«American History X»: “Η ζωή είναι πολύ μικρή για να είσαι συνέχεια τσαντισμένος, δεν αξίζει τον κόπο”

Η χρονολογία είναι 1998.  Στις αίθουσες κάνει πρεμιέρα  η ταινία « American History X» (ή στα ελληνικά «Μαθήματα Αμερικανικής  Ιστορίας»), προκαλώντας ιδιαίτερη  αίσθηση στο κινηματογραφικό γίγνεσθαι  ταράζοντας τα λιμνάζοντα νερά,   με μια ταινία που μιλάει με ωμό ρεαλισμό και  αφοπλιστική ειλικρίνεια για τη φρικαλεότητα  του ναζισμού, την εξάπλωση της μάστιγας του ρατσισμού και τις συνέπειες  που συνεπάγονται αυτών. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο  -πρωτοεμφανιζόμενος  τότε- Bρετανός  σκηνοθέτης Τόνι  Κάνιε, μη γνωρίζοντας ότι το δυνατό του ντεμπούτο θα σημαδέψει γενιές αργότερα και η ταινία του θα αποτελέσει κλασσικό κομμάτι της 7ης τέχνης , παρά τα  μόλις 20 (!) και  πλέον κινηματογραφικά  χρόνια ζωής  της. Με πρωταγωνιστή τον εξαιρετικό φέρελπι νεαρό ηθοποιό  Έντουαρντ  Νόρτον -στα σπάργανα  του τότε- που μας είχε δείξει σοβαρό δείγμα σπάνιου ταλέντου,  μόλις  δυο χρόνια νωρίτερα στο « Φόβο Ενστίκτου» στο δικό του τότε ντεμπούτο ως ηθοποιού, ενσαρκώνοντας  αξιοθαύμαστη σπουδή και περίτεχνη υποκριτική ικανότητα,  έναν προβληματικό φυλακισμένο νεαρό.

Ήταν η αρχή μιας λαμπρής καριέρας για τον σπουδαίο και ενδεχομένως υποτιμημένο ηθοποιό  και δυστυχώς όχι τόσο λαμπρής για τον σκηνοθέτη του American History X, αφού όπως έχουμε διαπιστώσει δεν είναι λίγες οι φορές που ένα τόσο δυνατό ντεμπούτο είναι ευχή και κατάρα για έναν σκηνοθέτη, που είτε θα σημαδέψει μια καριέρα επισκιάζοντας τις επόμενες ταινίες, είτε θα είναι το εφαλτήριο από το οποίο θα αναδυθεί ένα λαμπρό κινηματογραφικό μέλλον.  Ε,  μαντέψτε σε ποια περίπτωση κατατάσσεται ο εν λόγω σκηνοθέτης. Όπως και να έχει η συγκεκριμένη ταινία έχει γράψει αναμφίβολα με ανεξίτηλο μαρκαδόρο την  ιστορία της  στο σινεμά, καταθέτοντας  τη δική της διαμαρτυρία στο νοσηρό  φαινόμενο  του ρατσισμού.

Η ταινία αφηγείται τη ζωή ενός Αμερικανού νεοναζί  μετά την αποφυλάκιση του, έπειτα από τον διπλό φόνο δύο Αφροαμερικανών και την προσπάθειά του να μεταπείσει τον μικρό του αδελφό να απεμπλακεί από τη φασίζουσα πορεία που έχει ξεκινήσει να διανύει.

Advertisement

Πρόκειται για ένα οικογενειακό δράμα με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις  που αφορούν τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα,  η οποία μαστίζεται από φυλετικές διακρίσεις  -και  εν γένει τη ρατσιστική συμπεριφορά-  καθώς και αλλοτρίωση του ανθρώπου που οδηγεί στην ανάγκη συμμετοχής του σε κοινωνικά δίκτυα,  που έχουν σκοπό την επικράτηση τους  έναντι των υπολοίπων.  Η ταινία αποδομεί αποτελεσματικά  όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία συντελούν στη διατήρηση ρατσιστικών αντιλήψεων και αφηγήματα μίσους.  Αυτό, το επιτυγχάνει  μέσα από μια ρεαλιστική αφήγηση και επιτυχημένη χρήση του  flashback  που εκτός από την αντίθεση που προσφέρει μέσα από την εναλλαγή ασπρόμαυρων (παρελθόν) και έγχρωμων (παρόν) πλάνων, ξεδιπλώνει σιγά σιγά την ιστορία, τα κίνητρα και  τους  λόγους που οδήγησαν τους  χαρακτήρες στα πεπραγμένα τους.  Με φρενήρη ρυθμό και σπασμωδικό μοντάζ  δεν υπάρχει χώρος  και χρόνος για κανένα μελόδραμα και καμία ηθικολογία που θα μπορούσε να χαλάσει το όλο εγχείρημα.

Αρωγός όλων αυτών , είναι ασφαλώς η εκπληκτικά πειστική  ερμηνεία του πρωταγωνιστή (Έντουαρντ Νόρτον), που δεν είναι απλά εκεί για  να διεκπεραιώσει την ιστορία  αλλά παίζει βασικό ρόλο στον ρεαλισμό και στη δραματουργία που αυτή απαιτεί  και κατ’ επέκταση στο συνολικό αποτέλεσμα.  Ο Ντέρεκ   (Έντουαρντ Νόρτον ), μετά την αποφυλάκιση του,  απαρνούμενος  το παρελθόν  του περνάει από την άγνοια στην συνειδητοποίηση , από την άρνηση στην αποδοχή, από το σκοτάδι στο φως.  Η αποποίηση του ζοφερού του παρελθόντος συνέβη μέσα από τραγικά βιώματα στη φυλακή, όπου ήταν και το κρίσιμο σημείο καμπής,  στο οποίο από θύτης έγινε θύμα και από παθών έγινε «δάσκαλος».

Σε μια φτωχογειτονιά που έχει  γίνει πεδίο μάχης, η οργή και το μίσος  δεσπόζουν και η ξενοφοβία έχει  κατακυριεύσει την ψυχή του Ντέρεκ,  καθώς και η ανάγκη του να ηγείται μιας  συμμορίας-αγέλης,  οδήγησαν σε σκηνές ανθολογίας όπως η σκηνή  με το λογίδριο που έβγαλε μπροστά σε μια ομάδα skinhead, δευτερόλεπτα προτού  μπουκάρουν και διαλύσουν  ένα σουπερμάρκετ υπό ασιατικής ιδιοκτησίας  και φυσικά  για την σκηνή του οικογενειακού τραπεζιού,  που από ένα ρατσιστικό παραλήρημα εξελίχτηκε σε ενδοοικογενειακή  βία μεγάλης συναισθηματικής έντασης και ψυχολογικής φόρτισης .

Advertisement

Η απουσία της πατρικής  φιγούρας  στη ζωή του Ντέρεκ  τον ανάγκασε  να καταφύγει στον επικεφαλής  της ναζιστικής οργάνωσης τον οποίο και αργότερα απαρνήθηκε κόβοντας έτσι τον ομφάλιο λώρο που τον εμπόδιζε να δει με καθαρό βλέμμα και διαύγεια πνεύματος την παράνοια της ζωής που ζούσε.  Η ωμή βία δίνει και  παίρνει στην ταινία,  όπως  π.χ η εναρκτήρια  μνημειώδης σκηνή με τον πρωταγωνιστή να σκοτώνει χωρίς κανένα ίχνος οίκτου έναν μαύρο  άνδρα και στη συνέχεια τη στιγμή της σύλληψής του να χαμογελάει δείχνοντας να μην έχει συνειδητοποιήσει τι έχει  πράξει, αφού ελάχιστη σημασία έχει γι’ αυτόν η ανθρώπινη ζωή (όταν αυτή δεν έχει «λευκή» σφραγίδα).

Όσον αφορά τον ρόλο του χαρακτήρα στην ταινία,  είναι διττός.  Πρώτον,  μετά την αποφυλάκισή του πρέπει να βάλει ένα τέλος στο παρελθόν του αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους που πρώτα ήταν σύμμαχοι του και τώρα εχθροί  του και δεύτερον να καταφέρει να συσπειρώσει  τα μέλη της  κατακερματισμένης οικογένειάς του και να μαζέψει τα σπασμένα κομμάτια που άφησε στο οικογενειακό περιβάλλον εν γένει.  Η λειτουργία της ειρωνείας έγκειται στο γεγονός,   ότι  βλέπoυμε  έναν εντελώς αποπροσανατολισμένο και ατίθασο νεαρό να αφήνει έναν «υγιή»  οικογενειακό  πυρήνα και να γυρίζει όντας  ένας  μετανιωμένος συνειδητοποιημένος άντρας σε μια οικογένεια που πλέον έχει εκφυλιστεί.

Από τη μία,  ο Ντέρεκ είχε την ανάγκη να εξομολογηθεί και να εξιστορήσει στον αδερφό του τα βιώματα που του σημάδεψαν το παρόν και τον έκαναν να αναθεωρήσει το παρελθόν του με απώτερο σκοπό να τον νουθετήσει μέσα από αυτά.  Από την άλλη, ο αδερφός του  είχε την ανάγκη συμβουλής από τον μεγάλο αδερφό,  που όντας ώριμος αυτή τη φορά  θα συζητήσει με συγκαταβατικότητα και αγάπη και θα καταλάβει ο ένας  τον άλλον.  Προς αποτροπή λοιπόν του κακού παραδείγματος, ξεκινάει η  μη γραμμική αφήγηση για την φυλακή και η απόκτηση χρήσιμης και καθοριστικής εμπειρίας μέσα από αυτήν.  Εκεί , αυτός ήταν η μειονότητα,  το παιχνίδι παιζόταν επί ίσοις (;)  όροις και δεν μπορούσε πια να κρυφτεί  πίσω από  το μικρό του δαχτυλάκι, πόσο μάλλον από μια σβάστικα.

Advertisement

Η σκληρότητα και η βαρβαρότητα που παρουσιάζει ο σκηνοθέτης αυτήν τη μικρογραφία της κοινωνίας,  δεν αφήνει περιθώριο σε τραμπουκισμούς και μισαλλοδοξία  εκατέρωθεν.  Εκεί, το ένστικτο της επιβίωσης βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μάχης  καθιστώντας το  μια εκ των πραγμάτων  βιοτική ανάγκη και πολλές φορές  πιο σημαντική και από την ίδια τη σίτιση.  Η σφιχτή σκηνοθεσία με τα ρεαλιστικά ασπρόμαυρα πλάνα (πολύ έξυπνα  -μεταξύ άλλων-  συμβολίζουν και τη μονοδιάστατη οπτική με την οποία έβλεπε τότε ο Ντέρεκ τα πράγματα,  όλα για αυτόν ήταν άσπρο-μαύρο, καλό-κακό  κτλπ. )  μεταφέρουν καλύτερα από ποτέ το κλίμα κανιβαλισμού που επικρατεί στα σωφρονιστικά (;)  ιδρύματα και ο Ντέρεκ μοιάζει με  ένα «ψάρι έξω από το νερό».

Από τη φλυαρία που τον διακατείχε  ως ναζί, πέρασε στην σιωπή. Είδε τα πράγματα καθαρά και αντικειμενικά , άκουσε, κατάλαβε την ματαιότητα των όσων πίστευε.  Από λαλίστατος και ευέξαπτος  άλλαξε  σε λακωνικό και συνετό.  Ένα άγριο θηρίο που εξημερώθηκε.  Η μετάβαση του χαρακτήρα από την παλιά  ζωή στη νέα,  είναι και η λύτρωσή του ως  συμβουλάτορας  του  μικρού του αδερφού.  Το  «καλό»  παιδί, μεταστρέφεται από έναν αδελφό «ίνδαλμα»  και έρχεται σε σύγκρουση τόσο μαζί  του όσο και με τον εσωτερικό  του ψυχισμό,  όταν αντιλαμβάνεται τελικά ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως εσφαλμένα είχε πειστεί και ότι η βία φέρνει βία και ακόμα κι αν θέλεις  δεν μπορείς να αλλάξεις τη ζωή, αλλά μόνο τον εαυτό σου.

Κι έτσι λοιπόν, φτάνουμε στο  τραγικό φινάλε που χωρίς ηθικοπλαστικά  μηνύματα, συμβιβασμούς και μελοδραματισμούς  κλείνει με μια σκηνή  λυρισμού  με τον θάνατο του μικρού  αδερφού.  Το μήνυμα που θέλει να περάσει η ταινία, είναι ότι η εκδίκηση  δεν είναι απόδοση δικαιοσύνης αλλά μια κλιμάκωση της βίας που με τη σειρά της γεννάει βία και ούτω καθεξής ενώ παράλληλα «κλείνει» το μάτι στην αμερικανικό κατεστημένο και στην αρχέγονη ανθρώπινη δίψα του ανθρώπου για κυριαρχία, μια υπέρ το δέον  απληστία που έχει ως αποτέλεσμα ένα ατελείωτο αιματοκύλισμα και μια αέναη έκφραση μίσους. Δυστυχώς, κάποιος πρέπει να θυσιαστεί  σύμφωνα με τον σκηνοθέτη για να υπάρξει ειρήνη και ευρυθμία  και αυτός  ο κάποιος  πάντα θα είναι αθώος.  «Η ζωή είναι πολύ μικρή για να είσαι συνέχεια τσαντισμένος,  δεν αξίζει τον κόπο».*

 H ταινία κατέχει την 33η θέση ανάμεσα στις 250 καλύτερες ταινiες όλων των εποχών,  με βάση τη βαθμολογία της στο Imdb.

*Quote από την ταινία

Δείτε εδώ το τρέιλερ της ταινίας:

https://www.youtube.com/watch?v=XfQYHqsiN5g

Παρόμοια άρθρα που μπορεί να σ’ενδιαφέρουν:


SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Αφήστε το σχόλιο σας

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG