Πρόκειται για μια ρομαντική ταινία, βαλμένη σε κωμικο-δραματικό πλαίσιο, με ελληνικό φόντο. O Αργύρης Παπαδημητρόπουλος (προηγουμένως σκηνοθέτης του «Wasted Youth» και του «Suntan») μας ταξιδεύει στα άδυτα της Ελλάδας του 2021… ή τουλάχιστον κάτι παραπλήσιο, χρησιμοποιώντας μια «ρεαλιστική» προσέγγιση και μια ομάδα διασήμων ηθοποιών, ικανοί να διαφημίσουν αξιοπρεπώς το έργο του και εν προκειμένω, το «Monday». 

Ο Mickey (Sebastian Stan) και η Chloe (Denise Gough), είναι δύο Αμερικάνοι που κατοικούν, έπειτα γνωρίζονται και τέλος ερωτεύονται στην Ελλάδα. Η πρώτη τους γνωριμία, όπως και η δική μας με την ταινία, ξεκινάει με ένα μεγάλο νησιώτικο ντισκοπάρτι, κινούμενο σε rave μονοπάτια. Όντας και οι δύο χαρακτήρες για ώρα υπό την επήρεια αλκοόλ και ενδεχομένως και ουσιών, εν τέλει αλληλοσυστήνονται από τον Αργύρη, τον ιδιόρρυθμο Έλληνα φίλο του Mickey. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα της συνάντησής τους, η ανεξέλεγκτη σεξουαλική τους χημεία, γίνεται αισθητή και αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την μετέπειτα σχέση τους. Μια ιδιότροπη, προσφάτως χωρισμένη δικηγόρος και ένας -μόνιμος πλέον- κάτοικος της Κυψέλης, που αυτοσυντηρείται μετά βίας με περιστασιακές δουλειές ως DJ (προωθώντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα την παραμελημένη μουσική του), ερωτεύονται παράφορα ύστερα από μια νύχτα γεμάτη πάθος και τόλμη, μοιάζοντας να επιστρέφουν για λίγο στην εφηβική τους ηλικία αλλά και να θέλουν να παραμείνουν εκεί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Μετά από την ξαφνική συνειδητοποίηση ότι ο ένας δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τον άλλον, ο Mickey σπεύδει να πείσει την Chloe να μην επιστρέψει πίσω στην Αμερική και να μείνει μαζί του στο διαμέρισμά του στην Αθήνα. Εκείνη δεν δυσκολεύεται να ενδώσει και να μετακομίσει επιτόπου μαζί του και να συνεχίσει την επαγγελματική της πορεία στην χώρα όπου γνωρίστηκαν, ξεκινώντας αμφότεροι μια νέα ζωή, για την οποία παρά την πληθώρα αμφιβολιών, μοναδική σιγουριά αποτελεί η άπλετη διασκέδαση. Ωστόσο και μια συνεχής αβεβαιότητα. Πάντως αναμφίβολα, αρκετό σεξ.

Monday
Πηγή εικόνας: imdb.com

Αγνοώντας πλήρως την διαφορά ηλικίας και το χάσμα των χαρακτήρων τους, η ωριμότερη, «άνοστη» Chloe και ο ανέμελος, αιώνια έφηβος Mickey, ανακαλύπτουν ότι εκ πρώτης όψεως δεν έχουν απολύτως τίποτα να χωρίσουν και είναι και οι δύο διατεθειμένοι να γυρίσουν γη και ουρανό για να καταφέρουν να συνυπάρξουν στην κοινή τους ζωή, χάρη σε μια νύχτα που τους έμεινε αξέχαστη. Ο -γεμάτος αυτοπεποίθηση- σκηνοθέτης από την άλλη, εισάγωντάς μας απότομα στο ρομάντζο των πρωταγωνιστών, από την βιασύνη του να μας παρουσιάσει το «αριστούργημά» του, φαίνεται να ξεχνάει ορισμένες λεπτομέρειες, που εκ των πραγμάτων ξενίζουν το υποψιασμένο κοινό.

Το «Monday», κατάφερε μεν να στρέψει τα βλέματα προς το μέρος του, όμως με φτηνούς τρόπους και αμέτρητα σεναριακά κενά, που είναι ανέφικτο κανείς να παραβλέψει, όντας εμφανώς ενοχλητικά. Ένα εκ των σημαντικότερων για την εξέλιξη της ιστορίας, αποτελεί το γεγονός ότι η Chloe, είχε χάσει την τσάντα της το βράδυ του πάρτι και ως εκ τούτου τα κλειδιά και το πορτοφόλι της αλλά και όλα εκείνα που συμπεριλάμβανε αυτό. Οπότε σίγουρα και το διαβατήριο, τα χρήματα, τις κάρτες και την ταυτότητά της. Συνεπώς, η μόνιμη βιασύνη της να ταξιδέψει πίσω στην βάση της, δεν συνάπτει με την πλήρη αμέλειά της ως προς το ότι η τσάντα της επιβάλλεται να βρεθεί λίαν συντόμως, καθ’ ότι το ταξίδι χωρίς χρήματα, διαβατήριο ή ταυτότητα, συμβαίνει μόνο στα παραμύθια (ίσως εκεί που τείνει να κατατάσσεται και το «Monday»). Κάτι που δεν αποτελούσε ανησυχία για την πρωταγωνίστρια μέχρι τώρα, όπως ακριβώς και τίποτα από τα επερχόμενα συμβάντα που πρόκειται να ακολουθήσουν και να «σοκάρουν» τον θεατή, αλλά να αφήσουν αδιάφορους τους χαρακτήρες. Και κάπως έτσι κυμαίνεται και η υπόλοιπη ταινία.

Monday
Πηγή εικόνας: imdb.com

Ο Micky, αρκείται στην λιτή, όμως συναρπαστική ζωή του στην Κυψέλη, διασκεδάζοντας ανελλιπώς σαν φοιτητής που φοιτά σε ξένη πόλη μακριά από τους δικούς του, σε ξέφρενα πάρτι γύρω από την φωτιά, δυνατή μουσική και μαζώξεις στο κέντρο της πλατείας, άφθονο αλκόολ και ναρκωτικά και ξεφάντωμα μέχρι πρωίας ή τουλάχιστον μέχρι την άφιξη της αστυνομίας (η οποία εμφανίζεται στην ταινία άλλοτε παραδόξως ανεκτική και άλλοτε άκαμπτη). Ταυτόχρονα, έχει ήδη παντρευτεί μια φορά στο παρελθόν, κατέχοντας ένα πρόσφατο διαζύγιο και έναν 6χρονο γιο. Προσπερνώντας το ότι ερχόμενος από την Αμερική, επιλέγει να μετακομίσει οριστικά στην Ελλάδα του σήμερα, επιβιώνοντας αποκλειστικά από δουλειές του «ποδαριού» και το ότι οι γνώσεις του ως προς την ελληνική γλώσσα είναι ανύπαρκτες για τα επτά ολόκληρα χρόνια που κατοικεί στην χώρα, ο Mickey αποτελεί έναν πολύπλοκο χαρακτήρα. Από την μια είναι ο ορισμός του «μεγάλου παιδιού» που θέλει διαρκώς να σαμποτάρει όλα τα θετικά της ζωής του, ενώ παράλληλα συμπληρώνεται από την Chloe, η οποία δεν φέρνει ιδιαιτέρως στην εικόνα μιας σοβαρής δικηγορίνας, παρά επιλέγει συνεχώς τον δρόμο της τολμηρής παρανομίας, χωρίς ωστόσο αυτό να της επιφέρει ουδένα πρόβλημα στην επαγγελματική της σταδιοδρομία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η χημεία των ηθοποιών μέσα στο χάος των κάκιστων διαλόγων, φαντάζει ανύπαρκτη, όπως και το υποκριτικό τους ταλέντο. Όμως στην πραγματικότητα, είναι τα μοναδικά «θύματα» στην παραγωγή (του «Monday»), προσπαθώντας να αναστηλώσουν την ταινία και να δώσουν νόημα στην πλοκή της, μοιάζοντας και οι δύο εξαιρετικά ενθουσιασμένοι που είχαν την ευκαιρία να συμμετάσχουν σε μια indie ευρωπαϊκή παραγωγή και δη ελληνική. Ένα συνονθύλευμα ανούσιων σκηνών, προσπαθεί να έρθει και να δέσει με μια λίστα καταξιωμένων ξένων και Ελλήνων ηθοποιών και μια ιστορία αγάπης με παρωχημένους χαρακτήρες, που αδυνατούν να κρατήσουν «ζωντανό» το ενδιαφέρον των θεατών. Ο σκηνοθέτης του «Monday», μέσα στην διάρκεια μιας δύσκολης περιόδου για τον ελληνικό κινηματογράφο, οραματίστηκε μια άδεια πόλη της Αθήνας και ένα ζευγάρι που το «ζει στα άκρα» να περιπλανιέται μέσα σε αυτήν, γυμνό και να σπέρνει αμφιλογία και «σοκ», αποτυπώνοντας έτσι την δική του πτυχή της νεανικής τρέλας και χτίζοντας πάνω σε αυτή την σκηνή, μια ολόκληρη ταινία.

Εκτός από το κυρίαρχο γνώρισμα που κατέχει η πλειοψηφία των ελληνικών ταινιών, που δεν είναι άλλο από την πληκτικά αργή ροή και το βιαστικό κλείσιμο πριν τους τίτλους τέλους, το «Monday» καθίσταται -εξαιτίας του ίδιου του σκηνοθέτη- μια από τις πιο εξυπνακίστικες, βαρετές και ανόητα δομημένες ταινίες του φετινού καλοκαιριού. Ενδιαφέρον, ωστόσο, αποτελεί η τρομακτικά σουρρεαλιστική ματιά του σκηνοθέτη για την Ελλάδα του 2021, κάνοντάς το ενοχλητικά αδύνατο να φανταστούμε πως μπορεί να τα βγάζουν πέρα οι χαρακτήρες του, ασχολούμενοι διαρκώς με το πως θα «σαχλαμαρίσουν». Το οποίο παραδόξως δεν είναι καθόλου «χαριτωμένο».

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας εδώ:

 


Δώστε τη δικιά σας βαθμολογία

ΕΠΙΛΕΞΤΕ ΠΟΣΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΔΙΝΕΤΕ

Μέσος όρος: 1.5 / 5. Συνολικά βαθμολόγησαν: 2

No votes so far! Be the first to rate this post.

Λίγα λόγια για τον συντάκτη