Athens
17°
broken clouds
Υγρασία: 72%
Άνεμος: 2m/s Ν-ΝΑ
Ανώτερη 17 • Κατώτερη 15
Weather from OpenWeatherMap
MAXMAG | Επικαιρότητα, Κόσμος, Πολιτισμός, Διασκέδαση, Ομορφιά

Σκηνοθέτες: Jeff Nichols: Το ταλέντο, οι αδυναμίες του και η αγάπη του για τον Michael Shannon

Με πέντε μεγάλου μήκους ταινίες στο ενεργητικό του, ο 37χρονος σήμερα Αμερικανός σκηνοθέτης Jeff Nichols συνεχίζει τη μεθοδική του πορεία προς το πρώτο του αληθινό blockbuster. Δεν πρόκειται για ένα ρηχό κυνήγι μιας μεγάλης εμπορικής επιτυχίας, αλλά μάλλον για την ξεκάθαρη πρόθεση του ίδιου να γυρίζει ταινίες που θα καταφέρνουν να βρίσκουν nichols 1το δρόμο τους προς τις αίθουσες και από εκεί, προς όσο το δυνατόν περισσότερους θεατές. «Ποτέ δεν έκανα ταινίες μόνο για μένα. Θέλω να κάνω ταινίες που ο κόσμος θα δει», παραδέχεται.

Η αλήθεια είναι πως ακόμη δεν έχει κυκλοφορήσει ένα τεράστιο hit με την υπογραφή του, τουλάχιστον όχι όπως αυτό θα οριζόταν με αριθμούς από τα χολυγουντιανά standards, αλλά ο Nichols εκτός από ταλέντο… έχει και πρόγραμμα. Αυτό συνίσταται σε κάτι πολύ σημαντικότερο από την εξασφάλιση γενναιόδωρων budget, σωστής διανομής και διάσημων πρωταγωνιστών, αν και ο σκηνοθέτης είναι αρκετά έξυπνος για να αναγνωρίζει την αναγκαιότητα και την επίδραση όλων των προηγουμένων στην επίτευξη του στόχου του. Εξελισσόμενος, λοιπόν, και στους τρεις αυτούς τομείς, εξελίσσει παράλληλα και πριν από οτιδήποτε άλλο, τις δικές του συγγραφικές και σκηνοθετικές ικανότητες. Από τα πρώτα του βήματα μέχρι και σήμερα, θέτει καινούργιους στόχους σε κάθε ταινία, τεχνικούς και καλλιτεχνικούς, διδάσκοντας τον εαυτό του και συλλέγοντας εφόδια για τις επόμενες δουλειές του.

Ο Jeff Nichols γεννήθηκε στο Little Rock του Arkansas το 1978 και ακολούθησε κινηματογραφικές σπουδές στο καλλιτεχνικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας. Αν και η πρώτη ταινία του, Shotgun Stories, κυκλοφόρησε μόλις το 2007, γυρίστηκε τρία χρόνια νωρίτερα, όταν ο ίδιος παρακάλεσε έναν πρώην καθηγητή του να τον φέρει σε επαφή με τον Michael Shannon, εντυπωσιασμένος από τις τότε ερμηνείες του ηθοποιού και πεπεισμένος ότι είχε βρει τον πρωταγωνιστή του. Πράγματι, ο Shannon δέχτηκε. «Οι μάνατζερ πάντα σε συμβουλεύουν να μη δουλεύεις με πρωτάρηδες, αλλά με σκηνοθέτες που ξέρουν τι κάνουν. Κατάλαβα όμως, από την πρώτη φορά που μίλησα με τον Jeff, ότι εκείνος ήξερε τι έκανε.», λέει σε συνέντευξή του. Ηθοποιός και σκηνοθέτης έχουν συνεργαστεί σε όλα τα project του τελευταίου μέχρι σήμερα, ενώ τόσο το αποτέλεσμα, όσο και η ολοφάνερη εκτίμηση που τρέφουν ο ένας για τον άλλο, δείχνουν ότι έπεται και συνέχεια.

Το Shotgun Stories καταγράφει τη διαμάχη ανάμεσα σε δύο «στρατόπεδα» ετεροθαλών αδερφών, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, κάπου στο νοτιοανατολικό Arkansas, σε μέρη, δηλαδή, ιδιαίτερα οικεία στον Nichols. Είναι γεγονός πως όταν ο ίδιος φανταζόταν το πρώτο του σενάριο να μιλά για νεοϋορκέζους γκάνγκστερ, ήταν ο δικός του πατέρας που του τόνισε ότι θα ήταν πιο σοφό να επιλέξει κάτι που ο ίδιος «γνωρίζει καλά, ενώ οι άλλοι όχι». Το Shotgun Stories έγινε έτσι η πρώτη εκδήλωση μιας σειράς κοινών χαρακτηριστικών στην φιλμογραφία του σκηνοθέτη, που επιλέγει να χρησιμοποιεί αναλογικό φιλμ (σαν τον Christopher Nolan, το όνομα του οποίου αναφέρει εξαιρετικά συχνά με θαυμασμό), να εξερευνά το νόημα και τη λειτουργία της οικογένειας, να προβάλλει τη φύση και του ανθρώπους του Αμερικανικού Νότου και να παίζει με τα κινηματογραφικά είδη, δίνοντας προτεραιότητα όχι στο δράμα και την πλοκή, αλλά στην συναισθηματική σύνδεση μεταξύ των χαρακτήρων, όπως και μεταξύ ταινίας και θεατή.

Αυτή η ανάγκη του Nichols να υπογραμμίσει την σύνδεση των χαρακτήρων και την συναισθηματική τους ολοκλήρωση, αδιαφορώντας σχεδόν για τα γεγονότα της ιστορίας, είναι ακόμη πιο εμφανής στο Take Shelter. Ίσως η πιο αναγνωρισμένη ταινία του σκηνοθέτη, έκανε πρεμιέρα το 2011, ενώ ο κύριος ρόλος προοριζόταν αρχικά για κάποιο «μεγαλύτερο όνομα», μέχρι που ο ίδιος αποφάσισε να τον εμπιστευθεί ξανά στον Michael Shannon. Το αποτέλεσμα; Μια ερμηνεία που ακόμη νιώθω τόσο δυνατή όσο μια γλυκιά γροθιά στο στομάχι και ένα αξιοπρόσεχτο πείραμα ενσωμάτωσης sci-fi στοιχείων σε μια ιστορία, που περισσότερο τα χρησιμοποιεί για να τραβήξει το ενδιαφέρον στην ουσία της, παρά φιλοδοξεί να τα καταστήσει μέρος της ταυτότητας της, κι ας το πετυχαίνει κι αυτό στον ίδιο βαθμό.

Ο Jeff Nichols θα επιστρέψει σ’ αυτή την συνταγή στις αρχές του 2014, ξεκινώντας τα γυρίσματα του Midnight Special. Αυτή τη φορά, επινοεί τον μικρό Alton (Jaeden Lieberher) έναν παιδί με υπερφυσικές ικανότητες που μοιάζει να προέρχεται από έναν άλλο κόσμο. Στον Alton γαντζώνεται μια θρησκευτική οργάνωση, παρουσιάζοντας τα λόγια του ως προφητείες, ενώ απειλή τον θεωρεί το FBI, επειδή φαίνεται να γνωρίζει, έστω και άθελά του, κυβερνητικά μυστικά. Από την άλλη πλευρά, οι γονείς του αγοριού (Michael Shannon, Kirsten Dunst) προσπαθούν να τον προστατεύσουν και να τον οδηγήσουν στον προορισμό του, όποιος κι αν είναι αυτός, με τη βοήθεια του παιδικού φίλου του πατέρα, Lucas (Joel Edgerton). Το Μidnight Special είναι πιθανότατα η πιο εντυπωσιακή ταινία του Nichols μέχρι σήμερα, παρά τις αδυναμίες της. Ο σκηνοθέτης συνεργάζεται για πολλοστή φορά με τον ίδιο κινηματογραφιστή, Adam Stone, και μαζί μπορούν να περηφανεύονται για μερικά εξαιρετικά, μυστηριώδη, ατμοσφαιρικά νυχτερινά πλάνα, με μπόλικα lens flares, τις χαρακτηριστικές αναλαμπές των αναμορφικών φακών στους οποίους ο Nichols έχει αδυναμία. Όσο όμορφο κι αν είναι όμως, το Midnight Special δεν γράφτηκε για να ξεχωρίσει για τα ειδικά εφέ του, αλλά για τον αλληγορικό του χαρακτήρα. Ο Nichols εκμεταλλεύεται και πάλι ένα πιασάρικο genre-mix, για να διηγηθεί με μια μεταφορά μια γνωστή, καθημερινή ιστορία, αυτή του γονέα που αποχωρίζεται το παιδί του όταν εκείνο έχει βρει πλέον την δική του ταυτότητα. Όπως ακούγεται και σε μια από τις σκηνές, ο Alton «δεν είναι όπλο, δεν είναι σωτήρας», είναι κάτι άλλο. Τι; «Είναι ένα παιδί. Αυτό είναι όλο.», απαντά ο Nichols.

Μιλώντας για παιδιά, ας πάμε να καλύψουμε το κενό που αφήσαμε στην φιλμογραφία του σκηνοθέτη, ανάμεσα στο Take Shelter (2011) και στο Midnight Special (2012). Εκείνος αστειεύεται (ή μήπως όχι) δηλώνοντας ότι όταν έκανε το πρώτο, δεν είχε γίνει ακόμη αρκετά διάσημος, ώστε να καταφέρει να «κλείσει» ένα όνομα σαν αυτό του Matthew McConaughey. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, ήταν τυχερός, πρώτον γιατί ο Shannon αποδείχθηκε άψογος και, δεύτερον, γιατί το καλό πράγμα… δεν άργησε πολύ. Ανάμεσα στις δυο sci-fi δουλειές του, ο Jeff Nichols σκηνοθέτησε τον McConaughey στο Mud (2012), μια ιστορία για δύο αγόρια που βοηθούν έναν καταζητούμενο στην προσπάθειά του να ξανασμίξει με την μεγάλη του αγάπη, ενώ ταυτόχρονα ωριμάζουν και βρίσκονται αντιμέτωπα με τη διαταραγμένη ισορροπία του δικού τους οικογενειακού περιβάλλοντος. Το Mud προσφέρει δυνατά σφηνάκια σουρεαλισμού και ευαισθησίας, καθώς και μια υπέροχη ερμηνεία από τον McConaughey ο οποίος – καθόλου τυχαία – στα χρόνια που ακολούθησαν προχώρησε στους ρόλους που τον καθιέρωσαν και επισήμως ως έναν από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της γενιάς του (Dallas Buyers Club, True Detective, Interstellar κ.ά.) .

Όσο για τον ρόλο του Michael Shannon στο Mud, είναι μικρός, αλλά ιδιαίτερος. Το ίδιο ισχύει και στην επόμενη και πιο πρόσφατη ταινία του Jeff Nichols, Loving (2016), ένα δράμα εποχής, βασισμένο σε ντοκιμαντέρ της Nancy Buirski. Ο σκηνοθέτης και η πλειοψηφία των συνεργασιών του ως σήμερα φαίνεται να έχουν λειτουργήσει ως ένα είδος ανταλλαγής δώρων, αφού ο Nichols έχει αποσπάσει εξαιρετικές ερμηνείες, πλουτίζοντας τις ταινίες του με αξιομνημόνευτους, συμπαγείς χαρακτήρες, όπως εκείνοι πλούτισαν το ερμηνευτικό φάσμα των ηθοποιών που τους υποδύθηκαν. Έχοντας γράψει ως επί το πλείστον ανδρικούς χαρακτήρες για το Shotgun Stories, ο σκηνοθέτης αναφέρει ότι ο πρώτος του βασικός γυναικείος ρόλος ήταν αυτός της Jessica Chastain στο Take Shelter, ενώ υπάρχει τουλάχιστον ένας σημαντικό γυναικείο πρόσωπο σε κάθε μια από τις επόμενες ταινίες του.

To Loving (2016) διηγείται την ιστορία του Richard και της Mildred Loving (Joel Edgerton, Ruth Negga), ο διαφυλετικός γάμος των οποίων -παράνομος στην Virgina της δεκαετίας του ‘50- ξεκίνησε ως κατάρα για την ζωή του ζευγαριού, αλλά τελείωσε με μια θριαμβευτική νίκη που οδήγησε στην αλλαγή του ίδιου του συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών. Το Loving έλαβε πολυάριθμες θετικές κριτικές, και εν μέρει τις αξίζει γιατί απέφυγε να πάρει τη μορφή ενός κοινού δικαστικού δράματος ή ενός ντοκιμαντέρ ή μιας απλής ερωτικής ιστορίας. Απέφυγε γενικώς οποιαδήποτε μορφή θα πρόβλεπε κανείς ότι θα είχε. Γι’ αυτό ευθύνεται προφανώς ο σκηνοθέτης, που επέλεξε να επικεντρωθεί στην αγάπη του ζευγαριού, προβάλλοντάς την ως ένα «φυσικό φαινόμενο» που είναι – ακόμη κι όταν επισήμως δεν ήταν – ανεξάρτητο από τον νόμο, με αλλά λόγια ως ένα πηγαίο και αναφαίρετο δικαίωμα. Την ίδια στιγμή όμως, η ταινία ξέφυγε στα όρια μιας αδυναμίας που επαναλαμβάνεται στα σενάρια του Jeff Nichols. Ο σκηνοθέτης έχει την τάση να αποφεύγει τις λεπτομερείς λεκτικές και συναισθηματικές εκφράσεις, τα ξεσπάσματα και τις επεξηγήσεις. Προτιμά τους ήρωές του λακωνικούς και δεν αναλύει συχνά τα κίνητρα και το παρελθόν τους. Αρκετοί συνεργάτες και κριτικοί τον έχουν «κατηγορήσει» ή προειδοποιήσει φιλικά ότι αυτή η πρακτική κινδυνεύει να αποπροσανατολίσει τους θεατές ή να δημιουργήσει χαρακτήρες πιο πλαστικούς και λιγότερο αληθοφανείς από όσο θα έπρεπε. nichols 8Και εδώ ακριβώς ίσως ξεπέρασε τα όρια στην τελευταία του απόπειρα, αναπτύσσοντας την ιστορία των Loving από τη σωστή πλευρά, αλλά πιο αποστασιοποιημένα απ’ ό,τι απαιτώ προσωπικά, ως θεατής, ώστε να αναγνωρίσω την αυθεντικότητα των χαρακτήρων και να συνδεθώ συναισθηματικά μαζί τους.

Όπως και να ‘χει, αυτή η επιλογή του σκηνοθέτη, μπορεί να αποτελεί ρίσκο, μα αποτελεί εξίσου σημαντικό μέρος της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας αέρας σκέψεων που δεν προφέρονται και ερωτήσεων που μένουν αναπάντητες συνοδεύει πάντα τους χαρακτήρες του, προκαλώντας στον θεατή περιέργεια και μια ελαφριά νευρικότητα που είναι εύκολο να ανακαλέσει στην μνήμη του ακόμη και πολύ καιρό μετά την προβολή του εκάστοτε έργου. O Nichols είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα σκηνοθέτη που φλερτάρει με τον τίτλο του auteur, χωρίς να τον κατέχει εξ ολοκλήρου. Υποστηρίζει περήφανα προσωπικές επιλογές που θεωρεί ότι λειτουργούν, δημιουργώντας έτσι το δικό του στυλ, αλλά δε διστάζει να δοκιμάσει άλλες επιτυχημένες οπτικές, αφήνοντας έτσι περιθώριο στον εαυτό του να αφομοιώσει καινούργια στοιχεία και να εξελιχθεί.

Πηγές:
– Deadline.com : Jeff Nichols, Q&A on ‘Loving’
– NoFilmSchool.com : Jeff Nichols on Why He’s Obsessed with Anamorphic and the Problem with TV”
– Wired.com : The Mysterious Vision of Jeff Nichols, Hollywood’s Next Blockbuster Auteur
Imdb.com

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Με βλέπετε που σας χαιρετάω? Δεν πειράζει, σημασία έχει που με πιστεύετε! Με λένε Κλειώ και γενικώς δεν ξέρω τι θέλω. (Αν και είναι πολύ πιθανό να θέλω καφέ, μέτριο.) Αγαπώ το σινεμά και κουράζω συχνά τους φίλους μου μιλώντας για ταινίες κι έτσι, για να μη ζηλεύετε, τώρα θα κουράζω κι εσάς. Αν ξυπνήσω δε με όρεξη, μπορεί να σας πω και για ταξίδια, όμορφα μέρη, καλή μουσική και ανθρώπους φίνους και ξενύχτηδες που αγαπούν τον καφέ σαν εμένα.

Το MAXMAG είναι ένα νέο διαδικτυακό περιοδικό, που σκοπεύει να παρέχει ενημέρωση επάνω σε ζητήματα κοινωνικά, πολιτιστικά, αλλά και πολιτικά. Η κάθε στήλη μας αντιπροσωπεύει και ένα ξεχωριστό πεδίο, καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο ένα ευρύ πλαίσιο ενδιαφερόντων του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG