γνωρίστηκαν και ταίριαξαν και την ώρα που ο παπάς ευλογούσε τις βέρες για να τις φορέσουν και οι δυο οικογένειες ήταν συγκινημένες και βουρκωμένες.

Τρία χρόνια μετά αποφάσισαν να ορίσουν την ημερομηνία του γάμου. Το ζευγάρι έμενε ήδη μαζί από τον αρραβώνα και η Νάντια είχε συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι κάποιες μέρες του μήνα κοιμόντουσαν στο σπίτι και τα παιδιά του Δημήτρη, τα οποία τα συμπαθούσε αρκετά.

Κανείς και τίποτα δεν φαινόταν ότι μπορεί να χαλάσει την ευτυχία της. Ούτε η φίλη της η Ζωή που κατά καιρούς της πετούσε σπόντες ότι από το σόι του μόνο τους γονείς του είχε γνωρίσει και δυο τρεις φίλους μόνο.

  • Δεν χρειάζεται, απαντούσε, θα τους γνωρίσω όλους μαζεμένους στο γάμο. Σιγά το πράγμα. Τόσο λίγο χρόνο έχουμε μαζί δεν είμαστε για κοινωνικές επισκέψεις.
  • Όπως νομίζεις εσύ φίλη μου, απαντούσε η Ζωή.

Η μέρα του γάμου έφτασε. Όπως ορίζει το έθιμο η νύφη είχε πάει στο πατρικό της για να ντυθεί. Από το πρωί είχαν ξεκινήσει οι ετοιμασίες. Οι γονείς της μάλιστα είχαν στήσει ολόκληρο γλέντι με όργανα και χορούς. Με τον Δημήτρη δεν είχε μιλήσει όλη μέρα αλλά δεν το σκέφτηκε καθόλου. Με τόσο κόσμο ξεχαστήκαμε και οι δυο σκέφτηκε.

Το κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά από την έκφραση της Ζωής όταν έφτασε νύφη στην εκκλησία. Ήρθε τρέχοντας στο τζάμι του αυτοκινήτου για να της πει πως κανείς τους δεν είχε έρθει, ούτε ο γαμπρός ούτε οι συγγενείς.

Τα τηλέφωνα πήραν φωτιά αλλά οι κλήσεις έμεναν αναπάντητες. Κοκκαλωμένη και αναστατωμένη έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο και παρακολουθούσε σαν ταινία αυτό που εξελισσόταν. Ένας οδηγός κούριερ σταμάτησε μπρος το νυφικό αμάξι και της παρέδωσε ένα γράμμα : “Λυπάμαι…με την πρώην σύζυγό μου αν και χωρισμένοι, δεν έχουμε πάρει διαζύγιο.. δεν ήξερα πώς να στο πω μετά από τόσα χρόνια. Από το σπίτι μας έχω μαζέψει τα πράγματα μου. Θα μου λείψεις …”

Η Νάντια δεν έκλαψε.. Η μόνη αντίδραση της ήταν να γυρίσει στην μάνα της και να της πει: γι’ αυτό μ’ αρέσουν τα παντελόνια!!!!


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;