Η δεκαετία του ’90 θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν το «κέρας της Αμάλθειας» όσον αφορά τον όγκο των ταινιών που εξήγαγε η αγορά στο αχόρταγο κοινό, σε σημείο που οδήγησε ακόμα και σε αλόγιστη διασπάθιση χρήματος σε αχρείαστες ταινίες, λόγω αυξημένου ενδιαφέροντος και άφθονης ζήτησης. Σε ένα είδος ειδικά, ωστόσο, παρουσιάστηκε ένδεια ποιότητας και ανεπάρκεια προσφοράς -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που όμως επιβεβαιώνουν τον κανόνα- και δεν ήταν άλλο από το τόσο αγαπητό είδος του τρομακτικού, το οποίο είχε περιέλθει σε τελματώδη κατάσταση ύστερα από μια 20ετία (70’s και 80’s) παντοκρατορίας και έδειχνε έντονα σημάδια κούρασης και απουσία έμπνευσης. Το «Mute Witness», απότοκο του 1995, κατάφερε μεσούσης της λειψής αυτής δεκαετίας να ανάψει τη δάδα της ελπίδας και να δώσει το φιλί της ζωής σε μια περίοδο που το είδος βρισκόταν σε νεκροφάνεια. Με πολύ ευρηματικό τρόπο έδωσε χώρο στον εαυτό της να πειραματιστεί πάνω στον κινηματογραφικό καμβά με μια παλέτα πολλών διαφορετικών χρωμάτων, διατηρώντας ευλαβικά το τρομακτικό στοιχείο από την αρχή έως το τέλος, χωρίς να φοβηθεί να φλερτάρει με το μυστήριο και την κωμωδία εντός ουσιαστικά μιας γενικότερης αλληγορίας. Ενσωματώνοντας μελαγχολικές αναφορές σε παλιές ταινίες και είδη, πλην όμως, με φρέσκο αέρα και μοντέρνα αισθητική, κάνει τη διαφορά ανάμεσα στη «χάβρα» των ομοίων της.

Mute Witness
Πηγή εικόνας: virtual-history.com

Μια μουγκή makeup artist κινηματογραφικών ταινιών χαμηλού προϋπολογισμού, διαπιστώνει εντελώς τυχαία ότι ο χώρος γυρισμάτων χρησιμοποιείται εν κρυπτώ ως στούντιο που γυρίζονται αληθινές σκηνές σαδισμού και φόνων.

Η Billy (Marina Zudina), είναι μια «ήσυχη» και μειλίχια κοπέλα που στερείται ομιλίας και εργάζεται σε κινηματογραφικά στούντιο ως makeup artist. Με μια εναρκτήρια σκηνή μονοπλάνου που δείχνει μια γυναίκα να δολοφονείται από έναν αδίστακτο εισβολέα, υποθέτουμε εύλογα ότι πέσαμε για άλλη μια φορά θύματα ενός déjà vu τετριμμένων ταινιών, μέχρι που ακούμε το στεντόρειο cut του σκηνοθέτη, κάνοντάς μας σαφές ότι πρόκειται για γύρισμα. Η ταινία εν τάχει κάνει ευφυώς μια σύντομη αναφορά σε ταινίες τρόμου πρότερων εποχών διακωμωδώντας τες εμφατικά αλλά ταυτόχρονα προλειαίνει το έδαφος της αφήγησης, με την αδυναμία επικοινωνίας του συνεργείου να συνεννοηθεί σωστά, καθιστώντας την ετερόκλητη γλώσσα ως κύριο αποτρεπτικό παράγοντα (αμερικανικό συνεργείο που γυρίζει στη Ρωσία). Δεν περνάει απαρατήρητο επιπλέον το γεγονός ότι υπαινίσσεται με μια δόση ειρωνείας τον συσχετισμό με την άλαλη πρωταγωνίστρια, αλλά και προϊδεάζει έντεχνα σε σπερματική μορφή αυτά που πρόκειται να ακολουθήσουν. Η Billy θα βρεθεί κατά λάθος μετά το τέλος του γυρίσματος κλειδωμένη στο «άδειο» στούντιο, αποτυγχάνοντας -έπειτα από προσπάθεια- να γίνει αντιληπτή από τον νυχτοφύλακα. Πεπεισμένη λοιπόν ότι θα περάσει εκεί το υπόλοιπο της νύχτας, διαπιστώνει κατά την διάρκεια μιας σύντομης προμενάδας μέσα στο πλατό ότι δεν είναι μόνη της και θα γίνει αυτήκοη πρώτα και αυτόπτης στη συνέχεια μάρτυρας, κάποιου κρυφού γυρίσματος ενός snuff film.

Mute Witness
Πηγή εικόνας: virtual-history.com

Από εκείνο το σημείο και έπειτα, η ταινία («Mute Witness») μετατρέπεται σε ένα φρενήρες ανθρωποκυνηγητό εν είδει περιπετειώδους καταδίωξης μεταξύ της ίδιας και των εμπλεκόμενων, σε μια προσπάθεια να την βγάλουν από την μέση πάραυτα. Από την μία, οι άλαλες κραυγές της θα την βοηθήσουν να διαφύγει του κινδύνου αρχικά, αλλά από την άλλη η αναπηρία της αυτή θα αποδειχθεί μεγάλο εμπόδιο και φορέας παρεξηγήσεων. Η Billy θα βρεί στεγανά κατά την γνωστοποίηση των φόνων που είδε εξαιτίας της αδυναμίας της να γίνει κατανοητή από την (ρωσική) αστυνομία και θα αναγκαστεί να εμπιστευτεί και να συνεργαστεί με έναν undercover αινιγματικό ντεντέκτιβ που προθυμοποιείται να τη βοηθήσει. Το γόητρο των αντιπαλόμενων πλευρών και αφορμή του όλου πανδαιμονίου, είναι η πολυπόθητη κασέτα η οποία περιέχει το snuff film και αποδεικτικό της όλης ιστορίας, καθ’ότι η απόκτησή του θα κρίνει και το αποτέλεσμα. Η ταινία με πολλά κωμικά ρινίσματα από βουβές ταινίες και κλισέ horror ταινιών του ’70 και ’80, σατιρίζει παράλληλα με όχημα την -διόλου τυχαίως- βωβή ηρωίδα την εν γένει κακή επικοινωνία ως τροχοπέδη στην ευημερία των ανθρώπων (συμβολίζοντάς το με τα φυσικά σύνορα αφού η πρωταγωνίστρια βρίσκεται σε ξένη χώρα), υπερθεματίζοντας την άποψη ότι όλα τα προβλήματα μεταξύ των ανθρώπων είναι προβλήματα γλώσσας.

Mute Witness
Πηγή εικόνας: virtual-history.com

Το «Mute Witness» παρουσιάζει επι τούτου γραφικούς τους περιφερειακούς χαρακτήρες, π.χ. οι Ρώσοι πληρούν όλα τα στερεότυπα (πανουργία, αβελτηρία, απληστία) που θα φανταζόταν αφελώς ένας απαίδευτος Αμερικανός για αυτούς και υπογραμμίζει το ότι όπως η ηρωίδα είναι «φιμωμένη» προφορικά, έτσι και οι υπόλοιποι χαρακτήρες πράττουν στην ουσία σαν άλαλοι, ανίκανοι (ίσως και αρνούμενοι) να επικοινωνήσουν σωστά, να εμπιστευτούν εκατέρωθεν και να αποτάξουν τα ψυχροπολεμικά κατάλοιπα που τους χειραγωγούν υποσυνείδητα. Τέλος, με σαρδόνιο χιούμορ κάνει ένα σχόλιο πάνω στις εύθραυστες ανθρώπινες σχέσεις και σατιρίζει ακόμα και τον ίδιο της τον εαυτό με διαδοχικές ανατροπές στην πλοκή. Η ταινία οριακά δεν καταντάει ανισοβαρής κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, καθώς τίποτα δεν προμηνύει ποιά θα είναι τελικά η έκβαση και ποιός είναι άξιος εμπιστοσύνης κάτω από την αλληγορική ομπρέλα του Ψυχρού Πολέμου, στον οποίο τελικά κανείς δεν βγήκε νικητής, -ή μάλλον καλύτερα- όλοι βγήκαν χαμένοι σε ένα διαρκώς ηλεκτρισμένο, καχύποπτο κλίμα ωρολογιακής βόμβας…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Δείτε το trailer της ταινίας «Mute Witness»:


Δώστε τη δικιά σας βαθμολογία

ΕΠΙΛΕΞΤΕ ΠΟΣΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΔΙΝΕΤΕ

Μέσος όρος: 3.5 / 5. Συνολικά βαθμολόγησαν: 6

No votes so far! Be the first to rate this post.

Λίγα λόγια για τον συντάκτη