Η αυτοκαταστροφική σχέση του Φριτς Λανγκ με τον σατανικό χαρακτήρα του, Δρ. Μαμπούζε

Πηγή εικόνας: www.imdb.com

Κατά τη διάρκεια της πολυετούς καριέρας του, ο Αυστριακός σκηνοθέτης, Φριτς Λανγκ, ολοκλήρωσε τρεις ταινίες (η πρώτη εκ των οποίων χωρίζεται σε δύο μέρη), με πρωταγωνιστή τον διαβολικό εγκληματία, Δρ. Μαμπούζε, τον οποίο υποδυόταν ο τακτικός συνεργάτης του Λανγκ, Ρούντολφ Κλάιν-Ρόγκε. Προερχόμενος από ένα γερμανικό pulp μυθιστόρημα της εποχής, γραμμένο από το συγγραφέα και δημοσιογράφο, Νορμπέρτ Ζακ, η αρχετυπική αυτή εγκληματική μεγαλοφυΐα είναι φτιαγμένη ούτως ώστε να θυμίζει άλλους διαβολικούς επιστήμονες από την κατασκοπική λογοτεχνία, όπως τον Κινέζο, Δρ. Φου Μαντσού, από τη σειρά βιβλίων του Σαξ Ρομέρ, το Δρ. Νικολά, του Γκάι Μπούθμπι, το Φαντομά, των Αλέν Μαρσέλ και Πιέρ Σουβέστρ, ή τον Σβενγκάλι από το μυθιστόρημα «Τρίλμπι» (1894), του Ζωρζ Ντι Μωριέ. Καθώς οι πρώτες, τουλάχιστον, ταινίες με το Δρ. Μαμπούζε, «Δρ. Μαμπούζε, ο παίκτης: Μέρος Ι & ΙΙ» (1922), είναι βωβές και ανήκουν στο είδος του γερμανικού εξπρεσιονισμού, ο Λανγκ επηρεάστηκε από την ταινία, «Das Cabinet des Dr. Caligali» (1919), ή «Το Εργαστήριο του Δρ. Καλιγκάρι» στα ελληνικά, μία από τις πρώτες του κινήματος, σκηνοθετημένη τελικά από τον Ρόμπερτ Βίενε, παρότι ο ίδιος ο Λανγκ ήταν κι εκείνος αρχικά υποψήφιος να τη σκηνοθετήσει. Ο ηθοποιός που ενσαρκώνει τον Μαμπούζε, αν και στενός συνεργάτης του Λανγκ, υπήρξε ο πρώτος σύζυγος της γυναίκας του, Τέα φον Χάρμπου, η οποία επιμελούταν όλα τα σενάρια των ταινιών του συζύγου της, μέχρι το 1933, όταν ο γάμος τους διαλύθηκε και οι δυο τους χώρισαν νομικά και γεωγραφικά (ο Λανγκ έφυγε από τη Γερμανία, βλέποντας την επικίνδυνη άνοδο του Ναζισμού). Ο Δρ. Μαμπούζε, λοιπόν, προδότης και τζογαδόρος, ήταν κάτι παραπάνω από ένας κοινός εγκληματίας για το σκηνοθέτη, που φαίνεται να τον είχε σχηματίσει στο μυαλό του αρχικά σαν διάνοια και αργότερα σαν καταπιεστή ή Ναζί (αφού οι δύο όροι έφτασαν να γίνουν ταυτόσημοι, τουλάχιστον για τον εβραϊκό πληθυσμό, μέλος του οποίου ήταν και ο Λανγκ), με λίγα λόγια τη δική του νέμεση. Ο Λανγκ θέλησε τελικά τον Μαμπούζε να συγκεντρώνει όλα όσα εκείνος μισούσε και μαχόταν ενάντια στη ζωή του.

Μαμπούζε
Στιγμιότυπο από την ταινία, «Δρ. Μαμπούζε, ο παίκτης: Μέρος Ι» (1922). Πηγή εικόνας: offscreen.com

Στο «Δρ. Μαμπούζε, ο παίκτης: Μέρος Ι & ΙΙ», ο Μαμπούζε παρουσιάζεται ως μεγαλοφυΐα με ένα σωρό διαβολικά σχέδια στο μυαλό του, που θα τον βοηθήσουν να γίνει πλούσιος και παντοδύναμος. Μια από τις πρώτες επιχειρήσεις που τον βλέπουμε να αναλαμβάνει είναι να χειριστεί τις τάσεις του χρηματιστηρίου, και αφού πρώτα βάζει τα τσιράκια του να κλέψουν ένα εμπορικό έγγραφο, όταν τα νέα της κλοπής κυκλοφορούν, εκείνος εμφανίζεται στο χρηματιστήριο του Βερολίνου, μεταμφιεσμένος, εν μέσω του πανικού που έχει δημιουργήσει και αγοράζει τις μετοχές των εταιρειών που έχουν πέσει κατακόρυφα, σε εξευτελιστική τιμή. Όταν έχει αγοράσει πια πάρα πολλές, φροντίζει το έγγραφο να επιστραφεί και οι επενδυτές είναι σύντομα και πάλι έτοιμοι να αγοράσουν μετοχές. Ο Μαμπούζε βρίσκει έτσι την ευκαιρία να τις μεταπουλήσει σε πολύ υψηλή πια τιμή, βγάζοντας έτσι εκατομμύρια μέσα σε μερικές ώρες. Η χειραγώγηση του χρηματιστηρίου από επιτήδειους ήταν κάτι που, όπως φαίνεται, είχε ήδη αρχίσει να ανησυχεί τον κόσμο από το 1922, επτά χρόνια, δηλαδή, πριν σκάσει η οικονομική «φούσκα» στη Γουόλ Στρητ το 1929, με καταστροφικά για μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Γης αποτελέσματα.

Μαμπούζε
Στιγμιότυπο από την ταινία, «Δρ. Μαμπούζε, ο παίκτης: Μέρος ΙΙ» (1922). Πηγή εικόνας: www.zekefilm.org

Ο Δρ. Μαμπούζε, όμως, δεν είναι απλώς ένας καπιταλιστής χωρίς ήθος. Με τηλεπαθητικές ικανότητες, αλλά και τη δύναμη της ύπνωσης στα χέρια του, ο Μαμπούζε χρησιμοποιεί «μαύρη μαγεία» για να ξεγελάσει πλούσιες γυναίκες και άντρες και να τους κλέψει στα χαρτιά ή κάθε είδους τζόγο. Η «occult» ήταν κάτι που τρόμαζε τον μέσο άνθρωπο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και έτσι όλες οι σατανικές ιδιοφυίες είχαν απαραίτητα και μαγικές ικανότητες, που χρησιμοποιούσαν για σκοτεινούς σκοπούς. Υπήρχαν, άλλωστε, και υπαρκτά πρόσωπα την εποχή εκείνη, όπως, για παράδειγμα, ο Άλιστερ Κρόουλι, που υποστήριζαν πως διέθεταν τέτοιες ικανότητες και ο Τύπος και η κοινή γνώμη τους είχε καταδικάσει ως Σατανιστές. Αργότερα, οι Ναζί συνδέθηκαν, κατά ένα παράξενο τρόπο, με την «occult», κυρίως στην pulp λογοτεχνία.

Μαμπούζε
Στιγμιότυπο από την ταινία, «Δρ. Μαμπούζε, ο παίκτης: Μέρος Ι» (1922). Ο Μαμπούζε μεταμφιέζεται στο κρησφύγετό του, με τη βοήθεια του υπηρέτη του, Σποέρι. Πηγή εικόνας: djayesse.over-blog.com

Ακολουθώντας τις διάφορες φόρμες, τόσο της κατασκοπικής, όσο και της αστυνομικής, της «occult» και της γκανγκστερικής λογοτεχνίας και μυθοπλασίας γενικότερα, ο Μαμπούζε ηγείται μιας συμμορίας αρχετυπικών «κακών» που ενίοτε παίρνουν ναρκωτικά, κλέβουν, απαγάγουν ανθρώπους και έχουν αφιερώσει τη φαύλη ζωή τους (ή μάλλον την ψυχή τους) στον αρχηγό τους, που με βάση τη χριστιανική ηθική, ταυτίζεται με το Διάβολο. Ο Φριτς Λανγκ ήταν μεγάλος φαν των ταινιών-σήριαλ που κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη από στούντιο όπως την Gaumont ή την Pathé και ιδιαίτερα τα αστυνομικά θρίλερ του πρωτοπόρου σκηνοθέτη, Λουί Φεγιάντ («Fantômas», 1913, «Les Vampires», 1915-16 και «Judex», 1916). Η δυναμική μεταξύ «καλού» και «κακού», πάντα με βάση το Χριστιανισμό, που άλλωστε επικρατούσε σε όλη τη Δύση, λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο στις ταινίες των δύο σκηνοθετών, με τη μόνη διαφορά να είναι πως στις ταινίες με το Δρ. Μαμπούζε, μπορεί μεν η αστυνομία να τον καταδιώκει και τελικά να τον σταματάει, πριν ολοκληρώσει τα καταστροφικά του σχέδια, όμως εδώ ο πρωταγωνιστής μοιάζει να είναι ο ίδιος ο εγκληματίας. Εκείνο που παρακολουθούμε, όπως στο «Χαμένο Παράδεισο» (1667) του Τζον Μίλτον, είναι η πτώση του αντιήρωα και τελικά η τιμωρία της ψυχής του για την έπαρση που έδειξε.

Μαμπούζε
Στιγμιότυπο από την ταινία, «Η Διαθήκη του Δρ. Μαμπούζε» (1933). Πηγή εικόνας: www.sabzian.be

Η ταύτιση του χαρακτήρα του Μαμπούζε με τον Αδόλφο Χίτλερ είναι κάτι που, φυσικά, συνέβη σταδιακά. Η συμπάθεια που ο Λανγκ μας παροτρύνει να δείξουμε στο πρόσωπο του εγκληματία, αρχίζει ολοένα να μειώνεται, μέχρι που φτάνουμε πια στο δεύτερο μέρος των περιπετειών του Μαμπούζε, την ταινία, «Η Διαθήκη του Δρ. Μαμπούζε» (1933), η οποία γυρίστηκε με σκοπό να σατιρίσει τον τρόπο διακυβέρνησης του διαβόητου führer και για αυτό το λόγο απαγορεύτηκε από τους Ναζί. Μια συνέντευξη του Λανγκ από τον σκηνοθέτη του «Εξορκιστή» (1973), Γουίλιαμ Φρίντκιν, από το 1975, ρίχνει περαιτέρω φως σε αυτό το μυστήριο. Όπως διηγείται ο Λανγκ, μετά την απαγόρευση της ταινίας του με πρωταγωνιστή το σατανικό επιστήμονα, ο Υπουργός Προπαγάνδας της Ναζιστικής Γερμανίας, Γιόζεφ Γκαίμπελς, κάλεσε τον σκηνοθέτη στο γραφείο του για να του προτείνει να δουλέψει για την κυβέρνηση, φτιάχνοντας προπαγάνδες για τους Ναζί, όπως ήδη έκανε, για παράδειγμα, η Λένι Ρίφενσταλ. Ο Λανγκ, φοβούμενος τις επιπλοκές που μπορεί να είχε κάτι τέτοιο, ρώτησε τον Γκαίμπελς τι θα γινόταν, αφού ο ίδιος είχε εβραϊκή καταγωγή, μέσω της μητέρας του. Ο Γκαίμπελς του απάντησε χαρακτηριστικά πως εκείνοι όριζαν ποιος είναι Εβραίος και ποιος όχι, και έτσι δεν υπήρχε κανένα τέτοιο πρόβλημα. Ο Λανγκ, παρόλα αυτά, δεν πείσθηκε από την διφορούμενη απάντηση του Υπουργού, σκεπτόμενος πως αν ίσχυε κάτι τέτοιο, μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να αλλάξουν γνώμη και να στραφούν εναντίον του. Ο σκηνοθέτης, τελικά, διάλεξε να φύγει κρυφά για την Αμερική, χωρίζοντας τότε οριστικά με τη φον Χάρμπου, η οποία μάλλον δεν είχε αντίρρηση με το καθεστώς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μαμπούζε
Στιγμιότυπο από την ταινία, «Ο δολοφόνος με τα 1000 μάτια» (1960). Πηγή εικόνας: diaboliquemagazine.com

Η δουλειά του Λανγκ άλλαξε άρδην όταν εγκαταστάθηκε πλέον μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες και ένας από τους λόγους θα πρέπει να ήταν πως δεν συνεργάστηκε ποτέ ξανά με την πρώην γυναίκα του, όσο αφορά τα σενάρια των ταινιών του. Η κλίμακα των ταινιών που γύρισε στην Αμερική, αν και βρέθηκε κατευθείαν στο Χόλυγουντ, ήταν κατά πολύ μικρότερη από εκείνη των ταινιών που γύριζε στα στούντιο της U.F.A., όπως, π.χ., το «Metropolis» (1927) και το «Woman in the Moon» (1929). Ο Λανγκ αναγκάστηκε επίσης να διακόψει τη μακρόβια συνεργασία του με τους αγαπημένους του ηθοποιούς, συμπεριλαμβανομένου του Κλάιν-Ρόγκε και για αυτό το λόγο δεν επιχείρησε να φτιάξει άλλο επεισόδιο της σειράς ταινιών με πρωταγωνιστή το Δρ. Μαμπούζε, παρά μόνο δεκαετίες αργότερα, με την ταινία, «Ο δολοφόνος με τα 1000 μάτια» (1960), την οποία γύρισε στην Ιταλία με τον Βόλφγκανγκ Πράις στο ρόλο του σατανικού επιστήμονα. Η ταινία αυτή ήταν και η τελευταία του μεγάλου σκηνοθέτη και διαφέρει πολύ από τις προηγούμενες με τον Μαμπούζε ως πρωταγωνιστή.

Μαμπούζε
Στιγμιότυπο από την ταινία, «Δρ. Μαμπούζε, ο παίκτης: Μέρος ΙΙ» (1922). Ο Μαμπούζε σε μία από τις μεταμφιέσεις του. Πηγή εικόνας: diaboliquemagazine.com

Εκείνο που κάνει τον Δρ. Μαμπούζε ενδιαφέρον σαν χαρακτήρα είναι ο τρόπος που τον βλέπει ο ίδιος ο Λανγκ. Ο Μαμπούζε δεν είναι άρρωστος, όπως, ας πούμε, είναι ο χαρακτήρας του Πίτερ Λόρε, στην ταινία, «Μ – Ο Δράκος του Ντίσελντορφ» (1931). Ο σατανικός δόκτωρ είναι ένας αδιάντροπος τυχοδιώκτης, που ζει μέσα στο έγκλημα, ρισκάροντας, ή μάλλον «τζογάροντας» με μοναδικό του στόχο το να πλουτίσει και να κυριαρχήσει επάνω σε όλους και σε όλα, αποσκοπώντας ενδόμυχα στο να κερδίσει την αθανασία. Ο Λανγκ δείχνει αρχικά γοητευμένος από αυτό το ίνδαλμα του ατομικισμού, που διαθέτει χαρακτηριστικά ηγεμόνα και δη μακιαβελικού. Η αποστασιοποίηση του Λανγκ από τις μεθόδους που χρησιμοποιεί ο Μαμπούζε είναι σταδιακή, όπως θα πρέπει να ήταν και η αποστασιοποίησή του από το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα και το cult της προσωπικότητας του ηγέτη του, Αδόλφου Χίτλερ. Όπως και πολλοί άλλοι γερμανόφωνοι καλλιτέχνες, έτσι και ο Λανγκ πέρασε από διάφορα στάδια συνειδητοποίησης, σχετικά με το τι ήταν στην πραγματικότητα αυτοί οι νέοι «σωτήρες» της Γερμανίας και της Ευρώπης γενικότερα, δηλαδή, μια συμμορία εγκληματιών, άπληστη και κακοήθης με ιμπεριαλιστικές βλέψεις. Η συνειδητοποίηση αυτή ήρθε, μάλιστα, την τελευταία στιγμή πριν ο σκηνοθέτης παγιδευτεί για τα καλά στα δίχτυα τους, χωρίς τη δυνατότητα να ξεφύγει με αρκετά, ούτως ώστε να ξεκινήσει μια νέα καριέρα μακριά από το σπίτι του. Ο Λανγκ δεν αναγκάστηκε απλά να αναθεωρήσει το δημιούργημά του, δηλαδή, τον Μαμπούζε· όπως, άλλωστε, έκανε και ένα μεγάλο μέρος του γερμανόφωνου λαού, αναθεώρησε το πολιτικό κόμμα που με την ψήφο του επέτρεψε να πάρει την εξουσία, και αναγκάστηκε την ίδια στιγμή να αφήσει πίσω του τη ζωή και την καριέρα του ως τότε, καθώς και ένα κομμάτι της καρδιάς του για να περισώσει ό,τι ήταν ακόμα σε θέση να υπερασπιστεί, σταματώντας το «κακό» μέσα από την τέχνη του, πριν αυτό καταστρέψει όλα όσα είχε αγαπήσει και αγωνιστεί για αυτά, για μια ολόκληρη ζωή.

Δείτε τη συνέντευξη του Λανγκ από το σκηνοθέτη Γουίλιαμ Φρίντκιν (1975) στο YouTube:


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;