Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Διάβολος δεν θυμίζει σε τίποτα άνθρωπο, ενώ αυτοί που έχουν δει το «Imposter», σίγουρα τείνουν στο συμπέρασμα ότι τελικά έχει ανθρώπινη μορφή και μάλιστα ακούει στο όνομα Frédéric Bourdin. Πρόκειται για έναν άκαρδο και υπάνθρωπο απατεώνα, κλέφτη ταυτοτήτων, που εκτός από την όψη του, τα υπόλοιπα γνωρίσματά του δεν μοιάζουν σε τίποτα στο ανθρώπινο είδος. Αρκείται απλώς στο να ενσωματώνεται σε καταστάσεις, αγνοώντας τα συναισθήματα των συνανθρώπων του, προσποιούμενος κάθε φορά ότι είναι κάποιος άλλος από αυτός που είναι στην πραγματικότητα, καταφέρνοντας διαρκώς να την «γλιτώνει». Όμως πίσω από τον Γάλλο Δαίμονα, κρύβεται κάτι πιο σκοτεινό και απόκοσμο και γρήγορα οι ρόλοι θύτης-θύμα, θα αντιστραφούν. 

Μυστικά, ψέματα και ατέρμονη υποκρισία. Όλα φαντάζουν ιδανικά για το σενάριο της απόλυτης κινηματογραφικής ταινίας μυστηρίου, ίσως και τρόμου. Ωστόσο, η καλύτερη, η πιο ενδιαφέρουσα ή η τρομακτικότερη ταινία, δεν θα καταφέρει να αγγίξει το δέος και τον τρόμο που θα προκαλούσε η πραγματικότητα. Το Sundance, το South by Southwest, το San Sebastián και ποικίλα ακόμη indie φεστιβάλ ταινιών, «φιλοξένησαν» το αριστουργηματικό ντοκιμαντέρ και ντεμπούτο του Bart Layton, το «Imposter», στις αίθουσές τους και κατάφεραν να κινήσουν το ενδιαφέρον άπειρων θεατών προς το μέρος του συγκεκριμένου είδους. Το ντοκιμαντέρ πραγματεύεται την ιστορία του μικρού Nicholas Barclay, που εξαφανίστηκε το 1994 στο San Antonio του Texas. Τέσσερα χρόνια αφότου έλαβε τόπο η «τραγωδία», ένας αστυνομικός ενημερώνει την οικογένεια ότι ο 13χρονος βρέθηκε ζωντανός, στην Ισπανία. Η οικογένεια πρόκειται σύντομα να έρθει σε επαφή με τον -τεσσάρων χρόνων- χαμένο Nicholas, ο οποίος ύστερα από τα δεινά που έχει περάσει, φαίνεται να μην είναι το ίδιο πρόσωπο με αυτό που ήξεραν πριν την εξαφνάνισή του… στην κυριολεξία! Ο μικρός Nicholas χάθηκε με κατάξανθα φυσικά μαλλιά, ολόλευκο δέρμα και ανοιχτόχρωμα μάτια, ενώ εμφανίστηκε με σκουρόχρωμη σκιά γενιάδας, βαμμένα ξανθά μαλλιά, γαλλική προφορά και περίπου μιας πενταετίας μεγαλύτερη ηλικία. Εκ πρώτης όψεως, μοιάζει αστείο και απίθανο να πετύχει, όμως η οικογένεια Barclay έχει άλλη άποψη. Παρά τις ανησυχίες του ίδιου του Bourdin, η οικογένεια του παιδιού δεν σκοπεύει να θρηνήσει για πολύ καιρό ακόμη την εξαφάνισή του και σπεύδει να υποδεχτεί έναν άγνωστο, υποστηρίζοντας πιστά ότι είναι εκείνος που ψάχνει, αγνοώντας επιδεικτικά όλα τα σημάδια που το αμφισβητούν, φτάνοντας -τελικά- στο συμπέρασμα ότι ίσως και να υπάρχει κάτι που δεν γνωρίζουμε για τους Barclay. Που μάλλον φοβόμαστε να μάθουμε κιόλας…

Πηγή εικόνας: blogspot.com

Καθ’ όλη την διάρκεια του 99λεπτου ντοκιμαντέρ («Imposter»), δημιουργούνται διαρκώς ερωτήματα, που καθιστούν την πρωταρχική απορία του «που είναι ο Nicholas;», δευτερεύουσα. Πώς έχει κάποιος το σθένος και το θράσος να εισβάλλει σε ένα ξένο σπίτι, κατά την ευαίσθητη στιγμή μιας τόσο φορτισμένης ψυχολογικής κατάστασης (όπως εκείνης της οικογένειας μετά την εξαφάνιση του 13χρονου); Πώς ένας γονιός δεν μπορεί να αναγνωρίσει το παιδί του, όσα χρόνια ή δυσκολίες και να περάσουν; Πώς είναι δυνατόν ούτε ένας από την οικογένεια να μην υποψιάστηκε το οτιδήποτε για το γεγονός ότι έχουν «αγκαλιάσει» έναν απατεώνα και τον φροντίζουν σαν δικό τους άνθρωπο; Πόσο βρώμικη μπορεί να καταστεί μια απλή υπόθεση εξαφάνισης και τι πραγματικά είδε ο μικρός Nicholas λίγο πριν πεθάνει; Όσο τρελό κι αν φαντάζει, το ότι ο Bourdin μετά την ολοκληρωμένη θέαση του «Imposter», φαίνεται να είναι ο λιγότερο τρελός και επικίνδυνος από όλους, δεν απέχει κατά πολύ από την πραγματικότητα. Μάλιστα, βάσει της σκηνοθετικής ματιάς του Layton, δεν είναι απλά ελάσσων απειλή, αλλά και μάγκας, που κατάφερε να ξεσκεπάσει μια γκροτέσκα υπόθεση.

Ο Bourdin, κάνει το κομμάτι του ως πρωταγωνιστής μιας εκ των πιο μυστηριωδών και περίεργων υποθέσεων εξαφάνισης, παγκοσμίως και μας μυεί στον παρανοϊκό κόσμο ενός στυγνού δολοφόνου της ψυχής και ενός παθολογικού ψεύτη, που δεν ενδιαφέρεται για τίποτα άλλο εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Παράλληλα, τα μέλη της οικογένειας, ένα προς ένα, αναιρούν σταδιακά τα λεγόμενά τους και ρίχνουν περισσότερη στάχτη στην υπόθεση, επιδιώκοντας να την «θάψουν» όσο βαθύτερα γίνεται, ενώ οι αστυνομικές αρχές, αναλύουν τα γεγονότα όπως πρακτικά συνέβησαν και προσπαθούν να ξεδιαλύνουν τα πράγματα πρώτα για την οικογένεια, ύστερα για τους ίδιους και τέλος για το κοινό που παρακολουθεί απτόητο και περιμένει ανυπόμονο ορισμένες απαντήσεις, όσο ο Nicholas, παραμένει έως και το τέλος, ένας δεύτερος ρόλος. Το «Imposter» όμως, δεν στοχεύει στο να δώσει καμία περαιτέρω διευκρίνιση, παρά στέκεται στο μυστήριο που περιλούζει τις οθόνες των θεατών, που «ψοφούν» για άλυτα μυστήρια. Όσες θεωρίες και να κάνει κανείς, δεν πρόκειται να φανερωθεί κανένα spoil για την πλοκή, καθ’ ότι απλούστατα, η λύση δεν υπάρχει. Αυτό είναι και ο απώτερος σκοπός του σκηνοθέτη, να κρατήσει το κοινό του σε συνεχή αγωνία και όρεξη να παρακολουθήσει τα μετέπειτα, δίνοντάς του την ευκαιρία να γίνει Sherlock Holmes, για μια μέρα (ίσως και για μια ολόκληρη νύχτα).

Το συγκλονιστικό character study που προσφέρει γενναιόδωρα το «Imposter» αλλά και το πομπώδες μοντάζ, που είναι ικανό να δώσει την πλοκή από μόνο του, αποτελούν ένα σημαντικό μάθημα για τους λάτρεις του κινηματογράφου. Αρκεί μόνο μια δεύτερη ματιά στις λεπτομέρειες που αποκαλύπτει το έργο και μια εκτενέστερη ανάλυση της μητέρας, της οποίας τα μάτια «προδίδουν» ότι ξέρει και ύστερα ανακαλύπτουμε ότι η απάντηση, ίσως εν τέλει να βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Δείτε εδώ το τρέιλερ της ταινίας:


Δώστε τη δικιά σας βαθμολογία

ΕΠΙΛΕΞΤΕ ΠΟΣΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΔΙΝΕΤΕ

Μέσος όρος: 2.7 / 5. Συνολικά βαθμολόγησαν: 3

No votes so far! Be the first to rate this post.

Λίγα λόγια για τον συντάκτη