Μήδεια

Μπορεί ο Έρωτας να σε τρελάνει τόσο που να χάσεις την λογική σου; Να ξεχάσεις ποιος είσαι; Να απαρνηθείς τα πάντα; Να σκοτώσεις;

Υπάρχουν δυο λέξεις – έννοιες στη ζωή μας που όλοι λίγο πολύ τις έχουμε πει, τις έχουμε απογειώσει σε αίσθηση, αλλά, έχουμε καταπλακωθεί από αυτές το ΠΟΤΕ και το ΠΑΝΤΑ….

Εδώ στα Ηλύσια Πεδία αθάνατη και ήσυχη πια από κατάρες και ερινύες βγάζω βόλτα τις αναμνήσεις μου κάθε ξημέρωμα και τις μαζεύω με την πρώτη δύση του Ήλιου. Ήρεμη από το φτιαχτό και ακούραστη από το αφτιασίδωτο αφήνω τις λέξεις να ξεπηδήσουν και να λυτρώσουν έστω για λίγο την αναζήτηση.

Advertisements
Ad 14

Γεννήθηκα στην Κολχίδα από σπέρμα Βασιλιά και μήτρα Ιερή. Από παιδί τα παιχνίδια μου ήταν τελετουργίες και μάθηση ιέρεια από τα μικρά μου χρόνια . Χέρι άνδρα μέχρι τα είκοσι χρόνια μου δεν με άγγιξε, βλέμμα ερωτικό αρσενικού δεν τολμούσε να με ταράξει. Έτσι έπρεπε, έτσι ήταν γραφτό. Οι Μοίρες την πορεία μου είχαν διαγράψει και την έβλεπαν να ξετυλίγεται. Λίγο πριν το Εαρινό Ηλιοστάσιο της ήβης μου σε μια τελετουργία είδα το καράβι που πετούσε πάνω από τα κύματα να έρχεται σε μας. Όμορφος στεκόταν. Εκείνος στην άκρη του και κοίταγε προς εμάς. Τους οδηγούσαν οι Νεφέλες για να μην τους δουν οι εχθροί τους με τα αδιάκριτα μάτια και τα τρομερά όπλα. Ήταν όμορφος, ψηλός, με μια γλυκιά χρυσή φορεσιά που μπορούσα μόνο εγώ να δω, διαφορετικός και από την μορφή του πατέρα μου και του αδερφού μου ή όποιου μέχρι τώρα στη χώρα μου είχε έρθει, είτε ταξιδιώτη είτε συμμάχου. Κική Δημουλά: «Ο έρωτας, γένους ούτε θηλυκού, ούτε αρσενικού, γένους ανυπεράσπιστου»

Τα βράδια καθόμουν στο αίθριο της κάμαράς μου και τον κοιτούσα χωρίς να το ξέρει εκείνος. Τον έβλεπα καθαρά, τα γαλάζια μάτια του ίδιο χρώμα με αυτό της θάλασσας, το κορμί του δυνατό και το μυαλό του ακόμα δυνατότερο. Το τελευταίο βράδυ πριν βγει το καράβι τους από τις Νεφέλες, το ήξερα πως αυτός ήταν ο άνδρας που θα ζούσα μαζί του για όλη μου τη ζωή. Ήξερα γιατί ερχόταν όπως και τόσοι άλλοι άλλωστε, ήθελε και εκείνος τα μυστικά του δέρματος του Κριαριού που ο Φρίξος είχε στον πατέρα μου χαρίσει. Ένιωθα πως μόνο αυτός θα μπορούσε να το κατακτήσει.

Μήδεια
πηγή: pinterest

Το είπα μόνο στον αδερφό μου και εκείνος ούρλιαζε πως θα ήταν το τέλος όλων μας. Καταβάθος τα ήξερα και εγώ, αλλά δεν με ένοιαζε.

Διαβάστε επίσης  Τα παιδιά είναι όντα μιμητικά

Μπήκε στο παλάτι και ο χώρος γέμισε από την παρουσία του, όμορφος, πόσο όμορφος ήταν. Ήμουν καθισμένη δίπλα στον πατέρα μου όταν με μυστικιστικό θράσος του ζήτησε να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας. Ο πατέρας μου με κοίταξε και ξέσπασε σε γέλια. Σαν φύλακας του που ήμουν μέχρι τώρα θα έπρεπε να πάρει την άδεια μου, δεν θυμάμαι ακόμα και τώρα να έδωσα ποτέ συγκατάθεση αλλά ήξερα πως ήθελα να τον βοηθήσω γιατί μπορεί να ήμουν η φύλακας αλλά ο Βασιλιάς ήταν ο άρχοντας του Δέρατος. Έτσι και έγινε ο πατέρας ήταν σίγουρος πως εκείνος δεν θα κατάφερνε ποτέ να ανταπεξέλθει στις δοκιμασίες που θα του έβαζε και έτσι το Δέρας θα έμενε πάντα εδώ πιστό στα πειράματα και τις προσταγές. Τη νύχτα πριν τη μάχη τον επισκέφτηκα και τον άλειψα με το ιερό λάδι της Αθανασίας από τα Μυστήρια της Ήρας, το μόνο που ζήτησα από μεριάς του ήταν παντοτινή αγάπη και αφοσίωση με κοίταξε μου χαμογέλασε και ορκίστηκε στους Θεούς πως θα είναι μαζί μου για πάντα. Τον πίστεψα.

Με το πρώτο φως της μέρας στο στάδιο των αγώνων έφερε σε πέρας της δοκιμασίες, αλλά ο πατέρας δεν ήθελε να παραχωρήσει την κληρονομιά του, έτσι βοήθησα να το πάρει. Τρελή από Έρωτα τον ακολούθησα μιας και η προδοσία από μεριάς μου ήταν τέτοια που δεν θα μου επέτρεπε να μείνω άλλο στα Ιερά χώματα της χώρας μου. Έπρεπε να κρυφτούμε πριν φτάσουμε στον προορισμό της αγάπης μας έτσι δημιούργησα νέους δρόμους και βρεθήκαμε στη Δήλο, όπου αποθέσαμε θυσίες και μετά στην Κρήτη για να αποδείξω την αγάπη μου και την τέχνη μου. Κατάφερα να παγιδέψω και να εξοντώσω τον Τάλω, έτσι με αυτό τον τρόπο απέδειξα πόσο άξια είμαι για να γίνω γυναίκα του Αργοναύτη Ιάσονα με θυμάμαι να πρέπει να αποδείξω πάντα κάτι. Τον αγάπησα αυτόν τον άνδρα τον αγάπησα πολύ, έκανα όνειρα και ήθελα να ζήσω μια όμορφη ζωή μαζί του, να κάνω παιδιά να γεράσω και να πεθάνω ήσυχα σε βαθιά γεράματα καμαρώνοντας για τα παιδιά μου.

Όχι όμως, η Λάχεσις είχε άλλα σχέδια για μένα, η Κλωθώ και η Ατραπός άλλα κουβέντιαζαν όταν έπλεκαν πάνω από την κούνια μου. Από τα νερά της Ιωλκού στην φιλόξενη Κόρινθο με έφτασε ο Έρωτας και η Αγάπη, το όνειρο που μου είχε τάξει ο άνδρας που αγάπησα το έβλεπα κάθε μέρα μέσα στα μάτια του, το ζούσα κάθε νύχτα μέσα από το κορμί του. Οι Θεοί με αξίωσαν και δυο γιούς έφερα στον κόσμο, ήταν η συνέχεια του άνδρα μου, τα βλέπαμε να μεγαλώνουν και σε κάθε ευκαιρία λέγαμε πόσο τυχεροί είμαστε που έχουμε την Αγάπη μας οδηγό.

Διαβάστε επίσης  Ικαρία: μια παράλληλη πραγματικότητα

Ώσπου ω ει με! Ήρθε η ματαιοδοξία και φώλιασε στο σπιτικό μα, η φιλοδοξία γινόταν τώρα πια οδηγός μας.

Τίποτε δεν θύμιζε εκείνο το πάθος της Κολχίδος, τους όρκους της Δήλου, την αγάπη και το πάντρεμα στην Κέρκυρα. Όλα στάχτη, από το μόνο πράγμα που ζήτησα από αυτό προδόθηκα. Ένας αέρας τρέλας και μίσους ξεσήκωσαν την ψυχή μου, ήθελα να τον καταστρέψω με ακούς; Να τον καταστρέψω να μη μείνει τίποτε δικό του. Να χαθούν τα πάντα του. Νύχτες ολάκερες το μυαλό μου έκανε έρωτα με τον κίνδυνο, κοίταγα μια μπροστά μια πίσω. Είπα να φύγω και να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου, να πάρω τα παιδιά μου και να φύγω. Το τόλμησα μια φορά, όσο εκείνος με περιγελούσε κλεισμένος σε άλλη ηδονική αγκαλιά. Και ναι την έκαψα τη Γλαύκη, ναι με το χιτώνα που της έστειλα για γαμήλιο δώρο χάρηκα για λίγο όμως. Η κατάρα μου θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερη, το τίμημα της προδοσία του Ιάσονα έπρεπε να είναι ακριβότερο και πιο επώδυνο. Χίλιες οργές έριξα πάνω του, όσοι οι πόνοι από τις γέννες μου τόσοι και περισσότεροι να ήταν οι δικοί του, όσα τα μαλλιά μου τα δάκρυά του και ακόμα περισσότερα. Κάθε βράδυ ο ίδιος πόνος να βρω τρόπο να εκδικηθώ, κάθε νύχτα με κάθε σπονδή στην Κίρκη και η ίδια παραφρονημένη δίψα για να ανταποδώσω το κακό που μου έκανε και στο τέλος πάντα η ίδια λέξη να βγαίνει από το ματωμένο στόμα μου, « Σ’ αγαπάω ακόμα Βασιλιά μου».

Μια νύχτα με Πανσέληνο έτρεξα γυμνή με τα μαλλιά λυμένα στο Βωμό της Εκάτης, αφού τελείωσα την Ιερουργία κοίταξα ψηλά στον ουρανό και από το στεφάνι της Μήνης είδα τα πρόσωπα των παιδιών μου να μου χαμογελούν, έμπηξα το στιλέτο που κράταγα στα χέρια μου και άφησα το αίμα να τρέξει για να πάρω τον χρησμό. Ναι αυτό θα έκανα ήξερα πλέον… Νεφέλη θα σήκωνα και όλους θα τους ξεγελούσα ακόμα και εκείνον. Έτσι και έκανα. Το πρωί όπου όλοι θα ήταν απασχολημένοι εγώ με τα φίλτρα μου και τις δυνάμεις μου θα δημιουργούσα σύγχυση. Και πάνω στον πανικό θα τελείωνα ότι υπήρχε από τον Ιάσονα.

Στην αγορά της πόλης, στους δρόμους, στο γυμναστήριο, όλοι τους ένα πολύβουο μελίσσι. Στάθηκα στο μέσο του αίθριου και άνοιξα τα χέρια μου διάπλατα, τα λόγια τα κρυφά που μου είχε μάθει η Κίρκη άρχιζα να λέω, σήκωνα μια το βλέμμα στον ουρανό και μια το έριχνα στη γη…. Και πάλι από την αρχή. Οι γιοι μου κατάλαβαν τι έκανα και ήρθαν να με σταματήσουν, όμως ήταν πολύ αργά, όλα άρχιζαν και τελείωναν σε εκείνη τη χαραμάδα του χρόνου που είχα ανοίξει. Μέσα σε ένα ανοιχτό αγγείο που το είχα γεμίσει νερό παρακολουθούσα τις αντιδράσεις του κόσμου, όλοι έπεφταν κάτω κοιμισμένοι, τα δέντρα δεν κουνούσαν τα φύλλα και τα κλαδιά τους παρόλο που ο αέρας λυσσομανούσε, τα λουλούδια από τις γλάστρες δεν σάλευαν και η θάλασσα και αυτή σύμμαχος ούτε ένα κύμα.

Διαβάστε επίσης  Η νοσταλγία και η προσμονή

Ο Φέρητας ο γιος μου ο πρωτότοκος μου έπιασε το χέρι και εγώ με το άλλο σήκωσα το στιλέτο και του το έμπηξα στην καρδιά, το ίδιο έκανα και με τον άλλο μου γιο, αμέσως τους έδωσα να πιούν από το φίλτρο που είχα φτιάξει να ξανάρθουν στη ζωή μετά από λίγο…. Τα παιδιά μου κείτονταν στο χώμα και εγώ όρθια από πάνω τους. Είδα τον Ιάσονα να τρέχει σαν τρελός και να γονατίζει μπροστά μου, μου αγκάλιασε τα πόδια και συγνώμη ζητούσε, φιλούσε τα χέρια μου που έσταζαν αίμα , το αίμα των παιδιών μας. – Πολύ αργά αγάπη μου μοναδική, δεν θα μείνει τίποτε από σένα πια. ‘Έμεινε λίγη ώρα ακόμα για να χαθώ για πάντα από αυτό τον τόπο μαζί με τα παιδιά μου. Κλαις τώρα, κλάψε Ιάσονα όπως έκλαιγα εγώ τόσο καιρό, παρακάλα τους Θεούς να σε λυπηθούν και να τα φέρουν πίσω. Άσπρισαν από τον πόνο τα μαλλιά σου με μιας βλέπω καλέ μου, ξεθώριασε το χρώμα τους όπως ξεθώριασε και μένα η ψυχή μου. Μόνο αγάπη ζήτησα Βασιλιά μου, ήταν πολύ μεγάλο για σένα το φορτίο της αφοσίωσης ;Μόνο αγάπη ζήτησα Βασιλιά μου, ήταν πολύ μεγάλο το φορτίο της αγάπης μου για σένα; Μόνο αγάπη ζήτησα Βασιλιά μου και μου έδωσες πόνο και προδοσία. Σύρσου στο χώμα Ιάσονα δε σε λυπάμαι όχι, ας σε λυπηθούν αυτοί που ξέρουν εγώ δεν έμαθα ποτέ.

Συνέχισα να κουνώ τα χέρια μου και  δίνη να δημιουργώ, τον έβλεπα εκεί κάτω στο χώμα όσο μας σήκωνε ο αέρας εμένα και τα αγόρια μου, από την Ανατολή μια άμαξα με τους φτερωτούς μου δράκοντες μας μετέφερε μετά από πολλά Μυστήρια στα Ηλύσια Πεδία όπου ήσυχη πια μαζί με τα παιδιά μου, αφηγούμαι την Ιστορία μου σε όποιον περαστικό θελήσει…

Σε ευχαριστώ ξένε που κάθισες και την άκουσες.

Γεννημένη στην Αθήνα ένα βροχερό απόγευμα στα τέλη του Οκτώβρη, συνδέθηκα με την συγγραφή και τη μουσική μέσα από τα βιβλία και τους δίσκους από πολλή μικρή ηλικία.
Αγαπάω τους ανθρώπους, τα ζώα, τη θάλασσα, το φθινόπωρο και τις Κυριακάτικες βόλτες σε Μοναστηράκι και Θησείο.

Αρθρα απο την ιδια κατηγορια

Xiaomi SmartBand 8: Μια ολοκληρωμένη και δελεαστική πρόταση στην κατηγορία των wearable 

Τον Απρίλιο του 2023, η κινέζικη εταιρία ηλεκτρικών συσκευών Xiaomi

Γαλικία: η ξεχωριστή πλευρά της Ισπανίας

Ας ετοιμάσουμε μαζί τις βαλίτσες μας κι ας κατευθυνθούμε προς