Το καλοκαίρι είναι ποίηση ή η ποίηση καλοκαίρι;

Καλοκαίρι… Τι σημαίνει καλοκαίρι; Το καλοκαίρι για τον καθένα μας έχει διαφορετική και μοναδική σημασία. Σε άλλους μπορεί να αρέσει και σε άλλους μπορεί όχι, αλλά η αδιαμφισβήτητη αλήθεια είναι ότι το καλοκαίρι στην Ελλάδα κουβαλάει μια αρχαία ομορφιά και ιστορία, είναι μυθικό και μεθυστικό. Είναι εποχή που διεγείρει τις αισθήσεις ή τις διατηρεί σε μια ευχάριστη καταστολή. Μια εποχή που πολλοί άνθρωποι του πνεύματος αφιέρωσαν τις λέξεις τους για να το περιγράψουν. Διαλέξαμε τα πιο αγαπημένα μας ποιήματα από Έλληνες ποιητές και σας τα παρουσιάζουμε, γιατί το καλοκαίρι είναι ποίηση ή η ποίηση καλοκαίρι.

Ο Καβάφης υμνούσε το καλοκαίρι και τη θερινή γαλήνη που το παρομοιάζει με τραγούδι στολισμένο με ανάμεικτα συναισθήματα. Το κεντρικό θέμα των ποιημάτων και αλληλένδετο στοιχείο του καλοκαιριού είναι η θάλασσα.

Η φωνή της θάλασσας από τα Αποκηρυγμένα (εκδ. Ίκαρος)

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη
της θάλασσας ο πόθος· θα σε ’πη μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαίν για ταις γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,

σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κ’ εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
από την αγωνία των την υστερνή.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;—
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κ’ ευσπλαγχνικό.

Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει,
που κάποτε κανένας ιερεύς θα παή
θυμίαμα να κάψη και να ‘πη ευχή.
Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται
ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται.
Τον πεθαμένο μνημονεύουν· και κοιμάται
πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.

https://www.youtube.com/watch?v=20nE5hyUUho

Θάλασσα του Πρωιού από τα Ποιήματα 1897-1933 (εκδ. Ίκαρος)

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.

Ένας από τους Έλληνες ποιητές που ήταν μεθυσμένος και εκστασιασμένος από τις ομορφιές του καλοκαιριού με καταγωγή από το μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας, την Κρήτη, αλλά και τη Λέσβο, ο Οδυσσέας Ελύτης μπορούσε να χωρέσει ένα ολόκληρο καλοκαίρι στις λέξεις του.

Το θαλασσινό τριφύλι από Τα Ρω του Έρωτα

Μια φορά στα χίλια χρόνια

του πελάγου τα τελώνια

Μες στα σκοτεινά τα φύκια

μες στα πράσινα χαλίκια

Το φυτεύουνε και βγαίνει

πριν ο ήλιος ανατείλει

Το μαγεύουνε και βγαίνει

το θαλασσινό τριφύλλι.

Κι όποιος το ’βρει δεν πεθαίνει

κι όποιος το ’βρει δεν πεθαίνει.

Μια φορά στα χίλια χρόνια

κελαηδούν αλλιώς τ’ αηδόνια

Δε γελάνε μήτε κλαίνε

μόνο λένε μόνο λένε:

– Μια φορά στα χίλια χρόνια

γίνεται η αγάπη αιώνια

Να ’χεις τύχη να ’χεις τύχη

κι η χρονιά να σου πετύχει

Κι από τ’ ουρανού τα μέρη

την αγάπη να σου φέρει.

Το θαλασσινό τριφύλλι

ποιος θα βρει να μου το στείλει

Ποιος θα βρει να μου το στείλει

το θαλασσινό τριφύλλι.

Ανάμεσα Σύρο και Τζια από το Μικρές Κυκλάδες

Ανάμεσα Σύρο και Τζιά

μικρή φυτρώνει νεραντζιά

η μικρή μου η κοπελιά.

Πόχει τις ρίζες στο βυθό

και τα κλαδιά στον ουρανό

το κορίτσι που αγαπώ.

Πλάσμα δεν είναι ανθρωπινό

δεν είναι μήτε ξωτικό

το κορίτσι που αγαπώ.

Μα ’χει τον ήλιο φορεσιά

τα κύματα περπατηξιά

η μικρή μου η Παναγιά.

Χάϊντε νύφη τής θαλάσσης

τις φαμίλιες θα χαλάσεις.

Νύφη μέσα στα μπουγάζια

με τα πέπλα τα γαλάζια.

Άνεμος να μη σε πιάσει

λούλουδο μη σου χαλάσει.

Κι αν γενεί ποτέ το θάμα

κι αγαπήσεις κάνω τάμα.

Να σου στείλω μια μπρατσέρα

με τον Πολικόν Αστέρα.

Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

Ο. Ελύτης

 

Του Αιγαίου από Προσανατολισμοί

   I.

Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι

Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του

Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.

Ο Γιάννης Ρίτσος χρησιμοποιεί τις δικές του λέξεις για το καλοκαίρι στο ποίημά του που το ονόμασε Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού:

XXX

“Η αλυσιδίτσα στο λαιμό σου,

τ’ αστράκι της αυγής στα φύλλα,

σκοινιά, καράβια και φανάρια,

γλάροι, καθρέφτες και καρποί-

τα κατάρτια μπουμπουκιάσανε.

 

Όμορφη, Θε μου, που ‘ναι η πλάση,

μύρια ποτήρια του νερού

φρεσκοπλυμένα, σκουπισμένα

στο περιγιάλι αστράφτουνε.

 

Απ’ όλα πίνω το γαλάζιο,

κι ακόμη, γιε μου, να μεθύσω.”

 

XXXIX

“Στα μεγάλα κόσκινα του καλοκαιριού,

κοκκινίζεις του ήλιου το κριθάρι,

το φλουρί, το κεχριμπάρι

παίζει στο λαιμό σου,

παίζει στα δυο σου χέρια

και στο κούτελό σου.

 

Κι όλο κοσκινίζεις

και ψωμί δε φτιάχνεις.

Πώς χορταίνει κι αυγαταίνεις;

Πώς χορταίνουνε τα δέντρα σου

και τα πρόβατά σου;

 

Κι ο γιαλός, ο αστραφτερός

σα γαλάζιος σκύλος

κάθεται στα πισινά του

και σαλεύει την ουρά του,

και του ρίχνεις μια ματιά

στα πεταχτά

και χορταίνει, – πώς χορταίνει

τέτοιος σκύλος;

 

Μες στον κάμπο η κόκκινη εκκλησιά

και στη ράχη ο άσπρος μύλος.

 

Και προτού το δείλι γείρει

έφτιαξες τον ήλιο όλο μελοπίτες

και κουλούρες του χορού

για τους κυνηγούς και τ’ άτια του νερού

για της Άγιας Πελαγίας το πανηγύρι.”

 

Η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου είναι κι αυτή αφιερωμένη στο καλοκαίρι:

Είναι κάποια ποιήματα που θυμίζουν, ανασαίνουν, ευωδιάζουν καλοκαίρι. Με τη νοσταλγία τους, τη μελαγχολία τους, την ατμόσφαιρά τους. Θυμίζουν παιδικά καλοκαίρια, τον ήχο από τα τζιτζίκια, το εξώφυλλο του Θησαυρού της Βαγίας, φωτιές στην παραλία, γιασεμί.

Τί νὰ μοῦ κάμει ἡ σταλαγματιὰ ποὺ λάμπει στὸ μέτωπό σου;
Τὸ ξέρω πάνω στὰ χείλια σου ἔγραψε ὁ κεραυνὸς τ᾿ ὄνομά του
Τὸ ξέρω μέσα στὰ μάτια σου ἔχτισε ἕνας ἀητὸς τὴ φωλιά του
Μὰ ἐδῶ στὴν ὄχτη τὴν ὑγρὴ μόνο ἕνας δρόμος ὑπάρχει
Μόνο ἕνας δρόμος ἀπατηλὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν περάσεις

Δὲν ὠφελεῖ τὸ παράπονο

 

Πόσο πολὺ σὲ ἀγάπησα ἐγὼ μονάχα τὸ ξέρω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.

Χρόνια καὶ χρόνια πάλεψα μὲ τὸ μελάνι καὶ τὸ σφυρὶ βασανισμένη καρδιά μου
Μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ σοῦ κάμω ἕνα κέντημα
Ἕνα ζουμπούλι πορτοκαλιᾶς
Μίαν ἀνθισμένη κυδωνιὰ νὰ σὲ παρηγορήσω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιὰ μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.

 

Κι ο Σεφέρης να ψάχνει Έναν λόγο για το καλοκαίρι:

 

Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι

σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει

γεμάτο διαγραφές, αφηρημένα σχέδια

στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε

στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν

στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως

σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι

στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές

καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν

χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.

Γυρίσαμε – πάντα κινάμε για να γυρίσουμε

στη μοναξιά, μια φούχτα χώμα στις άδειες παλάμες.

Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι

και τα χέρια σου γγίζοντας μέδουσες πάνω στο νερό

τα μάτια σου ξεσκεπασμένα ξαφνικά, τα πρώτα

μάτια του κόσμου κι οι θαλασσινές σπηλιές

πόδια γυμνά στο κόκκινο χώμα.

Μένει ακόμα η κίτρινη έρημο το καλοκαίρι

…σ’ ένα σημείο που δεν τ’ ορίζω και με κυβερνά

τα χέρια σου γγίζοντας το ελεύθερο κύμα.

 

Διαθέσιμες πηγές: Palmografos.com(: Palmografos.com – Οδυσσέα Ελύτη «Τα ρω του έρωτα» – Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου*)


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Γιώτα Συνιρίδου

Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη, μία κοινωνική λειτουργός με ακόρεστη αγάπη για τα βιβλία και το γράψιμο.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;