“132 λεπτά” από Δήμος Ι.Π

Ένας άνδρας μπαίνει σ’ένα ασανσέρ. Πατάει το κουμπί με τον αριθμό οχτώ και περιμένει κοιτάζοντας το ρολόι του. Είναι ένα ακριβό ρολόι και αντλεί ευχαρίστηση, απ το βλέμμα των άλλων, όταν κάνει αυτή την κίνηση.  Φοράει ένα κοστούμι αξίας μερικών χιλιάδων. Είναι πολιτικός και ξέρει να λέει πειστικά ψέματα.

Στον δεύτερο όροφο, όπου στεγάζονται τα γραφεία ενός μικρού εκδοτικού οίκου, μπαίνει στο ασανσέρ μια γυναίκα. Τα ρούχα της είναι τριμμένα, τα αθλητικά της παπούτσια σκισμένα και τα μαλλιά της πιασμένα άχαρα, λαδωμένα και αχτένιστα. Είναι η γραφίστρια του περιοδικού. Κοιτάζει τα παπούτσια της και αποφεύγει να δει τον άνδρα με το ακριβό ρολόι. Όλοι αποφεύγουν να κοιτάξουν κατάματα το χρήμα. Σε φοβίζει η αίσθηση της δύναμης, ή της κατάχρησής της, που αποπνέουν άνθρωποι όπως εκείνος.

Το ασανσέρ ανεβαίνει έναν όροφο, μετά δύο, μετά τρεις. Κι έπειτα σταματά. Κάπου ανάμεσα στον έκτο και έβδομο όροφο. Στο τμήμα της πολυκατοικίας  που είναι ακατοίκητο. Ο άνδρας πατά το κουδούνι ασφαλείας. Τίποτα. Χαλασμένο. Η γυναίκα ουρλιάζει “βοήθεια”, φωνάζει πως κλείστηκαν μέσα. Φωνάζει κι ο άνδρας με όλη του τη δύναμη. Κανείς δεν τους ακούει. Κοιτάζουν την κάμερα ασφαλείας στο εσωτερικό του θαλάμου. Χαλασμένη εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο. Δεν τους ακούει κανείς. Δεν θα έρθει να τους βοηθήσει κανείς. Όχι  για άλλες δύο ώρες τουλάχιστον, που η γραμματέας του πολιτικού θα τον αναζητήσει. Μέχρι τότε είναι κλεισμένοι στο θάλαμο. Δύο άγνωστοι. Με μοναδική παρέα ο ένας τον άλλο.

“Δεν μας ακούει κανείς” λέει με λυγμούς η κοπέλα και κάθεται στη γωνία του θαλάμου, δίπλα στη χειρολαβή.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

“Μην ανησυχείτε δεσποινίς, έχω ένα πολύ σημαντικό ραντεβού σε λίγες ώρες και σίγουρα θα με αναζητήσει κάποιος συνεργάτης μου μέχρι τότε”.

Η κοπέλα γνέφει και κρύβει το πρόσωπό της ανάμεσα στα μπράτσα της. Ο άντρας προσπαθεί να φωνάξει βοήθεια για άλλη μια φορά. Μάταια. Το παραμικρό σημάδι ζωής. Ο άνδρας ανάβει ένα τσιγάρο και φωνάζει, φωνάζει, φωνάζει. Μέχρι να βραχνιάσει. Αλλά κανείς δεν απαντά. Κι ύστερα όταν η φωνή του έχει κλείσει σχεδόν, όταν έχει κάνει ο,τι μπορούσε για να τον ακούσει κάποιος, κι όταν κανείς δεν ερχόταν, γύρισε προς το μέρος της.

“Δεν μας ακούει κανείς. Κι αυτή τη φορά είναι τελικό” λέει και καπνίζει το τσιγάρο του. Η κοπέλα βγάζει τα χέρια απ’ το πρόσωπό της και τον κοιτάζει. Όχι φοβισμένα πια. Αλλά μ’ένα άλλο βλέμμα. Κενό και ατάραχο. Το βλέμμα κάποιου που έχει υπολογίσει την κάθε στιγμή μέχρι τώρα.

Σηκώνεται. Παίρνει το τσιγάρο απ το χέρι του και ρουφά τον καπνό. Τον κοιτάζει και μειδιάζει.

“Πώς ήταν τα τελευταία δέκα χρόνια; Σου πάει η πολιτική.” του λέει κι εκείνος της παίρνει πίσω το τσιγάρο και φυσά τον καπνό στο πρόσωπό της.

“Βρίσκεις; Πάντα πίστευα πως έλεγα πολύ φριχτά ψέματα.”

“Ναι, σαφώς. Μα, έχεις βελτιωθεί. Μαθαίνεις” του είπε και ξαναπήρε το τσιγάρο.

Κοιτάζονταν όπως δυο αρπακτικά που είναι έτοιμα να σκοτώσουν το ανυπεράσπιστο θύμα τους. Κι αυτό ήταν. Ένας γεννημένος ψεύτης και μια κοινωνιοπαθής, που μαζί έκαναν τον τέλειο δολοφόνο. Κι αλήθεια, αυτό ήταν. Βλέπετε, στο τέλειο έγκλημα δεν χρειάζεται να μη βρεθεί ένοχος, αλλά να βρεθεί αυτός που εξυπηρετεί τους σκοπούς σου. Κι αυτό το ήξεραν καλά κι οι δυό.

Πρώτη φορά συναντήθηκαν όταν ήταν δέκα χρονών. Ίσως και πιο μικροί. Εκείνος ήταν πολύ παχουλός τότε. Όλα τα παιδιά της γειτονιάς τον τραμπούκιζαν. Το πλούσιο αγοράκι που δε μπορεί να αντέξει ούτε δύο λεπτά χωρίς παγωτό. Εύκολο θύμα. Πολλά ψυχολογικά τραύματα. Κι εκείνη έβλεπε πέρα απ’αυτό. Κανείς ποτέ δεν τολμούσε να την πειράξει. Τα άλλα παιδάκια δεν ήξεραν το γιατί, μα τους απωθούσε η ιδέα να ενοχλήσουν το φτωχό κοριτσάκι, που ντυνόταν με ρούχα της Εκκλησίας. Δεν ήταν ευφυία, ήταν το ένστικτο. Το ίδιο ένστικτο που σε σταματάει απ΄το να ακολουθήσεις ένα ξένο τη νύχτα. Το ένστικτο της επιβίωσης.

Τα πράγματα ήταν απλά. Εκείνη τους είπε να σταματήσουν και οι νταήδες σταμάτησαν. Το χοντρό πλούσιο αγόρι ένοιωθε αιώνια ευγνωμοσύνη και το φτωχό κορίτσι είχε κερδίσει έναν οπαδό. Ποτέ δεν του μιλούσε μπροστά σε άλλους, ποτέ δεν τον έφερνε σπίτι της. Ούτε και πήγαινε στο δικό του σπίτι. Μονάχα συνήθιζαν να γυρίζουν σπίτι με το ίδιο λεωφορείο και να κάθονται σε θέσεις πλάτη με πλάτη. Πάντοτε ο ένας άφηνε σημειώματα στο κενό ανάμεσα στις θέσεις και τα έβρισκε ο άλλος την επόμενη μέρα. Κάτι που συνέχισαν να κάνουν μέχρι σήμερα.

Ύστερα αυτός αδυνάτισε. Θες η εφηβεία, θες τα χρήματα του μπαμπά. Όπως και να χει, πριν καν τελειώσουν το σχολείο έγινε δημοφιλής, όμορφος. Εκείνη παρέμενε στις σκιές. Έβλεπε από μακριά την άνοδό του. Περίμενε, Την κατάλληλη στιγμή. Κι ένα βράδυ ήρθε.

Ήταν απ’τις σπάνιες φορές που περπατούσαν μαζί στο δρόμο κι είχαν πάει στο πάρκο. Με διαφορές βλέψεις ο καθένας φυσικά. Τότε ήταν που εκείνη του έδειξε έναν κύριο, καθωσπρέπει και σοβαρό, να τραβάει ένα κοριτσάκι πίσω από κάτι θάμνους. Δεν ήταν η πρώτη. Το φτωχό κορίτσι το είχε ξαναδεί αυτό το θέαμα, πολύ παλιά. Το είπε στο αγόρι. Τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν και του ψιθύρισε κάτι αδιανόητο.

“Τι θα γινόταν…” είπε “αν το σταματούσαμε αυτό;” και τον κοίταξε όπως μόνο εκείνη θα μπορούσε να τον κοιτάξει. Μ’ένα σπάνιο βλέμμα λατρείας στον μεγαλύτερο θαυμαστή της.

Ήταν άτσαλο. Όλες οι πρώτες φορές είναι άτσαλες. Αίματα. Κραυγές. Χαμός. Όμως δεν ήταν τόσο άτσαλο ώστε να είναι χαζό. Η ψυχραιμία της ήταν αδιανόητη για κορίτσι δεκαεφτά χρονών, όμως αυτή τη στιγμή την περίμενε χρόνια. Το πτώμα του το πέταξαν στη λίμνη, γέμισαν τις τσέπες του πέτρες. Τα ρούχα τους που γέμισαν αίματα τα έκαψαν και έθαψαν τις στάχτες τους κάτω απ’το μεγάλο δέντρο του πάρκου. Έφυγαν κι κάνανε αξέχαστα πράγματα εκείνη τη νύχτα. Ώστε όλοι να λένε πως ήταν κάπου, όταν ήταν κάπου αλλού.

Με τον καιρό εκείνη βρήκε ένα σύστημα. Οι φόνοι θα έπρεπε να γίνονται εναλλάξ. Πότε ο ένας θα σκότωνε και πότε ο άλλος. Πάντοτε θα είχαν άλλοθι. Εναλλάξ τουλάχιστον. Κι ακόμα κι όταν δεν είχαν, είχαν αξιόπιστα άτομα που θα έλεγαν ψέματα γι’αυτούς. Το μυστικό ήταν να μη συναντιούνται ποτέ. Ή σχεδόν ποτέ. Κι αν χρειαστεί να συναντηθούν να είναι για λίγο, τυχαία. Με ασφάλεια. Μια συνάντηση προσχεδιασμένη χρόνια. Μια συνάντηση όπως ετούτη.

Εκείνος την κοίταζε με λατρεία κι εκείνη φυσούσε τον καπνό του τσιγάρου του στο πρόσωπό του. Δεν άγγιζαν ποτέ ο ένας τον άλλο. Δεν έλεγαν παρά τα απαραίτητα. Έτος, μέρος και ώρα της επόμενης συνάντησης. Για όλα τα υπόλοιπα υπήρχε το κενό στις θέσεις του λεωφορείου και οι κωδικοί τους. Που είχαν μια ζωή για να τους φτιάξουν.

Τα εκατόν τριαντα δύο λεπτά πέρασαν και τεχνικοί προσπαθούσαν να τους βγάλουν. Εκείνη έκλαιγε δυνατά κι εκείνος φώναζε. Όσο δεν τους έβλεπαν χαμογελούσαν. Εκείνη δεν αισθανόταν τίποτα κι αυτός αισθανόταν πάρα πολλά. Τόσα που μερικές φορές τον έπνιγαν. Τον έκαναν να θέλει να την αγκαλιάσει, να τη βοηθήσει,

Λίγο πριν ανοίξουν την πόρτα της είπε “συγγνώμη”, αυτό που της έλεγε κάθε φορά που την έβλεπε. Εκείνη σα να πετάρισε τα βλέφαρά της για λίγο. Μα όχι. Εκείνη δεν αισθανόταν τίποτα. Εκείνη δε μπορούσε να αντιδράσει. Δε γινόταν. Κι όμως για λίγο, για ένα παιχνίδισμα του φωτός αντέδρασε. Κι εκείνος ήξερε, πως είχε πολλά ακόμα να κάνει και να πει, για να μπορέσει εκείνη να ξεχάσει.

Μα τι να ξεχάσει φυσικά; Πέρα απ’το μεγαλύτερο έγκλημα όλων των εγκλημάτων. Αυτό που έμενε κοινό μυστικό κι ας ήταν τόσο προφανές. Το πρώτο τους θύμα δεν ήταν καθόλου θύμα, μα και καθόλου άγνωστος. Σε κανέναν απ’τους δυό τους. Κι αυτό το πρώτο θύμα ήταν η εξιλέωσή του τόσα χρόνια σε εκείνη.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

MAX MAGAZINE

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;