Ματωμένο Φεγγάρι, μια άκρως ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή

Οι ιδέες υπογράφουν  την ποίηση της ποιήτριας Γλυκερίας Γκίκα. Ο ηρακλείτειος τρόπος σκέψης της, όπως υπέροχα ανέφερε η φιλόσοφος Άννα Κελεσίδου, που προλογίζει εξαίσια τη συλλογή, χαρακτηρίζει την ραχοκοκαλιά της ποιητικής της γραφής. Το πλατωνικό ιδεώδες ακμαίο και πηγαίο εγκιβωτίζεται σε μια φράση από το ποίημα της Θεατής:

«Ιδέες, καθάρια όνειρα,/προσβάσιμα, χειροπιαστά,/αλέκιαστη η ματιά τους. /Στο απόλυτο κρεμασμένες.»

Η φωνή των παιδιών, δεύτερος πυλώνας της ποίησής της, εστιάζεται στο πρωτόπλασμα της ψυχής του ανθρώπου, την αγνότητα, που ωστόσο κι αυτή καταπνίγεται από το μέγα θηρίο, τον ενήλικο άνθρωπο, που αντί να οδηγηθεί προς τη θέωση και την  ωρίμανση οδηγεί την πλάση στην άβυσσο.

«Άχ! Τα παιδιά πλατσουρίζουν στα κόκκινα νερά, ξυπόλητα, γυμνά , ανίδεα/Για τη λασπουριά που πάνω της περπατάνε. Οι λύκοι μόνο χαίρονται. Ξεχύνονται στους κάμπους τη γη να διαφεντεύουν.»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Όμως το φως της γνώσης ! Σαν πυρσός προμηθεικός ανάβει όλα τα φώτα της ύπαρξης, ανατέλλει την ελπίδα μες στο σκοτάδι της μικρότητας και της ευτέλειας.

Η ποιήτρια επιχειρεί να τονίσει ότι η ποιητική τέχνη πολιτογραφεί τον κόσμο των ιδεών («Το φως ! Να παραμείνει ζωντανό, /φωτιά τρανή να γίνει/…Το φως να μη χαθεί το φως!»). Είναι τολμηρό εγχείρημα να κρατηθούν ζωντανές-λαμπερές οι ιδέες , γεγονός που μας οδηγεί στους Καβαφικούς στίχους.

«Εις το σκαλί. για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νά σαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι..»

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Η θέση του έρωτα στην ποιητική συλλογή έχει μικρή αλλά εδραιωτική σημασία, συσχετίζεται απόλυτα με τη φθορά της ύπαρξης. Tο άπιαστο του έρωτα είναι αυτό που ορίζει την αιωνιότητα

«Αγαπημένε! κοίταξε το ματωμένο φεγγάρι . Πως κρέμεται σαν ουτοπία!»

Η μυστικότητα ορίζει τον δρόμο της συνύπαρξης. Όπως έλεγε ο Νίτσε «Ελευθερία είναι να μπορείς να έχεις μια κάποια απόσταση από τους άλλους.»….κάτι που  μας θυμίζει η ποιήτρια μας με τους στίχους της:

«Ας κρατήσουμε αυτή την απόσταση. Έτσι ευδοκιμεί η νοσταλγία. Μείνε εκεί αγαπημένε!»

Εδώ προσπαθεί η ποιήτρια να γεφυροποιήσει με το βλέμμα της ψυχής της την απόσταση. Η τριβή και η φθορά της καθημερινότητας οδηγεί στη ματαίωση, στην φθαρτότητα του καθημερινού.

Όσο προχωρά κανείς στην δομή της συλλογής τόσο πιο πολύ πείθεται ότι οι στίχοι του Ρίτσου σηματοδοτούν σύσσωμη την ιδέα της ελευθερίας , της προσμονής και της ελπίδας.

«Θυσίες και ήττες και ήττες, κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας ήταν από άλλους αποφασισμένα.» …«Ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου.» Γ. Ρίτσος

Ματωμένο Φεγγάρι, Γλύκα Γκίκα

Στο ποίημά της «Άνευ σημασίας ο αριθμός» οι ματωμένες λέξεις της ανθρωπότητας μαστιγώνουν την ιστορία του. Η Ησιοδική αυτή θεώρηση του κόσμου (Θεογονία) μεταφέρεται στους στίχους:

«Λεωφόρος Δημοκρατίας»/Περίγελος του κόσμου, ο άνθρωπος; / Άνευ σημασίας ο αριθμός».
Στην ψυχή της ποιήτριας διεξάγεται το σταθερό αμετάβλητο, η μάχη ανάμεσα στην απαισιόδοξη θεώρηση του κόσμου και την πίστη σε αιώνιες αξίες.

Η οργή, το δάκρυ και ο πόνος καταγγέλλουν την αδικία σε μια δίκη παρωδία (Παράλογον), όπου η απόφαση στο κατηγορητήριο, ερήμην, έχει παρθεί και δεν υπάρχει ομολογία. Η μαρτυροποίηση του ίδιου του κατηγορουμένου σε βάρος του εαυτού του οδηγεί στην απαράδεκτη κάθειρξη του άνευ αποδοχής της δίκης του κατηγορίας. Αυτή η μεθόδευση, συνήθως στα δικαστήρια προσβάλει την ερμηνεία του νομικού μας δικαίου. Η «χωροφυλακίστικη» αυτή πρακτική χρησιμοποιείται  συμβολικά και μεταφορικά στο ποίημα της «Παράλογον» για να καταδείξει  την σκληρή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα που θίγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η ποιήτρια ανοίγει εσκεμμένα το κουτί της Πανδώρας, απ’ όπου ξεπηδούν τα ανομολόγητα ανθρώπινα πάθη, προκειμένου να στηλιτεύσει και να καταγγείλει την έκπτωση των ηθικών αξιών.

Μόνο η Ελπίδα έμεινε μέσα στο άθραυστο μεγάλο πιθάρι της ποιήτριας και δεν πέταξε έξω «γιατί την κράτησε εκεί με τη θέληση της». Όλες οι δυστυχίες και οι ανθρώπινες συμφορές μαρτυρούνται ηχηρά ( “Άνυδρα τα ουράνια. Τα σκουλήκια πληθαίνουν στη γη, τα αγκάθια ριζώνουν βαθιά”.). Όμως η ελπίδα ιχνηλατεί την ύπαρξη, την επαναφέρει στο φως.

«Εγώ; Φλόγα που τρεμοσβήνει σε λιωμένα κεριά.»

Μέσα από αυτή την μαρτυρία (Συντομογραφία της Αιωνιότητας), η ποιήτρια μας δεν επηρεάζεται από τη «συμβατική ηθική», αλλά αντιθέτως επιδιώκει την πλήρη προσωπική της ανάπτυξη, που θα την οδηγήσει από το ατομικό στο συλλογικό. Σε αυτό το σημείο, όπως και στο ποίημα Δρεπανοφόρο, ο ανελεύθερος νους απασχολεί την ποιήτρια, η οποία υποσυνείδητα προτάσσει τη Νιτσεϊκή υπεροχή ενός Υπεράνθρωπου, που ενάντια στο κατεστημένο προβάλλει τη δύναμη της ελεύθερης βούλησης και την αφύπνιση της συλλογικής συνείδησης. Καθαρόαιμα από το εγώ προβαίνει στο εμείς.

«Δεν σκύψαμε το κεφάλι, δε γονατίσαμε./ Δεν πουλήσαμε τους νεκρούς μας. Αιώνιοι στο πεπερασμένο. Αμαρτωλοί στην γενική παραδοχή των αναμάρτητων. Τώρα εγώ και συ -το είδωλο μου- Ανάμεσα στους νεκρούς μας… Πόσο εύγλωττες είναι οι απουσίες.»

Εύλογα και εύστοχα μπορεί κάνεις να σκεφτεί ότι το ποίημα αυτό είναι επηρεασμένο από τη Σονάτα του Σεληνόφωτος του Γιάννη Ρίτσου καθώς έχουμε την αίσθηση μιας βαθιάς συνομιλίας με τον  ψυχολογικό χρόνο και αυτό που άφησε πίσω του, ερείπια και μνήμες, μα και τη ρωμαλεότητα της ελπίδας που φτερουγίζει πάνω από φουρτούνες μεσοπέλαγα σαν γλαροπούλι.

«Τούτο το σπίτι παρόλους τους νεκρούς του δεν εννοεί να πεθάνει.»

Στο Λόφο στο σπίτι η ποιήτρια συνομιλεί με το είδωλο της, εικόνα που μας παραπέμπει στο Εικονοστάσι των Ανώνυμων Αγίων του Ρίτσου. Η ματαιότητα, σαν καρφί στέρεο στον τοίχο την πονά μα δεν την γονατίζει. Αντιθέτως, την οδηγεί στη συνειδητότητα του ανεκτίμητου δώρου της ζωής.

«Στο παραθύρι το κλειστό πιασμένο απ’ την ποδιά του/Έστηνε το γιασεμί αυτί με τ’ άστρα τ΄ουρανού. Πάνω στα μαλλιά του. …..Κάτασπρο το γιασεμί. Δεν τα άγγιξε ο χρόνος.»

Εδώ από τη λαγαρότητα της ασκίαστης πίστης οδηγούμαστε στη συνθετότητα μιας πίστης που γκρεμίζει και χτίζει πάνω σε όλο και πιο καινούργια σχέδια. Ο λυρισμός διάχυτος περιπλεγμένος με τις αναμνήσεις δημιουργεί μια δωρικότητα στο ποίημα κι αισθαντικότητα στην μελωδία της αφήγησης, μια γλυκύτητα μες τον πόνο απ’ το άγιο πέρασμα του χρόνου.

Το κλείσιμο του ποιήματος είναι επηρεασμένο φανερά από την ονειρική πολιτεία του Ρίτσου (ως εκεί που φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο).

«Είδαμε αμέτρητες φορές στο βάθος/την πολιτεία να ξυπνά και να κοιμάται/πάντα με τα φώτα ανοιχτά. Ξημέρωσε! Καληνύχτα!»

Ματωμένο Φεγγάρι, Γλυκερία Γκίκα

Ο Λυσιακός λόγος της Γλύκας Γκίκα, επιφανής, υπέρ των δημοκρατικών αξιών, πρεσβεύει την μετάνοια, την λήθη μετά τον «κίβδηλο εφησυχασμό» αφού έχει προηγηθεί «το ξέπλυμα στα άδυτα της ψυχής».

Ο εξομολογητικός τόνος είναι πανταχού παρών. Όπως συμβαίνει στα ποιήματα: Aσυμβίβαστη, Χωρίς Κατηγορητήριο και Πάλλευκο τριαντάφυλλο

“Αδίκως κατηγορούμαι”, γράφει…”αρκούμαι στα στενά όρια του υπάρχω, ενώ η βουτιά στην άβυσσο του «υπάρχειν» είναι πάντα στο επίκεντρο”. Μια στενή συνομιλία, μια βαθιά κατάδυση στο παιδί μέσα της που αποκαλύπτεται μέσα από τον παραμυθικό χαρακτήρα της γραφής της.

Η πραγματικότητα (με τον μύθο και το όνειρο) δεν γίνεται μόνο πιο σύνθετη και μυστηριώδης αλλά αξιολογείται με τα αισθητικά μέσα που ανιχνεύουν κάτω από την επικάλυψη του μύθου μια άλλη πραγματικότητα, γεμάτη από ωριμότητα που δεν φθείρει αλλά αντιθέτως σφυρηλατεί.

«Mόνο τους χτύπους της καρδιάς μου κράτησα…κι ένα λευκό-πάλλευκο τριαντάφυλλο. Για μιαν αλήθεια.»

Θυμίζοντας μας τους στίχους του ποιητή: «Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.»

Σημαντικό είναι να αναφερθεί  ότι ο χρόνος και ο τόπος είναι απροσδιόριστος. Οι αναφορές με μυθολογικά πρόσωπα είναι ενδιαφέρουσες καθώς απηχούν την αρχαιομάθεια και τον φιλοσοφικό στοχασμό της ποιήτριας. Το δραματικό συναίσθημα του ανεκπλήρωτου αποτελεί βασικό μοτίβο που διαποτίζεται από τον ώριμο συναισθηματισμό και τον έντονο ρυθμικό λόγο.

Εν κατακλείδι από την θεματολογία της συλλογής και μόνο, η Γλύκα Γκίκα υπογράφει μια άκρως ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή με ενδοσκοπικό ύφος και έντονη την αντίθεση φωτός-σκότους σε πολλά σημεία, που την καθιερώνει υφολογικά. Παντού ελλοχεύει η ματαιότητα, η φθορά και η συναίσθηση του πένθους της ύπαρξης.  Η ποιητική της ολότητα δεν ταξινομείται μόνο σε λυρική, υπαρξιακή ή ερωτική, παλαιού τύπου αλλά οι παραπάνω κατηγορίες εμπλέκονται και διασταυρώνονται στο έργο της με θαυμάσια συνοχή και δεινότητα.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Χρύσα Νικολάκη

Η Χρυσούλα Νικoλάκη είναι πτυχιούχος του τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών & αριστούχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος (Master of Arts) με ειδίκευση στη Λογοτεχνία, της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Επίσης, κατέχει δίπλωμα μετάφρασης (Βρεταννικό Συμβούλιο). Έχει δημοσιεύσει μελέτες ( λογοτεχνικής θεματολογίας σε επιστημονικά-θεολογικά περιοδικά και έχει συμμετάσχει ως εισηγήτρια σε ημερίδες λογοτεχνικού-θεολογικού περιεχομένου . Συγγράφει ποιήματα, παραμύθια και κριτικές βιβλίων.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;