Ο κύριος You See του Ηλία Παπακωνσταντίνου

SHARE

«Σαν των Φαιάκων το καράβι η φαντασία
χωρίς να τη βοηθάν πανιά και λαμνοκόποι
κυλάει και είναι στα βάθη της ψυχής του τόποι
πανάρχαιοι κι ασάλευτοι σαν την Ασία»

θα  μπορούσε κάποιος να πει  παραφράζοντας ελάχιστα το ένατο σονέτο του Παλαμά από τις  Πατρίδες. Κάπως έτσι αισθάνεται κανείς μόλις τελειώνει  την ανάγνωση του μυθιστορήματος «ο Κύριος You See» του Ηλία Παπακωνσταντίνου. Με το έργο του αυτό, ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου φέρνει στο φως τη σκιά μιας ανθρώπινης ζωής που δεν είναι ένα μυθιστορηματικό αλλά ένα υπαρκτό πρόσωπο, ο αδελφός του παππού του, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, που τόλμησε παρά το μικρό της ηλικίας του (μόλις 15 ετών) να μετοικήσει από την Δεσφίνα στην Βοστώνη  στις αρχές του 20ου αιώνα, μια εποχή δύσκολη οικονομικά για την Ελλάδα λόγω της επίσημης πτώχευσης του Κράτους (1892) και του ατυχή ελληνοτουρκικού πολέμου που είχε μεσολαβησει (1897)

Εκατοντάδες έλληνες μετανάστες στοιβάζονται ερμητικά στο κατάστρωμα του καραβιού με προορισμό τη Νέα Γη. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο Γιώργης Παπακωνσταντίνου, η σκιαγράφηση του οποίου φωτίζει τις συντεταγμένες ενός μακρινού παρελθόντος και ορίζει τις αντανακλάσεις της σκληρής ελληνικής πραγματικότητας του καιρού του. Η πορεία του είναι νομοτελειακή καθώς επιλέγει να φέρει εις πέρας με την τέχνη του έναν υψηλό σκοπό, να πετύχει σε μια ξένη γη.

Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου συνθέτει κόμπο κόμπο τον καμβά της προσωπικής περιπέτειας και ζωής  του Γιώργη Παπακωνσταντίνου ενώ παράλληλα αναπαριστά μια εποχή σε δυο επίπεδα, σε δυο πατρίδες, παραθέτοντάς μας πολλά ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα όπως του μαραθωνοδρόμου Κυριακίδη.  Καταφέρνει να αναδείξει την ανθρώπινη διάσταση σε ένα έργο πυκνό, πολυπρόσωπο και πολυφωνικό που διαθέτει τα χαρακτηριστικά ενός απολαυστικού μυθιστορήματος διατηρώντας ένα συμπαγή βιογραφικό άξονα. Το θέμα της μετανάστευσης είναι η βασική του σχεδία πάνω στην οποία στήνει τους χαρακτήρες και το ευδιάκριτο ιστορικέ του πλαίσιο. Ο ουμανιστικός χαρακτήρας του έργου το αναδεικνύει σε υπερχρονικό και πανεθνικό καθώς η προσφυγιά αγγίζει όλους τους λαούς και τις καρδιές. Κι όλα αυτά εκτυλίσσονται με υπόβαθρο την γλωσσική του δεινότητα με πινέλα τα χρώματα της λυρικής του ψυχής.

Advertisement

Αυτό όμως που πραγματικά καθηλώνει και εντυπωσιάζει τον αναγνώστη από την αρχή ως την τελευταία λέξη του βιβλίου είναι ο νεογλωσσικός του συμβολισμός. Λέξεις που δημιουργεί ο ίδιος από το πουθενά υποδεικνύουν ένα τεράστιο ταλέντο, όπως: χλωρασιά, αερογέννητος, ασέληνον όρος, ομοιονειρίτες, ξενόκαρδα, νεκρικάτα, δακρυοχτύπητη στάχτη, λαδοφώτεινος γιαλός, απόγιασα, κλειδοστομιά, καραβιές, νεροκράτες ουρανοί, θηρασιές, αντλοστάσιο συναισθημάτων, φτερόπνοη, ξηπολητοδρομούσα. Η γλώσσα του συμβολική, γεμάτη μουσικότητα διασυνδέει τα πράγματα με τις ψυχικές καταστάσεις. Παλεύει μεταξύ μελαγχολίας και αισιοδοξίας, πίστης και οδυρμού, χαράς και λύπης για να υπερνικήσει στο τέλος ρωμαλέα η ελπίδα.

Ο ήρωας  χωρίς να νοιάζεται να λασπώσει τα υποδήματα του, πατάει πάνω από δάση και ποτάμια, σπάει «με θυμό το μάνταλο και βρίσκεται έξω απ’ τη συνήθεια σε παγερά και ηλιόλουστα χάδια μαζί». Όμως ο θυμός θάβεται με ένα χαμόγελο αισιοδοξίας εκείνου του δεκαπεντάχρονου παιδιού που ατρόμητο πιστεύει ότι θα τα καταφέρει, έχοντας μοναδικό εφόδιο για το ταξίδι τα όνειρα και τις εφευρέσεις της σκέψης. Με βλέμμα ακέραιο, έμπλεο από αζήτητο φως αδιαφορεί μπροστά στις μεγαλόσχημες κεφαλές του ρατσισμού κατορθώνοντας να υψώσει το ανάστημα της ψυχής  του έναντι της ύλης του κέρματος. Μαζί του κουβαλά ατέρμονα το νόστο για την γλυκιά πατρίδα κρατώντας σφραγισμένο το στόμα, με ένα «πώς» και ένα «γιατί» στην άκρη των χειλιών. Γράφει:

«Kλειδοστομιά μας έπιασε και ρίγος για τις πατρίδες που δεν ζήσαμε. Πώς θα ήταν η ζωή μας εκεί με Απρίληδες ή καταχείμωνα, με άργυρο ή με σκέτο κοκκινόχωμα; Σίγουρα όμως θα είχε πολύ φως. Πώς χαμογελά η Ευσταθία;…και χιλιάδες άλλα πώς που αιωρούνται γύρω μου, που τρυπώνουν μέσα μου, που σφάζουν και ονειροδρομούν ταυτόχρονα».

Είναι συγκινησιακό από αισθητικής απόψεως  το πως ισορροπεί ο Ηλίας την τελειότητα της πατρώας και της ξένης γης μεταξύ στοχασμού και λυρικής διάθεσης. Ο τρόπος με τον οποίο ο Ηλίας μεταδίδει στους αναγνώστες την αγωνιά του Γιώργη για το πολυπόθητο ταξίδι αλλά και την αγάπη για την πατρίδα που αφήνει  πίσω του είναι μοναδικός   τόσο από λογοτεχνικής  όσο και από ιστορικής  απόψεως καθώς απηχεί τους πόθους και τις απογοητεύσεις, τις ελπίδες και τις ανατάσεις του νέου ελληνισμού κατά την κρίσιμη σε κατακτήσεις και εθνικές   περιπέτειες περίοδο των αρχών  του 20 ου αιώνα. Ο ήρωας  του παρουσιάζεται ως σύμβολο της ελεύθερης  ψυχής (θυμίζοντας  μας τον Προφητικό του Παλαμά) και της δημιουργικής  δράσης που δεν σταματά πουθενά και δεν  υποτάσσεται σε τίποτα αλλά προχωρεί συνεχώς γκρεμίζοντας τα παλιά και τα σάπια και χτίζοντας τα καινούργια και τα γερά. Γράφει:

Advertisement

«Το εγχείρημα το είχαν τολμήσει αρκετοί εκείνα τα χρόνια, και πριν από εμένα, σε τόσο μικρή ηλικία, την ώρα που ο βλαστός ήταν τόσο τρυφερός, γεμάτος χυμούς και αίμα περίσσιο να σκορπίσει, αν χρειαζόταν. Ακόμη αναρωτιέμαι ποια ήταν εκείνη η δύναμη που μας έσπρωχνε για ένα τέτοιο άλμα, σε τόσο μικρή ηλικία».

O ποιητής οδηγεί τον αναγνώστη χωρίς να τον κατευθύνει στα δικά  του συμπεράσματα αναφερόμενος στους ανθρώπους και στο τόπο τους με συμβολικό, μυσταγωγικό τρόπο. Γράφει: “Το χρώμα της πληγής είναι οι άνθρωποι πάνω σε μια γαλάζια πατρίδα, δίπλα τους είχαν και έχουν το μέλι, αλλά, πόσες φορές και πόσοι το γεύονται ελευθέρα και με την πρέπουσα αξία;”

Ο κύριος

Σε πολλά σημεία η γραφή του μας θυμίζει τα οράματα του αγωνιζόμενου λαού. Η φύση έχει πρωταγωνιστικό ρόλο αφού μέσω αυτής παραλληλίζει πρόσωπα και καταστάσεις υπό το μικροσκόπιο της ψυχικής του ενδοσκόπησης. Aπευθύνεται στην φύση σαν σε αγαπημένη γυναίκα και εκφράζει με ειδυλλιακές εικόνες την αγάπη του για τη φύση και τη ζωή του χωριού που  άφησε. «Χύνω μελάνι στη σκέψη και στα δάχτυλα ξεκινά ταξίδι πορτοκαλοανθών αλλά και ωχρόφαινων δρόμων. Ήταν ένα πρωινό πριν ο ήλιος απλωθεί στο οροπέδιο που σε λίγο θα άφηνα για πάντα.

Στην περίπτωση του Γιώργη Παπακωνσταντίνου ισχύει  αυτό που γράφει ο Σίλλερ, ότι:

«Μια αυτόνομη ψυχή από κάθε φοβερό αντικείμενο ηξεύρει να γεννήσει ένα υψηλό.»

Εδώ ο Γιώργης Παπακωνσταντίνου με άδειους ώμους, ωσάν από καιρό έτοιμος κουβαλά πάνω του βροχές και ήλιους. Με τα λάφυρα που κέρδισε από το δύστοκο ταξίδι βαπτίζεται «αερογέννητος» και κατορθώνει να περάσει το τείχος, να προφτάσει τη δύση και με όπλα το πείσμα, την τύχη και την επιμονή να μερέψει το θηρίο και να βγει αλώβητος και νικητής . Μόνο μια γυναίκα αερογέννητη κι αυτή κατόρθωσε στο ταξίδι του να κερδίσει την καρδιά του. Μόνο εκείνη «μάζευε τους υδρατμούς του», η Εύα της δικής του Εδέμ, Παραδείσια κι αέρινη, ως χορεύτρια που ήταν, δεν βάλτωνε ποτέ, γιατί σπάνια πατούσε στη γη.

Advertisement

Ο Γιωργής «έπιασε τη  άβυσσο στα χέρια του και έντυσε ο νους του τα φτερά του για τα μελλούμενα». Κατόρθωσε ως νέος Αδάμ σε πρωτόπλαστη  Γη να ανεβάσει το όνομα του όπως γράφει σε υψίκορμο κυπαρίσσι . Τι ήταν όμως η νέα γη γι αυτόν; Διχασμός η ευτυχία; Μεγάλο το τίμημα της ξενιτειάς. Ποτέ του δεν έδωσε απάντηση. Με την τόλμη και το ελληνικό ταπεραμέντο του ηράκλεια υπερνίκησε τις δυσκολίες. Το έργο του Γιώργη αν το δούμε ολιστικά αποτελεί μια σπουδαία παρακαταθήκη στις νέες γενιές για το σθένος των μεταναστών εκείνης της εποχής, ένα ακλόνητο παράδειγμα θέλησης και ηρωισμού. Όπως υποστηρίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας στην αφιέρωση του βιβλίου το βιβλίο είναι «αφιερωμένο σε εκείνα τα άγουρα πρόσωπα της μετανάστευσης που έφευγαν από την Ελλάδα μ’ ένα φεγγάρι στο νου και έναν ήλιο στο χέρι, ώστε να υποτάξουν τα όνειρα τους.»

Όσο ήταν στην Αμερική κάθε φορά που του έλειπε η πατρίδα «κουβαλούσε τους ήλιους  του στη μέσα τσέπη που του έπαιρναν τις σκιές» και έτσι πορευόταν με τις αναμνήσεις και το όνειρο της επιστροφής.

Το μόνο θολό τοπίο στον ουρανό των ματιών του την ώρα της επιστροφής στην πατρίδα μετά από 52 έτη υπήρξε ότι δεν έφερε μαζί του τα έργα του πέρα από 2 πίνακες.

Το τέλος του βιβλίου κλείνει ερμητικά με το τέλος  της ζωής του Γιωργή Ππαπακωνσταντίνου  φέροντας την λύτρωση και τη κάθαρση από μια ζωή έμπλεη τέχνης και δημιουργίας αλλά όχι και αγάπης, όπως την ονειρεύτηκε. Γράφει: «Κάρφωσα τα γράμματα όπου έβρισκα κι ως να αρχίσω με το α και το γ, το α και το π, μια ζωή πέρασε και το η δεν φάνηκε. Κι εγώ, σε μια προσπάθεια να ξεπεράσω και να ξεγελάσω τον εαυτό μου, παίρνω όλη τη λέξη μέσα μου σε μια στιγμή. Σε τι στιγμή…». Η αγάπη, την ύστερη ώρα του ταξιδιού, γεμίζει σαν Άγιο Φως την ψυχή  του και φωτίζει την πλεύση σωτηρίας προς την αιωνιότητα.

SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Η Χρυσούλα Νικoλάκη είναι πτυχιούχος του τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών & αριστούχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος (Master of Arts) με ειδίκευση στη Λογοτεχνία, της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Επίσης, κατέχει δίπλωμα μετάφρασης (Βρεταννικό Συμβούλιο). Έχει δημοσιεύσει μελέτες ( λογοτεχνικής θεματολογίας σε επιστημονικά-θεολογικά περιοδικά και έχει συμμετάσχει ως εισηγήτρια σε ημερίδες λογοτεχνικού-θεολογικού περιεχομένου . Συγγράφει ποιήματα, παραμύθια και κριτικές βιβλίων.

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG