Το «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο και το φαινόμενο του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου

Pulp Fiction
Πηγή εικόνας: www.deccanherald.com

Η σημασία της απονομής του Χρυσού Φοίνικα στην ταινία «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο στο Φεστιβάλ Καννών του 1994 ήταν διττή. Αφενός, επρόκειτο για μία ταινία με μέτριο σχετικά προϋπολογισμό (η δεύτερη από έναν μέχρι πρότινος άγνωστο και ηλικιακά νεότατο σκηνοθέτη) και αφετέρου, ήταν μία αμερικανική ταινία που κέρδισε το βραβείο με το μεγαλύτερο πρεστίζ στο χώρο του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Ο λόγος, όμως, που ο θρίαμβος του «Pulp Fiction» έγραψε ιστορία, είναι και εκείνος που ενδιαφέρει περισσότερο  τους ιστορικούς του σινεμά. Σύντομα μετά τις Κάννες, το «Pulp Fiction» έγινε αποδεκτό από το Cahiers du Cinéma και άλλα ευρωπαϊκά περιοδικά και εφημερίδες με κριτικές κινηματογράφου, εδραιώνοντας έτσι, μαζί με το «Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες» (1989) του Στίβεν Σόντερμπεργκ και το «Ο Ρότζερ κι εγώ» (1989) του Μάικλ Μουρ, μία νέα τάση του αμερικανικού κινηματογράφου, που είχε ξεκινήσει περίπου μία δεκαετία νωρίτερα με τις ταινίες του Τζιμ Τζάρμους: τον αμερικανικό ανεξάρτητο κινηματογράφο.

Pulp Fiction
Πηγή εικόνας: www.imdb.com

Ο Ταραντίνο, ο οποίος δούλευε αρχικά ως υπάλληλος σε βίντεο κλαμπ στο Νόξβιλ του Τεννεσί, έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με τη σχεδόν μίνιμαλ ταινία, «Reservoir Dogs», το 1992. Χάρη σε μία συγκυρία κατά την οποία ο παραγωγός της, Λόρενς Μπέντερ, γνώρισε τον Χάρβεϊ Καϊτέλ και του έδωσε να διαβάσει το σενάριο του Ταραντίνο που τον εντυπωσίασε, το «Reservoir Dogs» γυρίστηκε με ένα στοιχειώδη προϋπολογισμό και προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Σάντανς, του Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Τα κέρδη από την καλτ επιτυχία της ταινίας, αποτέλεσαν την οικονομική βάση της παραγωγής του «Pulp Fiction».

Στιγμιότυπο από την πρώτη ταινία του Ταραντίνο, «Reservoir Dogs» (1992). Πηγή εικόνας: www.newyorker.com

Ο Ταραντίνο έγραψε το πολυσχιδές σενάριο της ταινίας στο Άμστερνταμ, με τη βοήθεια του σκηνοθέτη, Ρότζερ Άβαρι. Όπως και οι υπόλοιπες ταινίες του Ταραντίνο, έτσι και το «Pulp Fiction» βρίθει κινηματογραφικών αναφορών, κυρίως σε ανεξάρτητες ή art house ευρωπαϊκές ταινίες. Ιδιαίτερη αδυναμία φαίνεται να υπήρχε στις ταινίες του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, καθώς η χαρακτήρας της Ούμα Θέρμαν, Μία Γουάλας, αποτελεί ένα φόρο τιμής στους χαρακτήρες της μούσας του σκηνοθέτη, Άννα Καρινά, αλλά και η εταιρία παραγωγής, με σήμα κατατεθέν την πολύχρωμη συμμορία από το «Reservoir Dogs», έχει ονομαστεί «A Band Apart», από την ταινία «Bande à part» (1964) του Γκοντάρ.

Pulp Fiction
Πηγή εικόνας: foodandafilm.com

Οι κυρίως ιστορίες που «μπερδεύονται» χρονολογικά μεταξύ τους είναι τρεις και από εκεί και πέρα υπάρχουν σκηνές που αφιερώνουν περισσότερο χρόνο σε δευτερεύοντες χαρακτήρες. Στην πρώτη, ο Βίνσεντ Βέγκα (Τζον Τραβόλτα) και ο Τζουλς Γουίνφιλντ (Σάμιουελ Λ. Τζάκσον), δύο μπράβοι στη δούλεψη του Μαρσέλους Γουάλας (Βινγκ Ρέιμς), πηγαίνουν να παραλάβουν μια βαλίτσα με μυστηριώδες περιεχόμενο και τρομοκρατούν μια ομάδα συμμοριτών για λογαριασμό του αφεντικού τους. Η κατάσταση, ενώ μοιάζει να είναι υπό έλεγχο, σύντομα ξεφεύγει και οι δύο μπράβοι βρίσκονται στο σπίτι του Τζίμι (Ταραντίνο) με ένα πτώμα χωρίς κεφάλι και ένα αυτοκίνητο πνιγμένο στο αίμα. Ο Τζίμι καλεί τον Γουίνστον Γουλφ (Χάρβεϊ Καϊτέλ) για να λύσει το πρόβλημα και τελικά ο Βίνσεντ και ο Τζουλς καταλήγουν σε μία diner, όπου ο Τζουλς γνωστοποιεί στον Βίνσεντ πως θέλει να αποσυρθεί, ύστερα από την «επιφάνεια» που είχε κατά τη διάρκεια της πρωινής τους αποστολής.

Pulp Fiction
Η Ούμα Θέρμαν στο ρόλο της Μία Γουάλας. Πηγή εικόνας: variety.com

Η δεύτερη ιστορία αφορά μια νύχτα που περνούν μαζί ο Βίνσεντ και η μοιραία γυναίκα του Μαρσέλους, Μία (Θέρμαν), η οποία δεν αργεί να καταλήξει σε περιπέτεια. Ο Βίνσεντ πηγαίνει τη Μία στο Τζακ Ράμπιτ Σλίμ, ένα vintage εστιατόριο που αρέσει σε εκείνη για να χορέψει και οι δυο τους περνούν μία ευχάριστη, αν και συγκρατημένη, βραδιά μεταξύ τους. Όταν, όμως, τελικά γυρίζουν στο σπίτι της Μία και ο Βίνσεντ την αφήνει για μια στιγμή για να πάει στην τουαλέτα, εκείνη ανακαλύπτει το σακουλάκι με την ηρωίνη που ο Βίνσεντ έχει κρυμμένο στην τσέπη του σακακιού του και νομίζοντάς το για κόκα, σνιφάρει μια γερή «μυτιά» και παθαίνει overdose. Ο Βίνσεντ, βλέποντας τι έχει συμβεί, την πηγαίνει γρήγορα στο σπίτι του ντίλερ του (Έρικ Στολτζ) για να της κάνουν ένεση αδρεναλίνης. Η ιστορία είναι ολόκληρη μια αναφορά στην ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε, «American Boy» (1978), όπου ο ηθοποιός, Στίβεν Πρινς, διηγείται μια δική του εμπειρία με πολύ κοντινή πλοκή.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Pulp Fiction
Πηγή εικόνας: pl.pinterest.com

Η τρίτη κυρίως ιστορία, αφορά την περιπέτεια του μποξέρ, Μπουτς Κούλιτζ (Μπρους Γουίλις), ο οποίος χρωστάει χρήματα στον Μαρσέλους και υπόσχεται να χάσει επίτηδες στο επόμενο ματς του για να κερδίσει ο Μαρσέλους το στοίχημα εναντίον του. Ο Μπουτς όχι μόνο δεν χάνει, αλλά σκοτώνει τον αντίπαλό του και προσπαθεί να φύγει κρυφά από την Καλιφόρνια με την αγαπημένη του, Φαμπιέν (Μαρία ντε Μεντέιρος), για να μην πέσει στα χέρια του Μαρσέλους. Χάρη σε μια κακή συγκυρία και το ρολόι του πατέρα του Μπουτς, που η Φαμπιέν ξέχασε στον προηγούμενο μοτέλ που έμεναν, ο Μπουτς αναγκάζεται να σκοτώσει τον Βίνσεντ που τον περιμένει στο δωμάτιο και συναντάει τυχαία τον ίδιο τον Μαρσέλους, ο οποίος αρχίζει να τον κυνηγάει με όπλο στο δρόμο, μέρα-μεσημέρι. Η ιστορία αλλάζει τροπή όταν οι δυο τους μπαίνουν κατά λάθος σε ένα μαγαζί με αντίκες το οποίο διευθύνει μια ομάδα διεστραμμένων rednecks, συμπεριλαμβανομένου ενός διεφθαρμένου αστυνομικού, που τους πιάνουν αιχμαλώτους και βιάζουν τον Μαρσέλους. Ο Μπουτς καταφέρνει να λυθεί από τα δεσμά του και αντί να παρατήσει εκεί το πρώην αφεντικό του, επιστρέφει και τον απελευθερώνει, σκοτώνοντας ή πληγώνοντας θανάσιμα τους rednecks. Ο Μαρσέλους, ευγνώμων για την κίνηση του Μπουτς, τον αφήνει να φύγει ξεχνώντας τη διαφωνία μεταξύ τους, υπό τον όρο πως δεν θα ξαναπατήσει το πόδι του στην Καλιφόρνια.

Πηγή εικόνας: www.pinterest.at

Πέρα από το σύνθετο σενάριο, τους ασυνήθιστους διαλόγους και τις δυνατές ερμηνείες, το «Pulp Fiction» έχει μείνει στην ιστορία του σινεμά και για το αξέχαστο σάουντρακ του. Αποτελούμενο κυρίως από surf rock κομμάτια και μερικές rockn roll επιτυχίες, το σάουντρακ του «Pulp Fiction» έχει συνδεθεί για πάντα με τις σκηνές από την ταινία, είτε με τον Βίνσεντ να χορεύει με τη Μία στο Τζακ Ράμπιτ Σλιμ, είτε με εκείνη να λικνίζεται μαστουρωμένη στο σπίτι της μπροστά από ένα μπομπινόφωνο, είτε με τον Βίνσεντ να βαράει ένεση και να οδηγάει με μισόκλειστα μάτια στο σκοτάδι. Μία από τις πλέον σκοτεινές χρήσεις του σάουντρακ της ταινίας ήταν εκείνη από τον Έρικ Χάρις και τον Ντίλαν Κλέμπολντ στο βιντεάκι που τράβηξαν στο δρόμο για το σχολείο τους στο Κόλουμπαϊν το 1999, όπου άνοιξαν πυρ ενάντια στους συμμαθητές τους, δολοφονώντας 12 και τραυματίζοντας 21 επιπλέον άτομα.

Πηγή εικόνας: www.imdb.com

Χαρακτηριστικό του ύφους της ταινίας είναι πως ενώ σε θέματα πλοκής συμβαίνουν διάφορα πράγματα, το νόημα που μπορεί να προκύπτει είναι ρηχό και κάπως ναΐφ. Το «Pulp Fiction» δεν μία πιο «σοβαρή» ταινία από το «Πολύ σκληρός για να πεθάνει» (1988) ή τις ταινίες δράσης του Τζον Γου, ακόμη κι αν ο Ταραντίνο διεκδίκησε το Χρυσό Φοίνικα σε ένα από τα πιο διανοουμενίστικα φεστιβάλ ταινιών στον κόσμο. Η σύνδεση που μπορεί κανείς να βρει εδώ, δεν είναι τόσο με το «Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες» του Σόντερμπεργκ, που καταπιάνεται με το θέμα της ηδονοβλεψίας και τη σχέση του με το σινεμά, ή με το «Ο Ρότζερ κι εγώ» του Μουρ, που αποτελεί μία καμπάνια για να βρεθεί ο υπεύθυνος για την τραγωδία που έχει χτυπήσει το Φλιντ του Μίσιγκαν, αλλά με τις ταινίες του Τζιμ Τζάρμους και τις απαρχές του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου. Όπως, για παράδειγμα, το «Stranger Than Paradise» (1984) του Τζάρμους, έτσι και το «Pulp Fiction» είναι μία μαύρη κωμωδία και ενώ βλέπουμε διάφορα γεγονότα να εκτυλίσσονται μπροστά μας, στην ουσία δεν συμβαίνει τίποτα σημαντικό. Το «Pulp Fiction» μπορεί να έχει πιο γρήγορη ταχύτητα από οποιαδήποτε ταινία του Τζάρμους, όμως δεν παύει να μοιράζεται μαζί τους την πεποίθηση πως τίποτα δεν έχει στ’ αλήθεια σημασία.

Pulp Fiction
Πηγή εικόνας: visegradinsight.eu

Το «Pulp Fiction» κατηγορήθηκε από πολλούς για τη νιχιλιστική του διάθεση, ενώ άλλοι έμειναν περισσότερο στην «αισθητικοποίηση της βίας» και το λάθος μήνυμα που μπορεί να δώσει αυτό στις νεότερες γενιές. Γυρίζοντας πίσω σε αυτές τις κριτικές 27 χρόνια αργότερα, μπορούμε πιο εύκολα να δούμε πόσο αβάσιμες ήταν τελικά, καθώς, άσχετα με τα πρότυπα ή τη βία που μπορεί να προβάλλεται στις ταινίες, τα νούμερα της εγκληματικότητας δεν επηρεάζονται ούτε θετικά, ούτε αρνητικά. Η ταινία αυτή του Ταραντίνο, ωστόσο, άνοιξε το δρόμο για αμέτρητες άλλες ταινίες μέσα από νέα, μικρότερα studio παραγωγής στο Χόλυγουντ και αναζωογόνησε τον κινηματογράφο, τουλάχιστον για δύο δεκαετίες.

Δείτε το trailer της ταινίας στο YouTube:


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;